Οι φυλακές του Στάνφορντ: Το ανήθικο ψυχολογικό πείραμα που σόκαρε τους ερευνητές και τον κόσμο

Το πείραμα των φυλακών του Στάνφορντ άλλαξε για πάντα τον τρόπο που βλέπουμε το ανθρώπινο σκοτάδι.

Στα βάθη της ψυχολογίας και της κοινωνικής επιστήμης κρύβονται περιστατικά που μας συνταράσσουν, μας προκαλούν, αλλά πάνω απ’ όλα μας διδάσκουν. Μερικά από αυτά τα περιστατικά φωτίζουν τα πιο σκοτεινά μέρη της ανθρώπινης φύσης, προσφέροντας μια οδυνηρή, αλλά αναγκαία γνώση για το πώς και γιατί δρούμε όπως δρούμε. Το Πείραμα των Φυλακών του Στάνφορντ του 1971 είναι ένα τέτοιο γεγονός, που αν και προκάλεσε διχασμό στην ακαδημαϊκή κοινότητα, παρέχει μια αξιοσημείωτη επίδειξη του πόσο γρήγορα η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορεί να διαβρωθεί υπό την επίδραση της εξουσίας και της υποταγής.

Διευθυνόμενο από τον ψυχολόγο Philip Zimbardo, το πείραμα ξεκίνησε ως μια μελέτη για την επίδραση των κοινωνικών δομών στη συμπεριφορά των ατόμων. Με μια σειρά φοιτητών που εθελοντικά ανέλαβαν τους ρόλους φυλάκων και κρατουμένων σε μια προσομοιωμένη φυλακή, ο Zimbardo επιχείρησε να ερευνήσει τις δυναμικές της εξουσίας, της ταυτότητας και της αποπροσωποίησης. Αυτό που ακολούθησε ήταν ένα χάος ψυχολογικών αναταράξεων, που άφησε τον επιστημονικό κόσμο να αναρωτιέται μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη φύση όταν ξεσπάσει η κρίση της εξουσίας.

Advertisment

Ακολουθώντας την ιστορία του πειράματος, η έρευνα αυτή αποκαλύπτει τις σκληρές αλήθειες που διαμορφώνουν τις σύγχρονες κοινωνίες μας και τις ενστάσεις που αναδεικνύουν τη σημασία της ηθικής στις κοινωνικές επιστήμες. Παρακάτω, θα εξερευνήσουμε τι ακριβώς συνέβη κατά τη διάρκεια αυτού του πειράματος, ποια ήταν τα επιστημονικά και ηθικά ερωτήματα που προέκυψαν, και πώς αυτό το εμβληματικό γεγονός επηρέασε την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και την ανάπτυξη των ψυχολογικών θεωριών.

Philip Zimbardo
O Philip Zimbardo, επικεφαλής και εμπνευστής του περιάματος, 90 ετών σήμερα

Η Δημιουργία μιας Ψυχολογικής Φυλακής – Η Εξέλιξη του Πειράματος των Φυλακών του Στάνφορντ

Στην καρδιά του κάμπους του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ το καλοκαίρι του 1971, ο ψυχολόγος Philip Zimbardo καθόριζε τις λεπτομέρειες ενός πειράματος που θα μπορούσε να προκαλέσει επανάσταση στον τρόπο που κατανοούσαμε την ανθρώπινη συμπεριφορά στα πλαίσια της κοινωνικής δομής και εξουσίας. Ο Zimbardo, εμπνευσμένος από προηγούμενες μελέτες και τη δική του περιέργεια για την επίδραση των ρόλων στη συμπεριφορά, σκόπευε να εξετάσει το πώς οι ‘κανονικοί’ άνθρωποι θα ανταποκρίνονταν σε έναν περιβάλλον αυστηρής ιεραρχίας.

Η θεμελίωση του πειράματος στηρίχτηκε στην προσομοίωση μιας φυλακής στα υπόγεια του ψυχολογικού τμήματος του πανεπιστημίου. Με χαραγμένα στο μυαλό τα τραγικά γεγονότα της φυλακής του Άμπου Γκράιμπ και του Ολοκαυτώματος, ο Zimbardo είχε στόχο να κατανοήσει τον βαθμό στον οποίο οι κοινωνικοί ρόλοι και η περιβαλλοντική πίεση μπορούσαν να μεταμορφώσουν τη συμπεριφορά.

Advertisment

Για την υλοποίηση του σχεδίου, φοιτητές επιλέχθηκαν μέσω διαφημίσεων για να αναλάβουν τους ρόλους φυλάκων και κρατουμένων. Αυτοί οι εθελοντές πέρασαν όλα τα σχετικά ψυχολογικά τεστ και δεν είχαν ιστορικό εγκληματικής συμπεριφοράς ή ψυχολογικών προβλημάτων.

Το ζητούμενο του πειράματος ήταν να παρακολουθήσει πώς οι δύο ομάδες – φυλακισμένοι και φύλακες – θα αλληλεπιδρούσαν μέσα σε ένα τεχνητά δημιουργημένο περιβάλλον που αντικατόπτριζε την κοινωνική δομή και την ανισότητα μιας φυλακής. Οι φυλακισμένοι έπρεπε να ακολουθήσουν συγκεκριμένους κανόνες, ενώ οι φύλακες είχαν την εντολή να διατηρήσουν την τάξη και το νόμο, χωρίς όμως να επιτρέπεται η χρήση βίας.

Παρά τον αρχικό του στόχο, το πείραμα του Zimbardo θα αποκαλύψει μια σκοτεινή πλευρά της ανθρωπότητας, ξεπερνώντας τις προσδοκίες και τα ηθικά όρια της επιστημονικής κοινότητας. Η επίδραση των εξουσιαστικών ρόλων και του περιβάλλοντος θα έφερνε στην επιφάνεια πτυχές της ανθρώπινης φύσης που ίσως οι περισσότεροι θα προτιμούσαν να αγνοήσουν.

Το Σκηνικό Στήνεται – Οι Πρώτες Μέρες του Πειράματος

Καθώς το πείραμα άρχισε, το τμήμα Ψυχολογίας του Στάνφορντ μετατράπηκε σε έναν πειστικό χώρο φυλακής. Οι ‘κρατούμενοι’ φορούσαν ενιαία ενδύματα που αποσκοπούσαν στην εξάλειψη της ατομικότητάς τους – μια απλή φόρμα με αριθμό, ενώ οι ‘φύλακες’ εφοδιάστηκαν με στολές, γκλομπς και σκουφιά που έδιναν το αίσθημα της εξουσίας και της ανωτερότητας.

Οι φυλακισμένοι έπρεπε να ακολουθούν αυστηρά καθημερινή ρουτίνα, περιλαμβανομένων των καταγγελιών, του καθαρισμού, της ανάγνωσης και της σωματικής άσκησης, όλα υπό την επίβλεψη των φυλάκων. Η σχεδίαση του πειράματος έδωσε στους φύλακες την ελευθερία να δημιουργήσουν και να εφαρμόσουν τους δικούς τους κανόνες και τρόπους τιμωρίας, αρκεί αυτοί να μην περιλαμβάνουν φυσική βία.

Από τις πρώτες ώρες, το πείραμα άρχισε να δείχνει τα πρώτα σημάδια της επικείμενης κλιμάκωσης. Οι φύλακες άρχισαν να υιοθετούν αυταρχικές και κυνικές συμπεριφορές, αναπτύσσοντας τεχνικές όπως οι ψυχολογικές τιμωρίες και οι διακρίσεις μεταξύ των κρατουμένων για να σπείρουν διχόνοια και ανταγωνισμό.

Μερικοί φύλακες εμφάνισαν ενδείξεις χαράς από την εκμετάλλευση της εξουσίας τους, ενώ άλλοι φάνηκε να δυσκολεύονται με τους ηθικούς και προσωπικούς ενδοιασμούς που αυτός ο ρόλος τους προκάλεσε. Οι κρατούμενοι, από την πλευρά τους, άρχισαν γρήγορα να απογοητεύονται και να αποδυναμώνονται. Μέσα σε λίγες ημέρες, άρχισαν να εκδηλώνουν συμπτώματα στρες και αγωνίας, και μερικοί έφτασαν στο σημείο της συναισθηματικής κατάρρευσης.

Το πείραμα ήταν προγραμματισμένο να διαρκέσει δύο εβδομάδες, αλλά η συμπεριφορά που εκδηλώθηκε ήταν τόσο έντονη και τρομακτική που οδήγησε σε πρόωρο τερματισμό μετά από μόλις έξι ημέρες. Η απόλυτη εξουσία και η έλλειψη ελέγχου οδήγησαν σε ένα βαθμό αποπροσωποίησης και απάνθρωπης μεταχείρισης που σόκαρε ακόμα και τους ίδιους τους ερευνητές.

Η Κλιμάκωση της Τρομοκρατίας και η Πρόωρη Λήξη

Καθώς το πείραμα του Στάνφορντ προχωρούσε, η συμπεριφορά και οι αντιδράσεις τόσο των φυλάκων όσο και των κρατουμένων άρχισαν να εντείνονται με τρόπους που ούτε οι ερευνητές φαντάζονταν. Η αυταρχική στάση των φυλάκων μετατράπηκε σε καταχρηστική και συχνά ψυχολογικά βασανιστική. Εκμεταλλεύτηκαν την εξουσία τους για να υποτάξουν τους κρατούμενους με τρόπους που προκάλεσαν σοβαρά ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Οι κρατούμενοι, από την άλλη πλευρά, είχαν αρχίσει να αντιδρούν διαφορετικά. Μερικοί υποτάχτηκαν παθητικά στις εντολές και στις σκληρές συμπεριφορές, ενώ άλλοι επιχείρησαν να αντισταθούν ή ακόμα και να δραπετεύσουν. Η αντίσταση αυτή οδηγούσε σε ακόμη πιο αυστηρές και εξευτελιστικές τιμωρίες, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο απόγνωσης και εξουσίας.

Οι συνθήκες έγιναν τόσο ακραίες που ένας ‘κρατούμενος’ υπέστη κατάρρευση υπό το βάρος του άγχους και της ψυχολογικής πίεσης, οδηγώντας στην άμεση απομάκρυνσή του από το πείραμα. Αυτή η κατάσταση συνοδεύτηκε από παραβιάσεις των κανόνων που είχαν θέσει οι ίδιοι οι ερευνητές, όπως η απαγόρευση φυσικής βίας.

Εντωμεταξύ, ο Philip Zimbardo, ο επικεφαλής του πειράματος, είχε αναλάβει επίσης τον ρόλο του διευθυντή της φυλακής, παραβλέποντας έτσι την αναγκαία αποστασιοποίηση που απαιτείται για την αντικειμενική έρευνα. Η εμπλοκή του Zimbardo έφερε σε αμφισβήτηση την ακεραιότητα των δεδομένων και την ηθική του πειράματος.

Όλα αυτά τα γεγονότα οδήγησαν στην αναγκαστική διακοπή του πειράματος στην έκτη ημέρα από την την κοινωνική ψυολόγο Christina Maslach, η οποία έμαθε για τις συνθήκες και εξέφρασε έντονες ανησυχίες για την ευημερία των συμμετεχόντων. Η παρέμβασή της ανέδειξε την έλλειψη αντικειμενικότητας και ηθικής ευθύνης και τελικά οδήγησε στον πρόωρο τερματισμό της μελέτης.

Στην επόμενη ενότητα, θα αναλύσουμε τις συνέπειες και τον αντίκτυπο του πειράματος στην ψυχολογία και την κοινωνική επιστήμη, καθώς και τα ηθικά διδάγματα που αντλήθηκαν από αυτή τη δυσοίωνη εμπειρία.

Αντιδράσεις και Συνέπειες

Μετά την ολοκλήρωση του πειράματος, πολλοί από τους συμμετέχοντες εξέφρασαν σοκ για τις δικές τους ενέργειες και συμπεριφορές. Οι “φύλακες” δυσκολεύτηκαν να κατανοήσουν πώς κατέληξαν να ασκούν τέτοια βία στους “κρατούμενους”, ενώ οι “κρατούμενοι” αναρωτήθηκαν πώς μπόρεσαν να αποδεχτούν τόσο γρήγορα ένα ρόλο υποταγής και να χάσουν την αυτοεκτίμησή τους. Πολλοί εκ των συμμετεχόντων συνέχισαν να αναλύουν τις εμπειρίες τους σε επακόλουθες συνεντεύξεις και συζητήσεις, με ορισμένους να αναφέρουν μακροχρόνιες επιπτώσεις στην ψυχολογία τους.

Αντίδραση της Ακαδημαϊκής Κοινότητας

Η ακαδημαϊκή κοινότητα αντέδρασε με σκεπτικισμό και ανησυχία. Ερευνητές και ηθικοί ειδικοί επέκριναν τον Zimbardo για τον τρόπο που διαχειρίστηκε το πείραμα και ιδιαίτερα για την έλλειψη προστασίας των συμμετεχόντων από ψυχολογική βλάβη. Η συζήτηση επεκτάθηκε και στο πεδίο της μεθοδολογίας και της εγκυρότητας των ευρημάτων, με ορισμένους να υποστηρίζουν ότι η δομή του πειράματος είχε σοβαρά ελαττώματα.

Δημόσια Αντίδραση και Μέσα Ενημέρωσης

Όταν το πείραμα έγινε γνωστό στο ευρύ κοινό, πολλοί άνθρωποι σοκαρίστηκαν με την ευκολία που οι “ρόλοι των φυλάκων” φάνηκαν να οδηγούν σε απάνθρωπη συμπεριφορά. Τα μέσα ενημέρωσης ανέδειξαν το πείραμα σε παράδειγμα των σκοτεινών πλευρών της ανθρώπινης φύσης και η ιστορία χρησιμοποιήθηκε σε αμέτρητα πλαίσια ως περίπτωση μελέτης για την κοινωνική ψυχολογία, την ηθική και τον έλεγχο της συμπεριφοράς.

Το πείραμα του Στάνφορντ είχε σημαντικές επιπτώσεις στην έρευνα ψυχολογίας, οδηγώντας σε αυστηρότερες ηθικές κατευθυντήριες γραμμές και απαιτήσεις για την προστασία των συμμετεχόντων σε πειράματα. Η έμφαση στην ανάγκη για έγκριση από ηθικές επιτροπές και τη σαφήνεια στην παροχή συναίνεσης έγινε πιο εμφανής, καθώς και η ανάγκη για μέτρα που θα εγγυώνται ότι οι συμμετέχοντες μπορούν να αποσύρονται από μια μελέτη χωρίς φόβο ποινών ή συνεπειών. Επίσης, ενισχύθηκε η σημασία της ανάγκης για ανεξάρτητη παρακολούθηση των ερευνών για να εξασφαλίζεται η σωστή εφαρμογή των ηθικών κανόνων.

Οι εν λόγω αλλαγές είχαν μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στον τρόπο που σχεδιάζονται και διεξάγονται τα ψυχολογικά πειράματα. Απαιτήθηκε μεγαλύτερη διαφάνεια και ακρίβεια στην ενημέρωση των συμμετεχόντων για τους σκοπούς της έρευνας και τα πιθανά ρίσκα. Ειδικά, μετά το πείραμα του Στάνφορντ, η έννοια της “ενημερωμένης συναίνεσης” έγινε κεντρικό σημείο στις ηθικές συζητήσεις σχετικά με την ψυχολογική έρευνα.

Εκτός από τις άμεσες συνέπειες στην έρευνα, το πείραμα του Στάνφορντ είχε και ευρύτερη επίδραση στην κοινωνία. Αυξήθηκε η ευαισθητοποίηση σχετικά με τις συνθήκες στις φυλακές και την ανάγκη για μεταρρύθμιση του ποινικού δικαστικού συστήματος, καθώς και την κατανόηση της σημασίας των κοινωνικών ρόλων και της αρχής της εξουσίας στην ανθρώπινη συμπεριφορά.

Αντικατοπτρίζοντας στα ευρήματα και τις συνέπειες του πειράματος, ο Philip Zimbardo αναγνώρισε και ο ίδιος τα ελαττώματα στη μεθοδολογία και την εφαρμογή του. Στη συνέχεια, αφιέρωσε μέρος της καριέρας του στην εκπαίδευση για την ηθική στην έρευνα και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης όσον αφορά την ανθρώπινη φύση και συμπεριφορά.

Το πείραμα του Στάνφορντ παραμένει μία από τις πιο συζητημένες και διδακτικές μελέτες στην ιστορία της ψυχολογίας, και οι συνέπειές του αντηχούν μέχρι και σήμερα στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε την ηθική στην επιστημονική έρευνα.

Ακολουθεί σχολιασμός από τον Κλινικό Ψυχολόγο και Ψυχαναλυτή Κωνσταντίνο Στεργιόπουλο

Το πείραμα του Στάνφορντ θεωρείται μέχρι και σήμερα ότι έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική ψυχολογία, όπως και την κοινή γνώμη, ενόσω έχει λειτουργήσει μεταρρυθμιστικά για πολλά συστήματα σωφρονισμού στον κόσμο. Εντούτοις, όμως, δεν ήταν η πρώτη φορά που ένα πείραμα συντάραξε τα θεμέλια της ηθικής και κοινωνικής δομής των ανθρώπων και έθεσε για ακόμη μια φορά σε αμφισβήτηση την κυριαρχία του λογικού και της συνείδησης.

Η υπακοή στους κανόνες και τις κοινωνικές νόρμες, όπως και η άσκηση πιέσεων από την εξουσία με αποτέλεσμα την απανθρωποποίηση, τη γένεση και αναπαραγωγή βίας διαμέσου και της αποπροσωποποίησης των ατόμων, ήταν ένα θέμα που κατά καιρούς έθιξαν πολλοί ψυχολόγοι. Ειδικότερα έπειτα από τις φρικαλεότητες του ναζισμού και τις διάσημες δίκες της Νυρεμβέργης που ακολούθησαν, το εν λόγω θέμα περί της ηθικής και της προέλευσης του κακού ανέκυψε εκ νέου, όπως επίσης φάνηκε από την αμηχανία που συνόδευσε τη δυσκολία ετυμηγοριών από πλευράς των νομικών στις δίκες αυτές, όσο και της αιτιολόγησης ή ερμηνείας των συμπεριφορών από πλευράς της επιστημονικής κοινότητας ανά τον κόσμο.

Έτσι το πείραμα του Zimbardo ήρθε σε μια εποχή όπου ήταν ακόμη νωπές οι μνήμες του παρελθόντος και φυσικά οι ψυχολόγοι επιθυμούσαν διακαώς να δώσουν απαντήσεις, να ερμηνεύσουν, αλλά και να ενισχύσουν τις υποθέσεις τους. Κι αυτό το τελευταίο ενέχει πολλαπλά νοήματα και ποικίλες σημασιοδοτήσεις αναφορικά τόσο με τη διενέργεια και μεθοδολογία εν γένει των πειραμάτων, όσο και σε συνάρτηση με το ρόλο που έπαιζαν οι ιθύνοντες πειραματιστές.

Ο Zimbardo άλλωστε κατηγορήθηκε ότι επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το πείραμα, κάτι που σήμερα θεωρείται αυτονόητο καθώς είναι γνωστή η επίδραση του παρατηρητή στο παρατηρούμενο, πολλώ μάλλον δε όταν μάλιστα ο ίδιος συμμετείχε στο πείραμά του. Μολονότι αυτό ισχύει, τα αποτελέσματα του πειράματος ήταν αρκούντως πειστικά και σαφή αναφορικώς με την ανάπτυξη της συμβατικής ηθικής και δη την εφαρμογή της κάτω από ειδικές συνθήκες όπως ήταν αυτή του πειράματος της φυλακής στο Στάνφορντ.

Πολλοί ψυχολόγοι επέκριναν το πείραμα αυτό έπειτα από το πέρας του και έθεσαν το ζήτημα εάν νομιμοποιούνταν ένας ερευνητής να πράξει έτσι φερόμενος αντιδεοντολογικά. Λίγη σημασία ίσως έχει το γεγονός ότι επρόκειτο για μια φανταστική συνθήκη καθώς δεν ήταν αληθινή η όλη δομή και αυτό δείχνει τη σημασία του φαντασιακού και του συμβολικού επιπέδου για τον ψυχισμό.

Εάν λοιπόν κάποιος αντιλαμβάνεται μια συνθήκη ως αληθινή, τότε είναι αληθινή και σίγουρα αυτή είναι μια απλή διαπίστωση για όλους κι όχι μονάχα για τους ψυχολόγους. Έτσι στο πείραμα αυτό οι συμμετέχοντες παρότι εγνώριζαν ότι ήταν ψεύτικο το σκηνικό, τα βιώματα των ρόλων τους και οι φαντασιώσεις τους ήταν πέρα για πέρα αληθινά. Όπως άλλωστε πραγματικές ήταν οι εντολές που εδόθησαν από τον Zimbardo που όπως θα λέγαμε φρουδικά, ήταν ασυνείδητα σαν ένας φαντασιακός “πατέρας” μιας ορδής, κάτι που λειτούργησε συμβολικά και εξουσιαστικά για τους συμμετέχοντες στο πείραμα. Κι ήταν φυσιολογική η αντίδραση της συμμόρφωσης με τους κανόνες έως ένα βαθμό, όπως άλλωστε εξηγείται εύκολα και η όποια αντίδραση συνέβη, εάν αντιληφθούμε τη φαντασιακή υπεροχή έναντι της τάξεως ενός Συμβολικού και Πραγματικού πεδίου.

Η ψυχανάλυση έθεσε τα επίπεδα της λειτουργίας του ψυχισμού διακρίνοντας τα σε Πραγματικό, που είναι αυτό που συμβαίνει, σε Φαντασιακό, που αφορά στο πώς το κάθε υποκείμενο διαλαμβάνει την πραγματικότητα και το Συμβολικό που είναι ένας μεσολαβητής μεταξύ των δύο και λειτουργεί ρυθμιστικά ως προς μια υγιή ανάπτυηξη και μια κοινωνικά προσαρμοσμένη λειτουργικότητα.

Ο πολιτισμός άλλωστε εξαρτάται εν πολλοίς από τη συμβολική διαμεσολάβηση που καθιστά τα ένστικτα της βίας και της καταστροφής, τις ενορμήσεις του θανάτου και της επιθετικότητας αβλαβή καθώς τα μετουσιώνει σε ευγενέστερες, αποδεκτές μορφές λειτουργίας και συσχέτισης, τέχνης ή έκφρασης με όποιο άλλο μέσο προσφέρεται. Για αυτόν το λόγο οι φαντασιώσεις μπορούν να εκφραστούν άνετα στην τέχνη, αλλά όχι στη ζωή απευθείας, εκτός εάν υπάρχουν άνωθεν εντολές που φαίνεται να νομιμοποιούν τα υποκείμενα να συμπεριφέρονται εκτός νόμου, αλλά εντός ενός οροθετημένου πεδίου που επιτρέπει τη μη ανάληψη ευθυνών.

Τέτοια πεδία είναι εκείνα στα οποία κάποιος άλλος αναλαμβάνει την ευθύνη, πολιτικά και κοινωνικά. Διότι σε ένα πείραμα όπως αυτό του Στάνφορντ, σίγουρα μπορούμε να αναρωτηθούμε ποιος φέρει την ευθύνη τελικά; Ο πειραματιστής, μήπως τα άτομα που συμμετείχαν, οι κοινωνικοί ρόλοι και η δομή της κοινωνίας, οι ταυτότητες ή οι δυναμικές διαδικασίες διάδρασης σε ένα Πραγματικό που διέφυγε από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη; Μπορεί εύκολα να εντυπωσιαστεί κανείς αναφερόμενος στα σκιώδη μέρη της προσωπικότητας ή του ψυχισμού, εντούτοις, όμως, η ψυχανάλυση έχει αποσαφηνίσει από καιρό το πλαίσιο της λειτουργίας του ψυχικού οργάνου και επομένως μονάχα σκιώδη δεν είναι όλα ετούτα.

Οι άνθρωποι δεν κολακεύτηκαν ποτέ από τα ευρήματα της ψυχανάλυσης που επεσήμανε ότι το ασυνείδητο είναι το αφεντικό και όχι ο λογικός νους, επομένως οι άνθρωποι λειτουργούν ασυνείδητα και είναι υπηρέτες του αντί για κύριοι. Αυτή η ιδέα βρίσκει ακόμη και σήμερα πολλούς να διαφωνούν, αλλά πειράματα όπως αυτό του Στάνφορντ μας καταδεικνύουν ότι σε συνθήκες πίεσης ή μη ελεγχόμενες τα άτομα τείνουν να συμπεριφέρονται απολίτιστα, ανήθικα και επιθετικά, σε σημείο να βλάπτουν τους άλλους.

Το ίδιο συμβαίνει σε περιόδους πολέμου και εχθροπραξιών, ο εχθρός όμως δεν είναι πάντοτε αληθινός ή εξωτερικός, αλλά βρίσκεται εντός και μάλιστα στη φαντασία που πλανάται κατά κόρον, όπως έχει επισημανθεί ακόμη και από φιλοσόφους των παλιών καιρών, πέραν των ψυχαναλυτών. Εάν το άτομο δεν έχει τιθασεύσει τα ένστικτά του, εάν δεν έχει μετουσιώσει μερικές ορμές και εάν δυσκολεύεται να αντιληφθεί όσα βρίσκονται πέραν της επιφάνειας που καταλαμβάνει μια πλασματική ταυτότητα όπως εκείνη του εγώ και της προσωπικότητος, τότε εύκολα μπορεί να φαίνεται ότι λειτουργεί φυσιολογικότατα, αλλά σε πρώτη ευκαιρία που θα δοθεί τότε θα μπορεί εξίσου εύκολα να ξεδιπλώσει πλήρως ένα φάσμα πραγματικά απάνθρωπων και ανεξήγητων για το ίδιο συμπεριφορών και ενστίκτων βίας.

Άλλωστε πολλές φορές οι άνθρωποι λειτουργούν σαν να μην έχουν επίγνωση του τι πράττουν και είναι ενδιαφέρον ότι απλώς εφευρίσκουν δικαιολογίες για να καλύψουν τις πράξεις τους.

Εν τέλει είναι εύκολο να ρίξουμε την ευθύνη έξω από εμάς, αλλά δεν κερδίζουμε τίποτε με αυτόν τον τρόπο. Η ηθική και πνευματική ανάπτυξη βαραίνει αποκλειστικώς και μόνον τον καθένα από εμάς σε προσωπικό επίπεδο και πειράματα σαν του Στάνφορντ έρχονται να μας υπενθυμίσουν ότι δέον είναι να καλλιεργούμε την ηθική, την αυτοσυνειδησία και τον ανθρωπισμό αντί να βασιζόμαστε σε ξερές νοητικές κατασκευές όπως είναι ο χαρακτήρας, η προσωπικότητα και η ιστορική μας εμπειρία. Μας εφιστούν την προσοχή στις εσωτερικές διεργασίες που διαφεύγουν του συνειδητού μας ελέγχου και υπογραμμίζουν την ανάγκη αναγνώρισης μη λειτουργικών για εμάς και τους άλλους πλευρών που χρειάζεται να μεταμορφωθούν προς το κοινό καλό της ανθρωπότητος.

Άλλωστε οι περισσότεροι άνθρωποι φαίνεται να ακολουθούν τυφλά εντολές και ένστικτα, ασυνείδητες διαδικασίες και ορμές, ενόσω η αντίληψή τους δεν είναι συνειδητή, αλλά αποτέλεσμα επιρροών που υπερβαίνουν παρασάγγας την επικυριαρχία του Εγώ και των δομών της προσωπικότητας. Έχουν άραγε γνώση οι φύλακες; Όπως φάνηκε στο πείραμα του Στάνφορντ, ούτε οι φύλακες, ούτε ο πειραματιστής, αλλά ούτε και οι κρατούμενοι είχαν επίγνωση ενός Πραγματικού που ξεπερνούσε κάθε προσδοκία νοητική και άρα φαντασιακή καθώς επίσης και κάθε συμβολική διαμεσολάβηση.

Ωστόσο άνθρωποι δίχως συμβολική διαμεσολάβηση δεν γίνεται να συνυπάρξουν και εν τέλει αυτή η συμβολική τάξη είναι που μας καθιστά πολιτισμένους. Αυτή είναι η απαρχή του εξανθρωπισμού, η αρχή του λόγου και της αρμονικής, ειρηνικής ύπαρξης του ατόμου και της συνύπαρξής του με άλλους ανθρώπους.

Το πείραμα του Zimbardo δεν έδειξε μονάχα τα κενά στη μεθοδολογία των επιστημόνων και την ευθύνη τους, αλλά επίσης μας κατέστησε φανερό για ακόμη μια φορά το γεγονός ότι ο ανθρώπινος ψυχισμός είναι ευαίσθητος και υπόκειται σε ένστικτα και μερικές ορμές, σε διεργασίες εσωτερικές και εξωτερικές τις οποίες δεν κατανοεί, δεν αντιλαμβάνεται και δεν ελέγχει συνειδητά. Ο έλεγχος της λογικής και της συνείδησης δεν είναι όπως μας αρέσει να πιστεύουμε τόσο ισχυρός και η περηφάνια του εγώ μας ίσως να πλήττεται, εντούτοις, όμως, εάν ξεπεράσουμε την επιφανειακή υπερκάλυψη της προσωπικότητας και τις φαντασιακές μας κατασκευές, εφόσον βέβαια θελήσουμε να μεταμορφώσουμε όσα χρήζουν αλλαγής, είναι στο χέρι μας να αναγνωρίσουμε και να αλλάξουμε πολλά.

Το βήμα της αυτογνωσίας ξεκινα με την αποδοχή ότι μπορούμε να γίνουμε συνειδητοί και ότι θέλουμε να το κάνουμε αυτό αναλαμβάνοντας εμείς το έργο του εξανθρωπισμού των ασυνειδήτων μορφωμάτων.

Ο Zimbardo μας έδειξε μέσα από το παράδειγμα της δικής του αναγνώρισης ότι έχουμε δυνατότητες τόσο θετικές, όσο και αρνητικές, είναι επομένως στο χέρι μας να διδασκόμαστε από τα πειράματα αυτά αντί να εμμένουμε μονάχα στα αρνητικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης και τα αποτελέσματα των δικών μας λαθεμένων κρίσεων και πράξεων. Οι ενήλικες αναγνωρίζουν τα λάθη και σπεύδουν να τα διορθώνουν, αντί να τα επαναλαμβάνουν και οφείλουμε να μαθαίνουμε από την εμπειρία μας, όπως και από τα παραδείγματα του βίου των άλλων.

Έτσι η ιστορία δεν χρειάζεται να επαναληφθεί και ευελπιστούμε ότι τα μελλοντικά πειράματα να μας αποδείξουν περήφανα ότι η ανθρώπινη θέληση ξεπέρασε τις ανθρώπινες αδυναμίες, τα λάθη και τις όποιες ασυνείδητες και συνειδητές μας ελλείψεις.

Μπορούμε να θεραπεύσουμε όλες εκείνες τις πτυχές που χρήζουν θεραπείας με απώτερο σκοπό να λειτουργούμε πιο συνειδητά και αρμονικά για να οικοδομήσουμε έναν κόσμο πιο ανθρώπινο, πιο ειρηνικό, πιο όμορφο και πιο υγιή και δίκαιο για όλους μας!

Πέρα από εγωιστικά φαντασιακές κυριαρχίες και εξουσιαστικές πρακτικές υπάρχει ένας καλύτερος κόσμος που μας περιμένει να τον ζήσουμε και για αυτόν το λόγο το πείραμα του Zimbardo καλό είναι να μας προβληματίσει δημιουργικά και να μας επηρεάσει ως προς τη θετική μεταμόρφωση και την αλλαγή προς το καλύτερο μέσα από μια καθολική ηθική με ανθρώπινο πρόσημο.

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Γιατί ξεχνάμε συνεχώς ονόματα; Έξυπνοι τρόποι για να τα θυμόμαστε
Η Ιστορία του Λεωνίδα και της Μαρίας: Ένα Μάθημα Προσφοράς και Αποτυχημένου Μάρκετινγκ
home-sun
dolce-attica-riviera

Πρόσφατα Άρθρα

Εναλλακτική Δράση