Την έχεις γνωρίσει. Σου χτύπησε τη πόρτα ξαφνικά μια μέρα όπως όλες τις άλλες. Της άνοιξες την πόρτα και αμήχανα, χωρίς άμυνες, την άφησες να καθίσει στο πλάι σου. Πάλεψες μαζί της. Σιχάθηκες να τη βλέπεις εκεί στο πλευρό σου.

Της μίλησες πολλές φορές γι’ αυτή την άδεια καρέκλα που βρήκε στο πλάι σου, μα αυτή σιωπηλά δεν έβγαλε λέξη. Περνούσαν οι ώρες κι μέρες. Περνούσαν οι εποχές μα αυτή στο πλευρό σου. Κάθε που πήγαινες να ξεχάσεις για λίγο την παρουσία της, το βράδυ την έβλεπες και πάλι στο πλάι σου.

Την έκρυψες καλά. Προσπάθησες αμέτρητες φορές να τη διώξεις. Πότε αλλάζοντας συνήθειες, πότε αλλάζοντας ζωή. Μα ό,τι κι αν έκανες, δεν μπόρεσες ποτέ να νικήσεις. Ξεκίνησες να συνηθίζεις στην ιδέα να είναι εκεί στη ζωή σου. Έμαθες τις ώρες που είναι κοντά σου να προσπαθείς να την γνωρίσεις. Έμαθες πως μαζί της δεν χρειάζεται να είσαι κάποιος άλλος.

Έμαθες πως είναι εντάξει να κλαις κι ας είναι εκεί να σε βλέπει. Έμαθες πως μπορείς να θυμώνεις, να νιώθεις, να είσαι ό,τι αισθάνεσαι. Έμαθες πως μιλιά να σε κρίνει δεν έχει. Έμαθες πως είναι ο φίλος που έμεινε στο πλάι σου σιωπηλά σε κάθε σου χαρά και λύπη. Έμαθες σιγά-σιγά να την αγαπάς κι ας μην τη θέλησες ποτέ.

Έμαθες πως μέσα σε κάθε χαρά δεν βρήκε ποτέ καρέκλα άδεια για να καθίσει. Της είχες όμως μια άδεια μέσα στην καρδιά σου. Γιατί ήταν στο πλάι σου όταν η λύπη σου χτύπησε την πόρτα. Ήταν εκεί όταν οι άλλοι έφυγαν. Όταν στο φόβο της παρουσίας της, κανείς δεν βρήκε τη καρδιά να τη διώξει. Εκεί κατάλαβες το μέγεθος της δύναμής της.

Η μοναξιά ζει σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Δεν κάνει διακρίσεις. Δεν τη νοιάζει πόσο πλούσιος είσαι. Δεκάρα δεν δίνει. Έρχεται μια μέρα σαν όλες τις άλλες στην πόρτα σου. Σου δίνει το χρόνο να τη μισήσεις. Να την παλέψεις, να την νικήσεις. Σου δίνει το χώρο να μάθεις να ζεις μαζί της μέσα σου σε κάθε στιγμή. Σε αφήνει να την επιλέξεις κάθε που η ζωή σε ταρακουνά σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα και σου δίνει καταφύγιο να πας κοντά της σαν λαβωμένο θεριό να ξαποστάσεις.

Γίναμε άνθρωπε σ ‘αυτή τη ζωή, μονάχοι διαβάτες. Αγαπήσαμε τη σιωπή. Εκτιμήσαμε την αξία της μοναξιάς που αποφεύγαμε σαν αρρώστια. Χάσαμε ανθρώπους και κερδίσαμε μοναξιές. Χάσαμε στιγμές και γεμίσαμε σιωπές. Μα μάθαμε πως είναι επιλογή.

Επιλέγουμε τη μοναξιά έναντι στο φόβο να πληγωθούμε. Επιλέγουμε την ασφάλεια της σιωπής παρά την έκθεση των συναισθημάτων μας. Πνίξαμε μέσα μας χιλιάδες σκέψεις που πέθαναν χωρίς να γίνουν πράξεις. Αφήσαμε το φόβο να μας δείχνει τη μοναξιά. Αφήσαμε τη ζωή να περνά, για να ζούμε στο παρελθόν. Αφήσαμε εμάς, να «αγαπήσουμε» τη μοναξιά…

Χριστιάνα Παναγίδου

Συγγραφέας Χριστιάνα Παναγίδου

Θυμάμαι τον εαυτό μου απο μικρό παιδί να μην μπορεί να κρύψει την αλήθεια της ψυχής μου. Μέχρι και σήμερα προσπαθώ όσο μπορώ να μην την κρατώ μέσα μου. Οι λέξεις στο χαρτί με βοηθούν ακόμα πιο πολύ στο έργο αυτό. Σπούδασα παιδαγωγικά και ακολούθησα την καρδιά μου με μεταπτυχιακές σπουδές στην Ειδική Αγωγή. Λατρεύω τα ταξίδια, τα βράδια του Χειμώνα και τη βροχή. Αγαπώ ότι μου θυμίζει εποχές που πέρασαν κι ο κόσμος ήταν πιο απλός και πιο αγνός.

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε