Ο γενναίος ραφτάκος | Μπάμπης Δρακόπουλος

Περπατούσα στους πλακόστρωτους δρόμους του Παρισιού, πλάι στο ποτάμι. Η ώρα ήταν περασμένη, είχε νυχτώσει και αραιή ομίχλη σχηματιζόταν στην επιφάνεια του νερού που

Ο γενναίος ραφτάκος

Περπατούσα στους πλακόστρωτους δρόμους του Παρισιού, πλάι στο ποτάμι. Η ώρα ήταν περασμένη, είχε νυχτώσει και αραιή ομίχλη σχηματιζόταν στην επιφάνεια του νερού που κυλούσε νωχελικά στην κοίτη. Σκεφτόμουν ακόμα μία φορά το παρελθόν μου.

Κατάφερα να ξεφύγω από την Πόλη μα και από τα νύχια της στρίγγλας που είχα ως γιαγιά λίγο μετά τον θάνατο του παππού. Αυτός ήταν το πρότυπό μου. Αυτός μου έμαθε την τέχνη του ράφτη. Αυτός μου έλεγε όλες εκείνες τις απίστευτες ιστορίες. Αυτός, που ενώ εγώ τον νόμιζα πολυταξιδεμένο, δεν το είχε κουνήσει ρούπι από το κονάκι του. Με αγαπούσε όμως και φρόντισε να με εξοπλίσει καλά.

Μπάρκαρα στο πρώτο ελληνικό καράβι που βρήκα. Έπρεπε να ξεφύγω. Πνιγόμουν. Ένα δισάκι στον ώμο με τα λιγοστά υπάρχοντά μου και τα σύνεργα ραπτικής του παππού, αρκούσαν. Το ναύλο το πλήρωσα με τα γρόσια που μάζεψα με πολλούς κόπους και τα φυλούσα πίσω από το ντουλάπι της κουζίνας, σε μια κρύπτη που μου έφτιαξε εκείνος. Πιάσαμε Πειραιά μα δεν κατέβηκα. Μετά Μασσαλία. Με άμαξα έφτασα στο Παρίσι, μόνος, χωρίς να ξέρω καν τη γλώσσα. Ένας πατριώτης μου σύστησε ένα εστιατόριο που το ΄χε δικός μας κάπου στο κέντρο, μα δεν ήξερε που. Έφτυσα αίμα μα το βρήκα. Δυο μέρες νηστικός περιδιάβαινα. Με μάζεψε ο Χρόνης, ο εστιάτορας. Μου έταξε και δουλειά, λάντζα. Δεν είχα επιλογή. Όμως ο καημός μου, το ράψιμο, έκαιγε τα σωθικά μου. Μια στις δεκαπέντε είχα ρεπό το απόγευμα. Βολτάροντας στη γειτονιά, έπεσα πάνω σε ένα περιποιημένο διώροφο. Ένας μπάρμπας διαπληκτιζόταν με μια πελάτισσα. Την έλουζε με γαλλικές βρισιές κι αυτή του απαντούσε στο ίδιο μοτίβο. Πλησίασα, περισσότερο διότι στις βιτρίνες του μαγαζιού διέκρινα σχέδια και υφάσματα.

Η γυναίκα αποχώρησε μουρμουρίζοντας, ενώ εγώ χάζευα τα πολύπλοκα σχέδια. Ένας κόσμος νέος απλωνόταν εμπρός μου. Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο μεράκι σε ρούχο παρεκτός στα επίσημα ενδύματα της Σουλτάνας πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Πολύ έμοιαζαν με τα εξωτικά ρούχα που ο πάππος μου ισχυριζόταν ότι έφτιαχνε για πριγκίπισσες. Ο μεσήλικας, ασπρομάλλης με το περιποιημένο κοντό γενάκι κάτι με ρώτησε. Δεν κατάλαβα γρυ. Μου έκανε νόημα τι θέλω και κοιτάω σα χάνος. Του απάντησα με νοήματα ότι ράβω. Με έκοψε από πάνω μέχρι κάτω. Μάλλον του άρεσε αυτό που είδε. Ήμουν λεπτός, στεγνός θα έλεγε κανείς, όχι πρώτο μπόι, με όλα μου τα μαλλιά στο κεφάλι, μαύρα κι αχτένιστα. Το αδρό χνούδι στα μούτρα μου φρόντιζα να το αφαιρώ με ξυράφι γιατί μου την έδινε όπως έβγαινε, σπανό και χέρσο.

Με κάλεσε μέσα στο μαγαζί. Χάζεψα. Δεν είχα ξαναδεί τόσο ακριβά υφάσματα μαζεμένα. Το χέρι μου, σαν αυτόματο, απλώθηκε κι άγγιξε κάποια. Η υφή ήταν ακόμα καλύτερη από την όψη. Ο άντρας με νοήματα με οδήγησε στο πίσω μέρος. Μου έδωσε ένα τόπι μαβί μετάξι και μου έδειξε πού να κάτσω. Αμέσως έπιασα τα σύνεργα εμπρός μου. Μόνο που δε δάκρυσα. Μου έδειξε με νοήματα ότι ήθελε να του φτιάξω ένα γυναικείο φόρεμα. Μου μόστραρε κι ένα χαρτί με σχέδιο. Δεν έχασα καιρό. Μεγάλη λαχτάρα την είχα την ραπτική. Και τα χέρια μου έπιαναν.

Κόντευε να ξημερώσει, μα δεν είχα καταλάβει πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα. Εμπρός μου είχα έτοιμο ένα φόρεμα που θα ζήλευε κι η βασίλισσα. Δεν ακολούθησα καν το σχέδιο. Έκανα του κεφαλιού μου. Ο μπάρμπας, που στο μεταξύ τον είχε πάρει ο ύπνος, σηκώθηκε αφού τον σκούντησα. Πήρε στα χέρια του το δημιούργημά μου. Μόνο που δε με αγκάλιασε. Άρχισε να με ρωτά διάφορα σε διάφορες γλώσσες. Με το που έπιασε τα ελληνικά, αποκρίθηκα. Χαμογέλασε. Μου είπε ότι με παίρνει για ράφτη. Το ποσό της αμοιβής μου χρειάστηκε να το επαναλάβει δυο και τρεις φορές. Τόσο ψηλό ήταν.

Να μην τα πολυλογώ, ο Λούης ο Βουητός, έτσι τον έλεγαν, με πήρε στο μαγαζί του. Έκαμνε χρυσές δουλειές, είχε πιάσει την καλή Λονδίνο και Νέα Υόρκη μεριά. Κι εγώ του έραβα τα σχέδια που έφτιαχνε στο χαρτί. Καμιά φορά τα παράλλαζα. Με καλόβλεπε ο μπάρμπας. Δε μου ‘χε ξεφύγει ότι το κατώφλι της κάμαράς του το περιδιάβαιναν ένα σωρό ομορφάντρες, αλλά εγώ δεν το ‘χα κάτι τέτοιο. Αντίθετα είχα γίνει τακτικός πελάτης των περίφημων γαλλικών μπορντέλων. Το αίμα μου έβραζε. Με το μισθό μου, είχα πάει ακόμα και στο ροζ Μουλένι. Βέβαια δεν ξεχνούσα και τον πατριώτη που μου στάθηκε στα δύσκολα. Συχνά πυκνά έτρωγα στο μαγαζί του.

Μέχρι που μια βραδιά, φέσι από το αψέντι, μπήκα σε ένα νέο μαγαζί. Υποσχόταν εξωτικές απολαύσεις. Εκεί γνώρισα μια μαργιόλα μάγισσα. Όνομα και πράμα. Μάσιγγα τη λέγανε. Ήταν δεν ήταν δεκαοχτώ και δούλευε στο μαγαζί μια φορά κάθε δυο μήνες. Πανάκριβη πανάθεμά τη, όμως το πιοτό μου είχε σαλέψει τα λογικά. Με το που την είδα από μακριά ήθελα να την κάνω δικιά μου. Το κόστος ήταν παραπάνω από ένα μηνιάτικο μα δε χαμπάριαζα. Μπήκα στο δωμάτιο, γδύθηκα και την περίμενα.

«Αλλό», μου είπε.

«Γεια σου, κοπελιά», απάντησα στα ελληνικά, ζαλισμένος. Η θωριά της έμοιαζε με το κάτι άλλο. Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη. Τα στήθια της μικρά σαν λεμονάκια και ο πυκνός μαύρος θάμνος ανάμεσα στα πόδια της δεν διέφερε από οποιασδήποτε άλλης. όμως τα μάτια της, σα δυο κομμάτια κάρβουνο με εγκλώβισαν.

«Πατριώτη!» αναφώνησε έκπληκτη και συνάμα χαρούμενη στα ελληνικά.

Δεν πρόλαβα να αποκριθώ κι έπεσε πάνω μου, πνίγοντάς με στα φιλιά και τα χάδια. Εκείνο το βράδυ αναστέναξε ο ντουνιάς. Σχεδόν με ξέκανε. Αφού τελειώσαμε τη δουλειά, ξάπλωσε δίπλα μου και αρχίσαμε να τα λέμε.

Μου είπε ότι ο πατέρας της είχε πολλά λεφτά και ζούσε στην Καλκούτα στις Ινδίες. Την έστειλε εσώκλειστη στο Παρίσι για να λάβει μόρφωση ώστε να παντρευτεί έναν γερολόρδο με πολύ παρά, τον Πλούμσιουμ. Τον Πλούσιο. Όμως δεν άντεχε κλεισμένη. Μια φορά κάθε δυο μήνες είχε έξοδο και φρόντιζε να απολαμβάνει κάθε ηδονή. Εμένα δε με πείραζε. Μόνο που συνειδητοποίησα ότι το σχέδιο πάνω στο οποίο δούλευα τον τελευταίο καιρό ήταν παραγγελία από τον μέλλοντα γαμπρό. Ήταν το νυφικό της και πολύ με δυσκόλευε. Δεν είχα μέτρα και αυτό ήταν μέρος της πρόκλησης που μου έθεσε ο Βουητός. Και να, η νύφη, εμπρός μου όπως τη γέννησε η μάνα της και κάθε άλλο παρά παρθένα.

Ξαφνικά την πήραν τα δάκρυα. Δεν ήθελε να παντρευτεί τον γέρο. Είχε κάτι περίεργο. Τον φοβόταν.

«Τι περισσότερο μπορεί να σου κάνει, Μάσιγγα;» ρώτησα αποχαυνωμένος.

«Πολλά, Γιωργή», ψιθύρισε λάγνα στ’ αυτί μου. «Έχει ένα σωρό υπηρέτριες και σίγουρα τις παίρνει όλες, αλλά δε με πειράζει. Άλλο είναι το θέμα. Βραδιές με πανσέληνο γίνεται σκύλος. Το είδα με τα μάτια μου μια βραδιά που με φιλοξένησε έξω από το Λονδίνο. Δεν είχα ύπνο και τριγύριζα μπας και βρω ένα αποκούμπι. Ήταν στην κουζίνα. Έπαιρνε την τροφαντή μαγείρισσα στο τραπέζι, σαν σάτυρος. Όταν το φεγγάρι μεσουράνησε, το κεφάλι του άλλαξε. Πήρε μορφή σκύλου και την κατασπάραξε», ολοκλήρωσε τρέμοντας. Με αγκάλιασε. «Κανείς δεν θα το πιστέψει. Πρέπει να με σώσεις».

Εγώ είχα ακούσει για σκυλοκέφαλους από τον παππού μου, αλλά τα νόμιζα παραμύθια. Πίστευα ότι η κοπελιά δεν έστεκε και πολύ στα λογικά της, αλλά στη ζάλη του κορμιού της, της υποσχέθηκα ότι θα έκανα ότι περνούσε από το χέρι μου.

Δε δάγκωνα τη γλώσσα μου καλύτερα. Αλλά με είχε ξεκουτιάνει η μικρή. Χώρια ότι μου έταξε πως όποτε έβγαινε θα ήταν μόνο δική μου. Είχε μαζέψει εμπειρία με το τσουβάλι κι ήθελε να ηρεμήσει.

Έσπαγα το κεφάλι μου να βρω λύση. Στο μεταξύ δούλευα πολλές ώρες, αρκετές από αυτές στο νυφικό, μα μου άρεσε αυτό που έκανα. Μια βραδιά ρώτησα τον Λούη, αν ήξερε τίποτα για το θέμα. Δεν περίμενα την αντίδρασή του. Μου όρμησε, με έπιασε από το λαιμό και με στρίμωξε στον τοίχο. Δύναμη που την είχε ο άτιμος!

«Πού ξέρεις εσύ γι’ αυτό; Ποιος σου το μαρτύρησε;»

Προσπάθησα να τον ηρεμήσω. Του τα ξεφούρνισα όλα, χαρτί και καλαμάρι. Έτριψε το κούτελό του.

«Ζορζ, κάποιοι από τους πελάτες μας είναι τέτοιοι. Λυκάνθρωποι. Έτσι τους λέμε εδώ, μα όλοι πιστεύουν ότι είναι θρύλος. Κακομοίρη μου μη σου φύγει λέξη, θα μας βρούνε ψόφιους και τους δυο. Ή χειρότερα», μου είπε.

Εγώ επέμενα. Μου υποσχέθηκε ότι θα ρωτήσει τι μπορεί να γίνει. Τον Πλούμσιο δεν τον χώνευε. Αν δεν ήξερα θα έλεγα ότι γυναικοδουλειά ήταν στη μέση. Ή να πω αντροδουλειά; Πέρασε καιρός μα δεν ξαναμίλησε για το γεγονός. Στο μεταξύ όποτε η Μάσιγγα είχε έξοδο σμίγαμε. Με ρωτούσε τι θα γίνει. Την καθησύχαζα.

Ένα βράδυ ο Βουητός ήρθε στο μαγαζί αντάμα με έναν άντρα ψηλό, ξερακιανό, ντυμένο στα μαύρα, με πλατύγυρο καπέλο άραχλο. Στη ζώνη είχε περασμένο ένα σπαθί και ένα στιλέτο. Μια πιστόλα κρεμόταν στο πλάι. Μας σύστησε. Στο μεταξύ είχα μάθει τη γλώσσα τσάτρα πάτρα.

«Σόλομον Κέιν», είπε με βραχνή φωνή.

Του έσφιξα το χέρι. Περίεργος άνθρωπος. Σοβαρός, χλωμός σα φίλντισι, έμοιαζε κοσμογυρισμένος. Τα μάτια του έκαιγαν λες κι είχε πυρετό. Πουριτανός φαινόταν μα μια φλόγα τον κατέτρωγε. Του μίλησα για το βάσανό μου.

«Η κόρη ενός γνωστού χάθηκε στην έπαυλή του. Την ψάχνω, γιατί χρωστώ πολλά στον πατέρα της. Θα δω τι μπορώ να κάνω», ψιθύρισε.

Εγώ ανατρίχιασα. Δεν θα ήθελα να είμαι στα παπούτσια του Λόρδου. Τον ρώτησα για λεφτά, αλλά οργίστηκε. Είπε ότι πολεμά το κακό όπου το πετύχει και σε όλες του τις μορφές. Αμοιβή του είναι να ξέρει ότι η ανθρωπότητα κοιμάται ήσυχη. Δεν έφερα αντίρρηση. Με βόλευε κιόλας.

Τα καθέκαστα τα έμαθα από τις εφημερίδες. Κάποιος προκάλεσε τον Λόρδο Πλούμσιο σε μονομαχία. Ο Λόρδος έπεσε. Η Μάσιγγα έμεινε χήρα πριν καν παντρευτεί. Αυτή τη φορά πήγα εγώ και τη βρήκα. Ήταν όλο χαρές. Κοκορεύτηκα ότι εγώ κανόνισα να τον ξεκάνουν. Με φίλησε παθιάρικα.

Βέβαια ο πατέρας της από την Καλκούτα κάποιον θα της έβρισκε με παράδες, αλλά δε μου καιγόταν καρφί. Την ήθελα σαν τρελός. Είχε αυτή την ικανότητα, τη μια να συμπεριφέρεται σαν αθώα παιδίσκη, την άλλη να ντροπιάζει ακόμα και την πόρνη της Βαβυλώνας. Δεν ήξερα τι μου εύρισκε, μα κι αυτή δεν ξεκολλούσε.

Μέχρι που ήρθε εκείνη η νυχτιά. Η καταιγίδα μαινόταν για ώρες, όμως κατά τα μεσάνυχτα φύσηξε και τα σύννεφα άρχισαν να σκορπούν. Είχαμε ήδη κορέσει τη δίψα των κορμιών μας αρκετές φορές. Η πανσέληνος μεσουρανούσε πάνω από το Παρίσι. Το φως της πέρασε από το παράθυρο. Τη Μάσιγγα την έπιασε σύγκρυο. Άρχισε να έχει σπασμούς. Τα χρειάστηκα. Ήμουν έτοιμος να την πάω στο νοσοκομείο, όταν με μια απίστευτη δύναμη με έκανε πέρα. Έπεσα στο τοίχο και σίγουρα ράγισα ένα δυο πλευρά.

Εμπρός μου συντελέστηκε μια μεταμόρφωση την οποίο ο συχωρεμένος ο παππούς θα ήταν περήφανος να διηγείται. Όλο της το σώμα γέμισε τρίχες, χοντρές και μαύρες. Το μούτρο της άλλαξε. Έμοιαζε με σκύλου. Μόνο που δεν κατουρήθηκα από την τρομάρα μου. Μου όρμησε με σαγόνια ορθάνοιχτα να με κατασπαράξει. Το χέρι της βρήκε στο ασημένιο βαφτιστικό σταυρουδάκι που είχα φυλαχτό, πάντα μαζί μου. Σαν να την έκαψε, έκανε πίσω ουρλιάζοντας με απογοήτευση. Έδωσε έναν σάλτο και σπάζοντας το τζάμι έφυγε από το παράθυρο, παρόλο που το διαμέρισμά μου ήταν στον τρίτο όροφο.

Δεν την ξανάδα από τότε και καλύτερα. Φοβόμουν ακόμα και τον ίσκιο μου. Αργότερα έμαθα ότι ο πατέρας της μεσολάβησε και την πάντρεψε με έναν πλούσιο Γάλλο, τον Σανέλ. Ο Λούης μου τα είπε τα καθέκαστα, διότι ο άλλος ήταν αντίζηλος στη δουλειά. Μου είπε ότι για να ρίξει στάχτη, παντρεύτηκε μια Ελληνοπούλα με μεγάλη προίκα. Ότι την πήρε γκαστρωμένη μα έλεγε σε όλους ότι δικό του ήταν το παιδί. Αλλά ο Βουητός ήξερε. Παλιά ήταν εραστές.

Το παιδί γεννήθηκε. Κορίτσι ήταν και το ονόμασαν Κοκό. Φτυστή εγώ, την είδα μια φορά από μακριά, αθέατος. Ίδια μύτη, ίδια μαλλιά, ίδιο μούτρο. Η Μάσιγγα, ξελογιάστρα όπως πάντα. Ευτυχώς ποτέ δε με αναζήτησε για να ολοκληρώσει ότι άφησε μισό.

Το Παρίσι δε με σήκωνε πια. Δεν άντεχα να ζω κοντά στο δικό μου γέννημα και να μη μπορώ να το αγγίζω. Ή, πολύ περισσότερο τη μάνα. Κι ας ήταν σκύλα. Πήρα των ομματιών μου και γύρισα στην πατρίδα. Όχι στην Πόλη, Αθήνα πήγα. Μα κι εκεί λίγη παρηγοριά βρήκα. Τα πράγματα έμοιαζαν να είναι αιώνες πίσω. Αγάπησα κι αγαπήθηκα μα δε στέριωσα πουθενά. Το μόνο που μου έμεινε ήταν τα σύνεργα του παππού και το σταυρουδάκι μου.

Αποφάσισα να αφήσω τα εγκόσμια. Πήγα στο Άγιο όρος κι εκεί, στο περιβόλι της Παναγιάς, βρήκα επιτέλους τη γαλήνη.

Μπάμπης Δρακόπουλος


Το παραπάνω κείμενο ψηφίστηκε ως ένα από τα τρία καλύτερα διηγήματα του 5ου Διαγωνισμού Δημιουργικής Γραφής που διοργανώθηκε σε συνεργασία με το Harmony and Creativity. Δείτε την τελική ανακοίνωση και τα αποτελέσματα εδώ

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε