Το ερώτημα του τι μας κινητοποιεί – ποια μεγάλη δύναμη μας ωθεί ως ανθρώπους να προχωράμε στη ζωή παρά τις αντιξοότητες που εμφανίζονται στο δρόμο μας – απασχολούσε τον ψυχολόγο Alfred Adler στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Αρχικά, αποφάσισε να αποκαλέσει αυτή την κινητήρια δύναμη «προσπάθεια για τελειότητα», ένας όρος που περικλείει κυρίως την επιθυμία που όλοι έχουμε να ξεδιπλώσουμε όλη τη δυναμική μας, να ακολουθήσουμε τα ιδανικά μας – μια διαδικασία παρόμοια με εκείνη της δημοφιλούς έννοιας της αυτοπραγμάτωσης.

Η αυτοπραγμάτωση είναι ίσως η λιγότερο προβληματική έννοια από τις δύο, καθώς η έννοια «τελειότητα» αποδεικνύεται ελλιπής. Και αυτό διότι η έννοια της τελειότητας δεν υπάρχει στην ψυχολογία και όταν αναφέρεται, έχει αρνητική χροιά. Αλλά και γενικά μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως τελειότητα δεν υπάρχει και έτσι δεν είναι κάτι που μπορούμε να αδράξουμε, που σημαίνει ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση φέρνει αναπόφευκτα ματαίωση και απογοήτευση και μπορεί να δημιουργήσει έναν κύκλο ακραίας έλλειψης κινήτρων (δηλαδή παραίτησης).

Μια άλλη, ίσως καλύτερη, περιγραφή που προσδιορίζει το βασικό κίνητρο ήταν η ανταμοιβή (compensation), η οποία σε αυτή την περίπτωση υποδήλωνε τη διαδικασία προσπάθειας να ξεπεράσουμε τους έμφυτους περιορισμούς μας. Ο Adler υπέθεσε ότι καθώς όλοι έχουμε διάφορα προβλήματα και περιορισμούς ως άνθρωποι, η προσωπικότητά μας αναπτύσσεται με τέτοιο τρόπο που να αντισταθμίζουμε και να ξεπερνούμε αυτά τα έμφυτα εμπόδια. Βέβαια, αργότερα στη θεωρία του απέρριψε ένα μεγάλο μέρος αυτής της ιδέας (αν και συνέχισε να παίζει σημαντικό ρόλο στο έργο του), καθώς ισχυρίστηκε πως είναι ανακριβής η υπόθεση πως η προσωπικότητά μας είναι αποκλειστικά το αποτέλεσμα της στάσης μας απέναντι στα προβλήματά μας.

Μέχρι στιγμής διαφαίνεται η βασική θεωρητική του προσέγγιση που διατρέχεται από μια πιο «λογική» χροιά σε αντίθεση με τους Freud και Jung. Χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία για να εξηγήσει τους λόγους που οι άνθρωποι συμπεριφερόμαστε με συγκεκριμένους τρόπους και για το τι μπορούμε να κάνουμε για να αλλάξουμε τη συμπεριφορά μας.

Αργότερα πια, ένα από τα κυριότερα θέματα της δουλειάς του είναι ότι συχνά η πηγή των βασάνων μας δεν βρίσκεται στον τρόπο που η ζωή βάζει εμπόδια στο δρόμο μας, αλλά στις λύσεις που υιοθετούμε μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις. Κάθε ένας από εμάς κατέχει μια ομάδα στόχων που αφορά σε διαφορετικές πλευρές της ζωής μας. Η επιλογή μας γι’ αυτούς τους στόχους, σύμφωνα με τον Adler, δομείται από έναν υψηλότερο στόχο που αποκαλεί τον ιδανικό μας εαυτό.

Αυτός αναπαριστά τον ιδανικό τύπο ανθρώπου που θα θέλαμε να γίνουμε και η διαμόρφωσή του ξεκινά ήδη από την παιδική ηλικία. «Πώς μπορούμε να βρούμε τη θέση μας στον κόσμο με τον καλύτερο τρόπο», αναρωτιόμαστε και η απάντηση που δίνουμε σε αυτή την ερώτηση διαμορφώνει τον ιδανικό μας εαυτό. Ο ιδανικός μας εαυτός με άλλα λόγια διαμορφώνει την πορεία που θα πάρουμε στη ζωή.

Ο ιδανικός μας εαυτός παίζει κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξή μας ως προς το ότι επηρεάζει επίσης την «προσπάθειά μας για υπεροχή». Ο Adler εδώ αντικαθιστά τον όρο «τελειότητα» με τον όρο «ανωτερότητα/ υπεροχή». Η «προσπάθεια για υπεροχή» είναι το θεμελιώδες κίνητρο πίσω από την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, ωθούμαστε να βελτιώσουμε το αντιλαμβανόμενο στάτους στη ζωή μας, να αποκτήσουμε μια πιο πλεονεκτική θέση. Αν και η προσπάθειά μας για υπεροχή είναι έμφυτη, οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις αυτή της πάλης καθορίζονται από το περιεχόμενο του ιδανικού μας εαυτού. Παλεύουμε για υπεροχή, με άλλα λόγια, προσπαθούμε να εκπληρώσουμε τον ιδανικό εαυτό.

Διαβάστε επίσης: Alfred Adler: Η συμβολή του στην επιστήμη της ψυχολογίας

Καθώς προχωράμε στη ζωή, μαθαίνουμε ποιες συμπεριφορές και μοτίβα σκέψεων μπορούν να μας φέρουν κοντά στον ιδανικό εαυτό και ποια μας εμποδίζουν. Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, αναπτύσσουμε αυτό που ο Adler αποκαλεί τρόπο ζωής: μια σειρά υποκειμενικών άρρητων κατευθυντήριων οδηγιών που οι άνθρωποι αναπτύσσουν. Ο Adler ήταν κατηγορηματικός ως προς το ότι δεν μπορούμε a priori να κρίνουμε έναν τρόπο ζωής ως υγιεινό ή ανθυγιεινό, φυσιολογικό ή μη.

Τα «αδύναμα σημεία» του τρόπου ζωής μας αποσυντονίζουν στην επιδίωξη της υπεροχής και πυροδοτούν συναισθήματα κατωτερότητας. Τα αισθήματα κατωτερότητας βασίζονται στις υποκειμενικές αξιολογήσεις που κάνουμε για τον εαυτό μας ή τα συμπεράσματα που βγάζουμε σε σχέση με την ικανότητά μας να φτάσουμε τους στόχους μας.

Τα συναισθήματα κατωτερότητας συχνά πυροδοτούνται από «αντικειμενικά» μετρήσιμα κριτήρια, κοινωνικές νόρμες ή φυσικά κριτήρια. Για παράδειγμα, μπορεί να νιώθουμε κατώτεροι σε σχέση με τη δύναμη ή το ύψος μας, τα χρήματα που κερδίζουμε ή το επίπεδο δεξιοτήτων που έχουμε. Η αντικειμενική κατωτερότητα μας κάνει να νιώθουμε άσχημα μόνο αν κατά κάποιο τρόπο θεωρείται σημαντική στην προσπάθειά μας για επίτευξη υπεροχής.

Ο τρόπος που αντιδράμε και προσαρμοζόμαστε στα αισθήματα κατωτερότητας επιδρά κατά πολύ στην ψυχική μας υγεία και στη συνολική ποιότητα ζωής μας. Ο Adler θεωρούσε ότι υπάρχουν δύο κύριοι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα συναισθήματα κατωτερότητας. Είτε τα βλέπουν ως συνθήκες που τα παράγουν ως προκλήσεις που χρειάζεται να αντιμετωπιστούν και έτσι χρησιμοποιούν τους μηχανισμούς αντιμετώπισης, είτε τα θεωρούν ως προβλήματα που χρειάζεται να αποφευχθούν και έτσι καταφεύγουν σε μηχανισμούς άμυνας και απώθησης.

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε