Ο καλύτερος τρόπος να ελέγχετε το σημείο εστίασης είναι μέσα από τη δύναμη των ερωτήσεων. Ξέρετε ότι μια σωστή ερώτηση μπορεί να σώσει τη ζωή σας; Μια τέτοια ερώτηση έσωσε τη ζωή του Στανισλάβσκι Λεχ. Μια νύχτα όρμησαν σπίτι του οι Ναζί και πήραν αυτόν και την οικογένειά του σε ένα στρατόπεδο θανάτου στην Κρακοβία. Δολοφόνησαν την οικογένειά του μπροστά στα μάτια του.

Εξαντλημένος, απόλυτα δυστυχισμένος και στα όρια της λιμοκτονίας, δούλευε από τα χαράματα μέχρι το βράδυ στα καταναγκαστικά έργα μαζί με τους άλλους αιχμαλώτους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Πώς μπορεί κάποιος να επιβιώσει από τέτοια φρίκη; Παραδόξως, συνέχισε. Μια μέρα κοίταξε τον εφιάλτη γύρω του και αποφάσισε ότι αν έμενε εκεί έστω και μια μέρα ακόμα, θα πέθαινε. Αποφάσισε ότι έπρεπε να δραπετεύσει. Και το κυριότερο, πίστεψε ότι παρόλο που κανείς δεν το είχε επιχειρήσει πριν από αυτόν, μάλλον υπήρχε κάποιος τρόπος.

Αντί να σκέφτεται πώς θα επιβιώσει, έκανε την εξής ερώτηση: «Πώς μπορούμε να δραπετεύσουμε από αυτό το φριχτό μέρος;». Η απάντηση που έλαβε από όλους ήταν η ίδια. «Μην είσαι ανόητος! Δεν υπάρχει τρόπος. Με τέτοιες ερωτήσεις απλώς βασανίζεις την ψυχή σου». Όμως εκείνος δεν δεχόταν αυτή την απάντηση. Συνέχισε να αναρωτιέται: «Πώς μπορώ να το κάνω; Σίγουρα θα υπάρχει τρόπος. Πώς μπορώ να φύγω από εδώ;».

Μια μέρα του ήρθε η απάντηση. Ο Λεχ μύρισε σαπισμένη σάρκα λίγα μέτρα από το σημείο που δούλευε: ήταν τα πτώματα αντρών, γυναικών και παιδιών που είχαν πεθάνει στους θαλάμους αερίων και βρίσκονταν στοιβαγμένα στην καρότσα ενός φορτηγού. Αντί να ρωτήσει «Πώς επιτρέπει ο Θεός να συμβαίνει μια τέτοια φρίκη;», αναρωτήθηκε: «Πώς μπορώ να εκμεταλλευτώ αυτό το γεγονός για να δραπετεύσω;».

Καθώς ο ήλιος έδυε και οι αιχμάλωτοι έφευγαν για τους κοιτώνες, γδύθηκε και κρύφτηκε γυμνός μέσα στον σωρό των πτωμάτων την ώρα που δεν έβλεπε κανείς. Παριστάνοντας τον νεκρό, περίμενε με την εμετική μυρωδιά του θανάτου γύρω του, κάτω από το βάρος των πτωμάτων που τον πλάκωναν. Κάποια στιγμή, άκουσε το φορτηγό να ξεκινάει. Μετά από λίγο η καρότσα άδειασε τα πτώματα σε έναν ανοιχτό τάφο. Περίμενε λίγο μέχρι να βεβαιωθεί πως είχαν φύγει όλοι και τότε έτρεξε – γυμνός – τα 50 χιλιόμετρα προς την ελευθερία.

Ποια ήταν η διαφορά ανάμεσα στην πίστη του Στανισλάβσκι Λεχ και σε αυτή των εκατομμυρίων που πέθαναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Σαφώς υπήρχαν πολλοί παράγοντες, αλλά η διαφορά είναι ότι αυτός έκανε μια διαφορετική ερώτηση. Μια ερώτηση που επαναλάμβανε διαρκώς, σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα έπαιρνε την απάντηση.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Anthony Robbins “Όλα όσα θέλω να πω στους φίλους μου” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα – Photo: Author/Depositphotos

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε