Το μόνο που «πρέπει να κάνουμε» είναι να ζήσουμε

Να ευχηθούμε σε όλους μας μια ενδιαφέρουσα και όχι μια εύκολη ζωή. Και να βαδίζουμε το μονοπάτι μας παρέα με τους οραματιστές και τους

Το μόνο που «πρέπει να κάνουμε» είναι να ζήσουμε

Συνήθιζε να αποκαλεί τον εαυτό του «άνθρωπο του καθήκοντος». Ήταν συνταξιούχος -γύρω στα 65 τον υπολόγιζα- με παχύ γκριζωπό μουστάκι και άσπρα, πυκνά μαλλιά.

Συχνά πυκνά τον αντάμωνα έξω από τα μαγαζάκια της γειτονιάς. Όταν τα βλέμματά μας διασταυρώνονταν, μου χαμογελούσε. Έπειτα, κοιτούσε τις σακούλες και μουρμούριζε σχεδόν απολογητικά:

«Δεν έπρεπε να αγοράσω τόσα πολλά πράγματα».

Ένα απόγευμα προσφέρθηκε να με πάει μέχρι το μετρό με το αμάξι του.

«Επιμένω. Έχει πιάσει γερή μπόρα και εξάλλου δεν πρόκειται και για κάποια σπουδαία παράκαμψη από τον προορισμό μου» μου είπε.

Πείστηκα σχετικά εύκολα, καθώς διαισθανόμουν πως οι καινούριες μαύρες γόβες μου δεν θα αποδεικνύονταν το ιδανικό στήριγμα για τον λασπωμένο ποδαρόδρομο που με περίμενε.

«Ώστε ψυχολόγος;» με ρώτησε στο αυτοκίνητο ο κύριος Αποστόλης, σε μια φιλότιμη προσπάθεια να σπάσει τον μεταξύ μας πάγο.

«Μάλιστα» χαμογέλασα.

«Ανέκαθεν με γοήτευε το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής. Ένα φεγγάρι μάλιστα το είχα πάρει απόφαση: Θα παρατούσα τη βαρετή δουλειά μου στο λογιστήριο και θα σπούδαζα το πάθος μου στην Αγγλία. Οργάνωσα τα πάντα, που λες, και όταν η αίτησή μου έγινε δεκτή από το πιο φημισμένο πανεπιστήμιο του Λονδίνου πέταξα κυριολεκτικά από τη χαρά μου».

«Συνάδερφος» προέτρεξα να συμπεράνω.

«Δυστυχώς δεν τα κατάφερα, αφού λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο. Μόλις το έμαθαν οι γονείς μου, εναντιώθηκαν μεμιάς στα σχέδια μου. Δεν ήθελαν με τίποτα να με αποχωριστούν. Κόντευα 30 χρονών βέβαια, θα μπορούσα κάλλιστα να τους είχα αγνοήσει» αναστέναξε ο συνταξιούχος άντρας.

«Και γιατί δεν το κάνατε;» απόρησα.

«Θα μαράζωναν αν έφευγα στο εξωτερικό. Βλέπεις, ο αδερφός μου κοιτούσε μονάχα την δική του καλοπέραση και έτσι η ευθύνη της οικογένειας βάραινε αποκλειστικά εμένα. Μεγάλοι άνθρωποι ήταν, δεν μου πήγαινε η καρδιά να τους στεναχωρήσω. Έτσι, οπισθοχώρησα. Γεννήθηκα άνθρωπος του καθήκοντος, υποθέτω» μου εξήγησε με τη μελαγχολία του στρατιώτη που επιστρέφει ηττημένος από τη μάχη.

Έπειτα βυθιστήκαμε για λίγο και οι δυο μας στη σιωπή.

«Εδώ είμαστε δεσποινίς» μου ανακοίνωσε όταν πια είχαμε φτάσει στον προορισμό μας.

Τον ευχαρίστησα και τράβηξα για τον δρόμο μου, αφήνοντάς τον πίσω, ισόβια καταδικασμένο στη φυλακή των πρέπει και των μη που με μαεστρία συντηρούσε για την αφεντιά του τόσα χρόνια.

Και τότε ξεκίνησα να αναρωτιέμαι: Yπάρχει άραγε διέξοδος για τους περίφημους ανθρώπους τους καθήκοντος; Είναι μήπως η πράξη αυτοθυσίας τους το ιδανικό καμουφλάζ της προσωπικής τους ατολμίας; Και τελικά θα ζήσουμε ή απλώς θα διεκπεραιώσουμε τις υποχρεώσεις μας, ως επιμελείς μαθητές που αναμένουν να ανταμειφτούν με αριστείο από το σοφό σύμπαν;

Και το αριστείο ποτέ δεν θα έρθει, όσο επιμένουμε να σβήνουμε την ίδια μας τη φλόγα. Γιατί το ιερότερο καθήκον της ανθρώπινης ύπαρξης θα αντιστοιχεί αιωνίως στην έκσταση του επίγειου ταξιδιού, στη βαθιά και ολοκληρωτική αγάπη του εαυτού που μας ωθεί στην υπέρβαση των περιορισμών μας και στην πραγμάτωση του ανεκτίμητου δυναμικού μας.

Τι περιμένουμε λοιπόν; Ας φουσκώσουμε τώρα τα μπαλόνια της χαράς με το οξυγόνο του ενθουσιασμού. Να τα αφήσουμε να πετάξουν ψηλά στα αστέρια και για κάθε αστέρι που συναντούν εμείς να υλοποιούμε και μια ακόμη ευχή.

Να πάψουμε να μετανιώνουμε εκ των υστέρων για την λίγο πιο ακριβή αγορά μας ή για την περιττή στροφή μας στον δρόμο. Να μη γίνουμε οι «θα έπρεπε να» αλλά οι «απόλαυσα που».

Να βαφτίσουμε κάθε περίσταση της καθημερινότητάς μας ειδική και γιορτινή, λούζοντας με χρυσόσκονη το παρόν, θρυμματίζοντας τους κανόνες και κατακτώντας το άπειρο.

Να φορέσουμε τα πιο λαμπερά μας ρούχα τώρα και ούτε λεπτό να μη φοβηθούμε μήπως τα λεκιάσουμε. Και τι σημασία τελικά έχει αν η μπλούζα μας λερώθηκε σε εκείνο το γεύμα; Ας τη βάλουμε ακόμη και ανάποδα αν αυτό πρόκειται να προσδώσει στη στιγμή μας μια κάποια περισσότερη ζωντάνια.

Να περιστοιχιζόμαστε από ανθρώπους που διακρίνουν το χρώμα στις φριχτότερες αβύσσους, από όσους εραστές της ζωής χειροκροτούν το ταλέντο, επιβραβεύουν την πρόοδο και δεν απειλούνται από τη χαρά.

Να γιορτάσουμε τα μικρά μας ατοπήματα, όσα μας έφεραν σε στενότερη επαφή με την αστεία πλευρά της θνητής διαδρομής. Και να σταματήσουμε να μας μαστιγώνουμε για τα ολέθρια σφάλματά μας, αλλά να διδαχθούμε από αυτά ώστε την επόμενη φορά να προτιμήσουμε διαφορετικά λάθη, που θα προσδώσουν ακόμη περισσότερη σοφία στο πνεύμα μας.

Να γελάσουμε με την καρδιά μας, αγνοώντας όσους ψυχαναγκαστικά μας επαναφέρουν στην τάξη, γιατί μονάχα στην αταξία θα δημιουργήσουμε από την αρχή τον κόσμο.
Και να μην προσπαθούμε πια εναγωνιωδώς να αποδείξουμε ποιοι είμαστε. Απλώς να είμαστε, αφήνοντας τη ζωή να αποδείξει σταδιακά και με τον πιο περίτρανο τρόπο όσα πρεσβεύουμε.

Να αγαπάμε την ευθύνη, επενδύοντας ένα κομμάτι από την καρδιά μας στις φιλίες, στον έρωτα και στην εργασία μας. Η ανεξαρτησία άλλωστε ουδέποτε ισοδυναμούσε με την φυγοπονία αλλά με τη βαθιά συνειδητοποίηση πως οτιδήποτε σπουδαίο προϋποθέτει την αφοσίωσή μας.

Και γενναίοι δεν λογαριάζονται όσοι τρέμουν τη δέσμευση αλλά εκείνοι που αντιλαμβάνονται πως η αγάπη ισοδυναμεί με την ύψιστη πράξη ελευθερίας: «σου παραχωρώ την απόλυτη ελευθερία να είσαι ο εαυτός σου και σε εμπνέω να γίνεις όσα ακόμη μπορείς, διακινδυνεύοντας την πιθανότητα η εξέλιξή σου να σε οδηγήσει κάποτε σε διαφορετικά μονοπάτια από εκείνα που με βολεύουν» μας λέει η αγάπη. Δύσκολό, σωστά; Όμως τι μεγαλοφυές και ανώτερο φτιάχτηκε με υλικό του τη βολή;

Να ευχηθούμε λοιπόν σε όλους μας μια ενδιαφέρουσα και όχι μια εύκολη ζωή. Και να βαδίζουμε το μονοπάτι μας παρέα με τους οραματιστές και τους ονειροπόλους, όσους αντί να περιμένουνε με τα χέρια σταυρωμένα τα χειρότερα δημιουργούν με τα μανίκια σηκωμένα τα ομορφότερα.

Να μην απαντάμε στους πικρόχολους, αφού το δηλητήριο της ανικανοποίητης ύπαρξής τους ουδόλως επιθυμούμε να το πίνουμε πια συντροφιά τους. Αντίθετα, να εστιάσουμε στους στόχους μας, στις ανοιχτές αγκαλιές, στα διορατικά πνεύματα, στα πλατιά χαμόγελα, στους φίλους που δεν μας στριμώχνουν στο πρόγραμμά τους αλλά το αναποδογυρίζουν για χάρη μας.

Να αφήσουμε οριστικά πίσω όσους μας πλήγωσαν ή μας πρόδωσαν, όποια μνησικακία βαραίνει αναίτια ακόμη την ψυχή μας. Εξάλλου, ανά περιόδους είμαστε όλοι θύτες και θύματα και το πρόβλημα ξεκινά όταν τόσο πολύ ταυτιζόμαστε με μια ταυτότητα που λησμονούμε πως στον θίασο της ζωής οι ρόλοι διαρκώς εναλλάσσονται.

Να αποχωριστούμε επιτέλους την κερκίδα της ηττοπάθειας και να μπούμε στον αγώνα ως πρωταγωνιστές: να αναλάβουμε το ρίσκο, να τρανταχτούμε από τις πτώσεις, να κλάψουμε στις ήττες, να απολαύσουμε το παιχνίδι, να σφυρηλατήσουμε τις σχέσεις μας με την ομάδα, να μεθύσουμε από την έκσταση του θριάμβου.

Η απόφαση ανήκει τελικά σε εμάς. Θα ακολουθήσουμε ευλαβικά τα πρέπει, κατηγορώντας μάλιστα όσους -αντίθετα με την αφεντιά μας- δεν συναίνεσαν στη δική τους θυσία ή θα βιώσουμε στο έπακρο το μεγαλείο της ύπαρξης, κατανοώντας πως το υπέρτατο καθήκον μας ήταν ανέκαθεν η ίδια η ζωή;

Συντάκτης | Κατερίνα Τσιτούρα

Είμαι απόφοιτος της Ελληνικής Φιλολογίας με ειδίκευση στη Γλωσσολογία. Ασχολούμαι με την αρθρογραφία και την εκπαίδευση. Το 2017 εξέδωσα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το πρώτο μου βιβλίο, ένα παραμύθι για ενήλικες με τίτλο «Η Καθρεφτούπολη» και το 2019, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, ένα ακόμη παραμύθι για ενήλικες, «Το Κάστρο της Τελειότητας». Λατρεύω να παρατηρώ τους ανθρώπους. Κι έτσι γράφω. Για να τους κατανοήσω λίγο περισσότερο. Για να διηγηθώ μια ιστορία. Τη δική τους, τη δική μου ή εκείνη που θα μπορούσε να εκτυλιχτεί σ’ έναν κόσμο όπου οι λέξεις νικούν τον χρόνο.

Δείτε όλα τα άρθρα

Συντάκτης | Κατερίνα Τσιτούρα

Είμαι απόφοιτος της Ελληνικής Φιλολογίας με ειδίκευση στη Γλωσσολογία. Ασχολούμαι με την αρθρογραφία και την εκπαίδευση. Το 2017 εξέδωσα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το πρώτο μου βιβλίο, ένα παραμύθι για ενήλικες με τίτλο «Η Καθρεφτούπολη» και το 2019, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, ένα ακόμη παραμύθι για ενήλικες, «Το Κάστρο της Τελειότητας». Λατρεύω να παρατηρώ τους ανθρώπους. Κι έτσι γράφω. Για να τους κατανοήσω λίγο περισσότερο. Για να διηγηθώ μια ιστορία. Τη δική τους, τη δική μου ή εκείνη που θα μπορούσε να εκτυλιχτεί σ’ έναν κόσμο όπου οι λέξεις νικούν τον χρόνο.

Δείτε όλα τα άρθρα

Αξίζει να διαβάσετε

ΕΚΔΟΣΕΙΣ key books
ΕΚΔΟΣΕΙΣ key books

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε