Το άβατο του «θεραπευόμενου» και η κλειδαρότρυπα…

Ο θεραπευτής εύκολα εξιδανικεύεται. Άλλωστε, λόγω θέσης, τού προσφέρεται πρόσβαση στον άβατο κόσμο της ψυχής του θεραπευόμενου...

Το άβατο του «θεραπευόμενου» και η κλειδαρότρυπα...

Ο θεραπευτής εύκολα εξιδανικεύεται. Άλλωστε, λόγω θέσης, τού προσφέρεται πρόσβαση στον άβατο – για τους άλλους ανθρώπους – κόσμο της ψυχής του θεραπευόμενου. Πρόσβαση ιερή, που ούτε οι ίδιοι οι γονείς του θεραπευόμενου δεν είχαν, αλλά και αν είχαν, η πιθανόν κακή χρήση της οδήγησε, ευτυχώς τελικά, το παιδί τους σε μια άλλη θέση. Αυτή, που βρίσκεται απέναντι από του θεραπευτή.

Οι δυο τους πια, καλούνται να διαχειριστούν ευαίσθητες ισορροπίες.

Ο θεραπευόμενος, εξιδανικεύοντας το θεραπευτή, τον φαντασιώνεται ως τον καλύτερο γονιό, τον καλύτερο σύντροφο, τον καλύτερο φίλο, τον καλύτερο άνθρωπο. Είναι μια πρώιμη φάση αυτή, με ημερομηνία λήξης. Συχνά, ο θεραπευτής χρειάζεται να υιοθετήσει κάποιον από αυτούς τους ρόλους, είτε για να συμπληρώσει τα κενά που άφησαν εκεί όσοι πέρασαν, χωρίς να σταθούν όσο και όπως χρειαζόταν, είτε για να αναδείξει στο θεραπευόμενο τον πραγματικό στόχο των συναισθημάτων του. Σε κάθε περίπτωση, αυτό μόνο προσωρινά ωφελεί, διαφορετικά, όταν η μεταβίβαση του θεραπευόμενου παγιδεύει το θεραπευτή στην αντιμεταβίβαση, τότε αυτή η παγίδα του δεύτερου καταδικάζει τον πρώτο στην παραμονή της παιδικής συνήθειας της εξιδανίκευσης του κόσμου ή στην καθήλωση σε πονετικά συναισθήματα, δηλαδή στην αποτροπή της ουσιαστικής ενηλικίωσης.

Ο θεραπευτής, μέσω της θεραπευτικής σχέσης, φωτίζει στο θεραπευόμενο θετικές προοπτικές ζωής, που του ταιριάζουν και του χρειάζονται, φωτίζοντας τις αλήθειες του, υποστηρίζοντας τις δεξιότητές του, αιτιολογώντας το παρόν του από το παρελθόν του. Η αποκάλυψη πληροφοριών της δικής του προσωπικής ζωής, του δικού του άβατου, κατευθύνει τον θεραπευόμενο σε δύο πιθανές και εξίσου επιζήμιες επιλογές.

Α. Σε περίπτωση που η ζωή του δείχνει περισσότερο επιτυχημένη από του θεραπευόμενου, ενισχύει την υπάρχουσα τάση για εξιδανίκευση και κατ’ επέκταση την αυτοϋποτίμηση του θεραπευόμενου, λόγω της «ανεπάρκειάς» του να τα καταφέρνει τουλάχιστον εξίσου, πιθανόν όμως και το φθόνο προς το θεραπευτή, άρα και εν τέλει την απόρριψή του, μαζί και με όποιο θεραπευτικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να λάβει.

Β. Στην περίπτωση που η ζωή του θεραπευτή δεν εμφανίζει τις επιτυχίες που αυτός προσπαθεί να εμφυσήσει στο θεραπευόμενο, κινδυνεύει να μετατραπεί στο δάσκαλο που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει, άρα εμφανίζεται ως αναξιόπιστος και τα λόγια του ως ανεφάρμοστα. Και πάλι απορρίπτεται, μαζί με το όποιο θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Η απόρριψη, στην οποία οδηγούν οι δύο παραπάνω δρόμοι, δε μετατρέπεται απαραίτητα σε διακοπή συνεδριών. Κάποιες φορές γίνεται, αντικαθιστώντας τη θεραπευτική σχέση με προσωπική. Η μία γίνεται πρόσχημα της άλλης. Εφόσον δε λειτουργεί η μία, ας λειτουργήσει η άλλη, αρκεί να «μη χαθούμε εμείς οι δυο». Έτσι, χτίζεται η εξάρτηση που συνήθως είναι το αντίθετο της θεραπείας.

Ας δούμε πώς συμβαίνει αυτό.

Οι θεραπευτές δεν οφείλουν να είναι θεραπευμένοι πλήρως. Οφείλουν όμως να γνωρίζουν τις αθεράπευτες πτυχές τους, ώστε να προστατεύουν τους θεραπευόμενους από αυτές. Όταν όμως αποζητούν ακούσια, ανεπίγνωστα από τους θεραπευόμενους πλήρωση ψυχικών τους ελλείψεων, όπως στοργή, θαυμασμό, αγάπη, παρηγοριά, προσοχή, τότε θα προσφέρουν δοκιμαστικά στην αρχή, απλόχερα ίσως μετά, πληροφορίες από την προσωπική τους ζωή και σε αυτή τη βάση, η σχέση αλλάζει μορφή και γίνεται εξαρτητική.

Η εξάρτηση του θεραπευτή λέει «σε σώζω, αγάπησέ με, δες πόσα ξέρω, θαύμασέ με, σου δείχνω τον πόνο μου, συμπόνεσέ με». Έτσι, επιτρέπει στο θεραπευόμενο να κοιτάξει απ’ την κλειδαρότρυπα τα τραύματά του και ενίοτε να ανοίξει την πόρτα, να μπει και να προσφέρει συναισθηματική νοσηλεία.

Η εξάρτηση του θεραπευόμενου λέει «ο θεραπευτής μου με χρειάζεται, είμαι σημαντικός, αφού έχει ο θεραπευτής μου προβλήματα, δε θα έχω εγώ; εφόσον δεν έλυσε τα δικά του, θα λύσει τα δικά μου; με φροντίζει καλύτερα απ’ τους γονείς μου, ας του το ανταποδώσω, τώρα που βλέπω πως μ’ έχει ανάγκη.»

Για αυτούς τους λόγους, η σχέση χάνει τη θεραπευτική της αξία και οι δυο τους εναλλάσσουν τις θέσεις που κάθονται.

Κατ’ εξαίρεση, ο θεραπευτής δικαιούται να μοιράζεται προσωπικές τους εμπειρίες, μόνο αν είναι ουσιαστικά βοηθητικές για το στάδιο ζωής, που βρίσκεται ο θεραπευόμενος.

Η σχέση των δύο είναι εξ ορισμού άνιση. Το άβατο του ενός γίνεται βατό για τον άλλον. Η πόρτα του ενός σταδιακά ξεκλειδώνει για τον άλλον. Όχι αντιστρόφως.

Ακόμη και όταν ο θεραπευτικός κύκλος ολοκληρωθεί, το αποτέλεσμά του χρειάζεται να προστατεύεται με την απόσταση των δύο για καιρό, αν όχι για πάντα, τηρώντας το αρχικό θεραπευτικό τους συμβόλαιο.

Παύλος Βουζουλίδης – σύμβουλος ανθρωπίνων συστημάτων

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε