Στην ιστορία της ανθρωπότητας η ερώτηση αυτή έχει τεθεί με διαφορετικούς τρόπους και έχει λάβει έναν ανάλογο αριθμό απαντήσεων. Κι όμως, το ίδιο ερώτημα εξακολουθεί να υπάρχει.

Ως απάντηση δεν περιμένουμε βέβαια μία αναλυτική, βιοχημική, φυσική, ψυχολογική ή πολιτική περιγραφή, αλλά επιθυμούμε να λάβουμε μία εξήγηση που έχει εφαρμογή στη ζωή μας και της δίνει νόημα.

Παρ’όλα αυτά, κάτι που έχει νόημα και που είναι αληθινό και πολύτιμο για τον έναν ίσως να μην είναι για τον άλλον. Κάτι που έχει αξία σε μία χρονική περίοδο πιθανόν να μην είναι αποδεκτό σε μια άλλη.Οι ηθικές αρχές, οι απόψεις, η εκτίμηση των καταστάσεων και των πραγμάτων, διαφέρουν από κοινωνία σε κοινωνία και από εποχή σε εποχή. Και τότε, μήπως δεν έχουμε ελπίδα να βρούμε μια απάντηση;

Σύμφωνα με την παράδοση του Βουδισμού, αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα, δεν είναι παρά μία αντανάκλαση της δικής μας εμπειρίας. Για τον Ινδουισμό είναι μία ψευδαίσθηση: «Μάγια», η αντανάκλαση του υπερβατικού.

Στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή, ο Απόστολος Παύλος αναφέρει ότι «βλέπομεν γαρ άρτι δι’εσόπτρου εν αινίγματι…» «άρτι γινώσκω εκ μέρους…» «τώρα, δηλαδή, βλέπουμε σαν μέσα από έναν μεταλλικό καθρέφτη αμυδρά…» «τώρα γνωρίζω ένα μέρος…»

Διαφορετικές σχολές και φιλοσοφίες καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: αυτό που γνωρίζουμε και αποκαλούμε πραγματικότητα, δεν είναι η απόλυτη ούτε η ολοκληρωτική αλήθεια. Βλέπουμε μόνο αυτό που η δική μας αντίληψη μας επιτρέπει να δούμε.

Η κατανόηση της πραγματικότητας εξαρτάται από το πόσο διευρυμένη ή περιορισμένη είναι η αντίληψή μας.

Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι είναι άπειρες οι ερμηνείες που διαιωνίζονται στον κόσμο από τη στιγμή που το κάθε άτομο προσεγγίζει την αλήθεια σύμφωνα με τη δική του εμπειρία ή βασιζόμενο στο επίπεδο αυτών που απευθύνεται.

Όμως, τότε, ποιο είναι το νόημα; Μοιάζει με ένα τέχνασμα, έτσι δεν είναι;

Είναι ακριβώς αυτό που οι μυστικιστές έχουν αναφέρει μέσα στους αιώνες: είναι όλο μια μεγάλη σκευωρία, ένα παιχνίδι, μία θεϊκή ενασχόληση.

Στα Σανσκριτικά υπάρχει μία λέξη γι’αυτό: «Λίλα», το υπέρτατο παιχνίδι. Καθώς είμαστε μέρος της Λίλα, η συνειδητότητά μας μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε οποιονδήποτε στόχο, πρόθεση ή νόημα μας φέρνει πλησιέστερα σε αυτό που πραγματικά είμαστε, προσεγγίζοντας τα πράγματα πάντα με αγάπη προς τον εαυτό μας, τον κόσμο και τους άλλους. Η αγάπη είναι το μέσο που μας κάνει να ερχόμαστε εγγύτερα στο δημιουργό του παιχνιδιού, αλλά και στη δική μας ελευθερία.

Σύμφωνα μ’αυτή την άποψη, αντιληπτό ή μη, το οτιδήποτε αποτελεί μέρος ενός μεγάλου χορού. Είναι «ο χορός του Σίβα», όπως ονομάζεται στον Σιβαϊσμό και σύμφωνα με την ινδική παράδοση, όπου η δημιουργία, η διατήρηση και η καταστροφή του κόσμου προχωρούν χέρι με χέρι ως την αιωνιότητα.

Καθετί που υπάρχει αποτελεί εκδήλωση της αιώνιας «Σάκτι», της πρωταρχικής ενέργειας, γνωστής και ως η τιμώμενη σύντροφος του θεού Σίβα. Η Σάκτι, ξετυλίγεται με τρόπο που προσαρμόζει ολόκληρη τη δημιουργία μέσα της, ενώ ταυτόχρονα συγκεντρώνει και απορροφάει ό,τι έχει δημιουργηθεί.

Το ανθρώπινο πνεύμα έχει τη δυνατότητα να ζήσει αιώνια δίχως να επαναπορροφηθεί, ή όπως αναφέρει ο Καστανέντα στο βιβλίο του «Το Δώρο του Αετού», να μη γίνει τροφή για τον Αετό.

Έχοντας επίγνωση του θεϊκού παιχνιδιού μπορούμε μια μέρα να το υπερβούμε, να πάψουμε να είμαστε απλώς ένα πιόνι μέσα στο παιχνίδι και να γίνουμε συνειδητοί, ελεύθεροι και υπεύθυνοι παίκτες.

Αλλά, ποιος είναι ο σκοπός αυτού του παιχνιδιού;

Κατά κύριο λόγο, είναι όμοιος με αυτόν που έχει κάθε ευφυές παιχνίδι και ο οποίος δεν είναι άλλος από τη διασκέδαση, την απόλαυση και την ευχαρίστηση. Ο δε θεμελιώδης στόχος του είναι να αποκτήσει νέους παίκτες που θα μοιραστούν την ίδια χαρά με το δημιουργό του παιχνιδιού.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Κάρλος Ντε Λεόν Ντε Βιτ «Τόλμησε να Είσαι Ελεύθερος» από τις εκδόσεις Ιβίσκος

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε