Μια φορά κι έναν καιρό, που λες, υπήρχε μια κουκουβάγια εξαιρετικά μορφωμένη. «Σιγά το νέο», θα σιγομουρμουρίσεις αφού, πράγματι, οι κουκουβάγιες ανέκαθεν φημίζονταν για τη σπάνια σοφία τους. Η φίλη μας, ωστόσο – ας την ονομάσουμε Ευφροσύνη καθώς η φρόνησή της ουδέποτε την πρόδωσε – θεωρείτο ένα δυσεύρετο πλάσμα.

Στον τοίχο του σαλονιού της μπορούσες να διακρίνεις τη συλλογή των αναρίθμητων πτυχίων της και, συνεπώς, αντιλαμβανόσουν ευθύς αμέσως το υψηλό επίπεδο και την εκλεπτυσμένη της φύση. Περπατούσε πάντα καμαρωτά, τόσο καμαρωτά που θα ορκιζόσουν πως ένα φεγγάρι την είχες πιάσει να γέρνει προς τα πίσω και να σωριάζεται φαρδιά πλατιά στο έδαφος. Μα όχι, σίγουρα τα μάτια σου θα σε είχαν ξεγελάσει τότε αφού η Ευφροσύνη μας ουδέποτε έπεφτε, μονάχα πορευόταν σταθερά μπροστά. Μπροστά και θριαμβευτικά.

Η φίλη μας είχε βεβαίως απόλυτη συναίσθηση της καλλιέργειάς της. Στις κοσμικές εμφανίσεις επέλεγε επώνυμα ρούχα. Εξάλλου, η υψηλή ραπτική συμπορευόταν άψογα με τη λεπτή αισθητική της. Τα κασμιρένια κασκόλ της τα λάτρευε σαν παιδιά της. Κοσμούσαν, βλέπεις, τον λαιμό της με στυλ και προκαλούσαν τον θαυμασμό των ενοίκων του δάσους.

Η Ευφροσύνη συνήθιζε να δυσφορεί με τη μετριότητα των υφισταμένων της κι εξέφραζε την οργή της προς αυτούς με ένα σωρό καψώνια. Με τους σερβιτόρους δεν τα έβρισκε αφού απεχθανόταν την κωλυσιεργία και την αδιανόητη εμμονή τους να διατηρούν κατά γράμμα τη σειρά εξυπηρέτησης των πελατών.

Στο δρόμο η κουκουβάγια μας δεν φημιζόταν τόσο για την υπομονή της όσο για τις χειρονομίες και τις βλασφημίες που γενναιόδωρα μοίραζε στους υπόλοιπους οδηγούς. Στις παρέες άναβε το τσιγαράκι της με χάρη. Τη βοηθούσε να χαλαρώσει ή τουλάχιστον αυτό ισχυριζόταν για να λουστράρει κάπως τον ενοχλητικό εθισμό της.

Όταν οι γύρω της ξερόβηχαν από τον καπνό, δεν πολυσκοτιζόταν. Ας έβγαιναν στο μπαλκόνι να πάρουν τον αέρα τους κι ας την άφηναν επιτέλους στην ησυχία της, αγκαλιά με τα τρία διδακτορικά και τη νικοτίνη της. Η κουκουβάγια μας πολλά κολλητιλίκια δεν διατηρούσε με τ’ άλλα ζώα του δάσους. Τ’ αξιολογούσε ως ανόητα κι απλοϊκά ή, αντιθέτως, υπερβολικά πολύπλοκα και καλλιτεχνικά.

Ένα βράδυ, ωστόσο, η μοναξιά χτύπησε την πόρτα της Ευφροσύνης. Παραξενεύτηκε αρκετά καθώς ανέκαθεν διατυμπάνιζε στους γνωστούς της πως καλύτερη παρεούλα από την αφεντιά της δεν βρήκε ποτέ σε ολόκληρο το σύμπαν. «Κάπου κάπου ενδεχομένως ακόμη κι οι σοφοί να επιζητούν τη συντροφιά», μονολόγησε στριφογυρίζοντας ανήσυχη στο κρεβάτι της.

Αδυνατούσε όμως να κλείσει μάτι κι έτσι κάποτε το πήρε απόφαση. Φόρεσε τη χρυσή της ρόμπα και βγήκε από την πολυτελή της οικία. Λίγα λεπτά αργότερα περπατούσε πάνω κάτω στην αμμουδιά. Τελικά ξαπόστασε σ’ έναν βράχο κι απόλαυσε εκεί το τσιγάρο της.

Έπειτα ξεφορτώθηκε τη γόπα της στα νερά της θάλασσας. Την ίδια στιγμή άκουσε τον άγαρμπο βήχα ενός αγνώστου. Στράφηκε προς το μέρος του ήχου κι αντίκρισε μπροστά της ένα γουρούνι. «Οικολογική συνείδηση φίλη μου, οικολογική συνείδηση. Ο πλανήτης είμαστε εμείς, μην το λησμονείς», της είπε το λασπωμένο πλάσμα χαμογελώντάς της.

Η κουκουβάγια επεχείρησε ν’ αφοπλίσει τον εισβολέα με την αγέρωχη ματιά της και τον σαρκασμό στη φωνή. «Δεν θα μάθω τρόπους από έναν άξεστο σαν και του λόγου σου» του απάντησε ξερά. Το γουρούνι καθόλου δεν προσεβλήθη από το σχόλιο της Ευφροσύνης. Τουναντίον, μάλιστα. Κάθισε δίπλα της, της χάιδεψε τρυφερά την πλάτη και της ψιθύρισε:

«Μαθητές και δάσκαλοι είμαστε όλοι, δεν συμφωνείς; Και το ταξίδι μας απαιτεί συντροφιά, ποικιλία στο χρώμα κι ανοιχτό ορίζοντα για να έχει γούστο». Γιατί, τελικά, η παιδεία δεν ισοδυναμεί με τους τίτλους σπουδών μας, τα κομψά υφάσματα και το βαρύγδουπο λεξιλόγιο. Η παιδεία δεν συνίσταται στην αίσθηση μεγαλείου, στο κανάκεμα του εγώ μας, στα περιφρονητικά βλέμματα που εκτοξεύουμε σε όσους δε συνάδουν με την κουλτούρα, τη σοβαρότητα και τα διπλώματά μας.

Η παιδεία δεν ταυτίζεται με τα βιβλία που διαβάσαμε, αν αυτά απλώς γέμισαν τα ράφια μας και δεν έλαβαν τον χώρο που τους αναλογούσε στην καρδιά μας. Παιδεία δεν είναι τα ακριβά εστιατόρια, τα κοσμικά μπαρ κι οι ισχυροί τύποι που συναναστρέφομαστε. Η παιδεία ουδόλως σχετίζεται με όσα συμπλέγματα κατωτερότητας μας ωθούν να φοράμε ως ασπίδα μας τα πτυχία και ν’ αποκρούουμε με κλειστά αυτιά τη διαφορετικότητα.

Οι άνθρωποι με αληθινή παιδεία μας κέρασαν κάποτε κρασί και κάθισαν στο τραπέζι μας. Υπήρξαν απλοί και μας ώθησαν ν’ αγαπήσουμε την ύπαρξή μας για τη βροχή και τα ουράνια τόξα της.  Οι άνθρωποι με παιδεία δεν μας νουθετούν, δεν μας μαλώνουν, δεν μετρούν τις παραλείψεις μας και δεν μας στοχοποιούν για τα λάθη μας.

Αποφεύγουν να μας επιδεικνύουν τον ίσιο δρόμο. Τουναντίον περπατούν δίπλα μας, στις ανηφόρες και τις κατηφόρες μας. Αποδεικνύονται μια αστείρευτη πηγή φωτός με την καταδεκτικότητα τους κι εκείνη την πνευματικότητα που διόλου έχει ανάγκη να επιβάλλει την αξία της στον περίγυρό της.

Οι άνθρωποι με αληθινή παιδεία δεν περιμένουν ράθυμα την κοινωνία ν’ αλλάξει. Πλάστηκαν ρομαντικοί και με τόλμη αγωνίζονται για τους λιγότερο προνομιούχους. Πιστεύουν, άλλωστε, βαθιά σε έναν κόσμο που δύναται ν’ αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του. Οι άνθρωποι με αληθινή παιδεία μας μιλούν για τις απεριόριστες δυνατότητές μας, μας προκαλούν ν’ αμφισβητήσουμε τις σταθερές μας, να τολμήσουμε το ανέφικτο, να ταξιδέψουμε πέρα από τους ασφαλείς μας ορίζοντες, να ζήσουμε με καλοσύνη προτού οριστικά χαθούμε.

Δεν είναι ζηλόφθονες. Αντίθετα, εύχονται να περπατήσουμε σε χρυσές αμμουδιές και θερμοπαρακαλούν τ’ αστέρια να εκπληρώσουν έναν έναν τους πόθους μας.
Οι άνθρωποι με αληθινή παιδεία συγχωρούν. Γνωρίζουν άλλωστε καλά πως οποιαδήποτε δυσλειτουργική συμπεριφορά μας αποτελεί απόρροια προσωπικών μας εσωτερικών συγκρούσεων που καθρεφτίζονται άτσαλα στο περιβάλλον μας.

Μια φορά κι έναν καιρό, οι άνθρωποι με αληθινή παιδεία μας ενθάρρυναν να μην προδώσουμε το όνειρο, να μην πουλήσουμε φτηνά τη χρυσόσκονη του παραμυθιού μας. Κι εμείς από τότε γράφουμε για αυτούς. Για τα καλοκαίρια και την ανοιχτή καρδιά τους. Για το αβίαστο γέλιο και την ανεπιτήδευτη ομορφιά τους. Για τη μαγική τους δύναμη να μεταμορφώνουν τη ζωή μας με τρόπους που ουδέποτε θα υποψιαστούν.

Και τους ευχαριστούμε. Για τον Αύγουστο με το καρπούζι στο μπαλκόνι και για τα κουκούτσια της ψυχής μας που σεβάστηκαν. Για τους μακρινούς περιπάτους και τις σπουδαίες συζητήσεις. Για κάθε πόρτα του μυαλού μας που άνοιξαν και για τη ζεστή αγκαλιά τους που μας λύτρωσε από τους πιο σκοτεινούς εφιάλτες μας.

Photo: Author/Depositphotos

Συγγραφέας Κατερίνα Τσιτούρα

Είμαι απόφοιτος της Ελληνικής Φιλολογίας με ειδίκευση στη Γλωσσολογία.Το 2017 εξέδωσα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το πρώτο μου βιβλίο, ένα παραμύθι για ενήλικες με τίτλο «Η Καθρεφτούπολη». Λατρεύω να παρατηρώ τους ανθρώπους. Κι έτσι γράφω. Για να τους κατανοήσω λίγο περισσότερο. Για να διηγηθώ μια ιστορία.Τη δική τους, τη δική μου ή εκείνη που θα μπορούσε να εκτυλιχτεί σ’ έναν κόσμο όπου οι λέξεις νικούν τον χρόνο.

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε