Θέλετε να βελτιώσετε την ικανότητά σας να «διαβάζετε» τη γλώσσα του σώματος και να αποκτήσετε περισσότερες δεξιότητες στη μη λεκτική επικοινωνία; Αν ναι, χρειάζεται να προσέξετε κάποια βασικά σημεία:

1. Η γλώσσα του σώματος δεν είναι «γλώσσα»: Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει λεξικό για τη μη λεκτική επικοινωνία. Γενικά, η σημασία ενός συγκεκριμένου μη λεκτικού στοιχείου – όπως μια συγκεκριμένη χειρονομία, κίνηση των ματιών ή φωνητικό τόνο – μπορεί να εξαρτάται από το πλαίσιο, τα άτομα που εμπλέκονται και τη σχέση τους.

Ένα συγκεκριμένο στοιχείο δεν σημαίνει και κάτι συγκεκριμένο. Για παράδειγμα, μόνο και μόνο επειδή κάποιος έχει σταυρωμένα τα χέρια (ή πόδια), δεν σημαίνει ότι έχει αμυντική στάση. Θα μπορούσε να κρυώνει ή να αποτελεί ένα προσωπικό στυλ. Μπορεί να μη σχετίζεται καθόλου με εσάς. Μελετήστε μια σειρά παραγόντων και μην βγάζετε βιαστικά συμπεράσματα.

2. Χρειάζεται εξάσκηση: Τόσο η ακριβής αποστολή, όσο και η λήψη μη λεκτικών μηνυμάτων αποτελούν δεξιότητες που μαθαίνονται δύσκολα – αλλά μπορούν να μαθευτούν και να αναπτυχθούν. Χρειάζεται σκληρή δουλειά και πολύ εξάσκηση.

3. Η ανατροφοδότηση είναι κρίσιμης σημασίας: Δεν μπορούμε να βελτιωθούμε στη μη λεκτική επικοινωνία χωρίς να λάβουμε ανατροφοδότηση – τόσο για την ακρίβεια της ερμηνείας των μηνυμάτων που σας στέλνουν οι άλλοι, όσο και για την αξιολόγηση της επίδρασης που έχουν τα δικά σας μη λεκτικά μηνύματα.

4. Οι μη λεκτικές δεξιότητες συσχετίζονται: Αν εργαστείτε για να βελτιώσετε την ακρίβεια των μη λεκτικών μηνυμάτων σας, θα αρχίσετε να γίνεστε καλύτεροι στο να διαβάζετε τα μη λεκτικά σημεία και των άλλων. Γι’ άλλη μια φορά, η εξάσκηση βοηθά στη βελτίωση δεξιοτήτων στη μη λεκτική επικοινωνία.

5. Είναι σχεδόν αδύνατο να εντοπίσουμε την εξαπάτηση: Υπάρχει μια γενική πεποίθηση ότι υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που μαρτυρούν πότε κάποιος ψεύδεται. Για παράδειγμα, ότι ένας ψεύτης φαίνεται νευρικός ή ότι δεν μπορεί να μας αντικρίσει στα μάτια. Αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να εντοπίσουμε με ακρίβεια ψέματα απλά και μόνο μέσω της γλώσσας του σώματος. Γιατί;

Αρχικά, γιατί όσοι ψεύδονται προσπαθούν να αποφύγουν τα στερεοτυπικά αυτά σημάδια. Για παράδειγμα, σε μία έρευνα βρέθηκε ότι όσοι ψεύδονται επιτυγχάνουν περισσότερη οπτική επαφή, για να μην «καρφωθούν». Επίσης, οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς το βαθμό ελέγχου της γλώσσας του σώματός τους. Επομένως, μπορούμε να εντοπίσουμε κάποιους που δυσκολεύονται να γίνουν πειστικοί, ενώ άλλοι είναι σχεδόν αδύνατο να τους αντιληφθούμε. Μια καλύτερη στρατηγική για να εντοπίσουμε το ψέμα περιλαμβάνει την εστίαση σε λεκτικά στοιχεία• να κρίνουμε δηλαδή την εγκυρότητα της ιστορίας κάποιου.

Photo: Author/Depositphotos

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε