,

Κάποιες φορές δεν μπορείς να πιστέψεις αυτό που βλέπεις, πρέπει να πιστέψεις αυτό που αισθάνεσαι

Όταν ο καθηγητής Κοινωνιολογίας Μόρι Σουόρτς ανακάλυψε ότι του απομένει λίγος χρόνος ζωής, αποφάσισε ότι είχε δύο εκδοχές για το πώς θα ξόδευε το

Κάποιες φορές δεν μπορείς να πιστέψεις αυτό που βλέπεις, πρέπει να πιστέψεις αυτό που αισθάνεσαι

Όταν ο καθηγητής Κοινωνιολογίας Μόρι Σουόρτς ανακάλυψε ότι του απομένει λίγος χρόνος ζωής, αποφάσισε ότι είχε δύο εκδοχές για το πώς θα ξόδευε το υπόλοιπο της ζωής του:

1. Να μείνει έτσι και να λιώνει σαν το κερί μέχρι να έρθει το τέλος του.

Advertisment

2. Να αξιοποιήσει όσο καλύτερα γίνεται τον χρόνο που του απομένει.

Επέλεξε το δεύτερο. Συνέχισε να διδάσκει στο πανεπιστήμιο, να διαβάζει, να γράφει, να δίνει ομιλίες χωρίς να πτοείται. Σιγά σιγά το σώμα του άρχισε να φθείρεται. Τα πόδια του έπαψαν να ανταποκρίνονται και κινούνταν με αναπηρικό αμαξίδιο.
Το πνεύμα του όμως ήταν πιο δυνατό από ποτέ.

Δεν θα ντρεπόταν που πέθαινε. Αντίθετα ο θάνατος θα γινόταν το τελευταίο του σχέδιο, το επίκεντρο των ημερών του. Μια που όλοι θα πεθάνουμε, ο θάνατός του μπορούσε να προσφέρει πολλά. Έτσι δεν είναι;

Advertisment

Ξέροντας πως πεθαίνει, ο Μόρι άρχισε να συναντά ξανά τον παλιό του μαθητή Μιτς στο σπουδαστήριό του κάθε Τρίτη, όπως έκανε κι όταν τον είχε φοιτητή. Η ανανεωμένη σχέση τους εξελίχθηκε σε μια τελευταία σειρά μαθημάτων: μαθημάτων ζωής.

Γράφει ο Μιτς:

Ξαναπήγα την άλλη Τρίτη. Και πολλές ακόμη Τρίτες. Ανυπομονούσα να έρθει η ώρα γι’ αυτές τις επισκέψεις περισσότερο απ’ όσο θα φανταζόταν κανείς, αν λάβουμε υπόψη μας ότι έκανα αεροπορικά πάνω από χίλια χιλιόμετρα για να πάω να καθίσω δίπλα σε έναν άνθρωπο που πέθαινε. Όμως λες και ο χρόνος σταματούσε όποτε επισκεπτόμουν τον Μόρι – και όποτε ήμουν μαζί του, συμπαθούσα περισσότερο τον εαυτό μου. Δεν μιλούσα στο κινητό στη διαδρομή από το αεροδρόμιο. Άσ’ τους να περιμένουν, έλεγα μιμούμενος τον Μόρι.

Η κατάσταση της εφημερίδας στο Ντιτρόιτ δεν είχε βελτιωθεί. Αντίθετα επικρατούσε μεγάλη παράνοια, με άσχημες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους διαδηλωτές και τους αντικαταστάτες που προσλάμβανε η διεύθυνση. Έπεφτε ξύλο, γίνονταν συλλήψεις, άνθρωποι ξάπλωναν στο οδόστρωμα μπροστά από τα φορτηγά που μετέφεραν χαρτί.

Μπροστά σε όλα αυτά οι επισκέψεις μου στον Μόρι ήταν κάτι σαν λουτρό ανθρωπιάς. Μιλούσαμε για τη ζωή, μιλούσαμε για την αγάπη. Μιλούσαμε για ένα από τα αγαπημένα θέματα του Μόρι, τη συμπόνια και τον λόγο που λείπει τόσο πολύ από την κοινωνία μας. Πριν από την τρίτη επίσκεψή μου, σταμάτησα σε μια αγορά που λεγόταν «Ψωμί και Τσίρκο» –είχα δει σακούλες τους στο σπίτι του Μόρι και υπέθεσα ότι θα του άρεσαν τα τρόφιμα που πουλούσαν εκεί– και γέμισα πλαστικά μπολ με φρέσκα φαγητά: ζυμαρικά βερμιτσέλι με λαχανικά, καροτόσουπα και μπακλαβά.

Μπαίνοντας στο γραφείο του Μόρι, σήκωσα ψηλά τις σακούλες, σαν να είχα ληστέψει κάποια τράπεζα.
«Φαγητά, φίλε!» φώναξα.

Ο Μόρι στριφογύρισε τα μάτια του και χαμογέλασε.

Αμέσως άρχισα να αναζητώ ίχνη προόδου της νόσου. Τα δάχτυλά του δούλευαν αρκετά καλά για να γράφει και να κρατάει τα γυαλιά του, αλλά δεν μπορούσε να σηκώσει τα χέρια του πιο ψηλά από το στήθος του. Έμενε όλο και λιγότερο στην κουζίνα και στο σαλόνι και βολευόταν στο γραφείο του, όπου είχε μια μεγάλη σεζ λογκ γεμάτη μαξιλάρια, κουβέρτες και ειδικά κομμάτια αφρολέξ, που πάνω τους στήριζε τα μαραμένα πόδια του. Δίπλα του υπήρχε ένα κουδουνάκι και όποτε ήθελε να μετακινηθεί το κεφάλι του ή να πάει «στον καμπινέ», όπως το έλεγε, το κούναγε, και η Κόνι, ο Τόνι, η Μπέρθα ή η Έιμι –ο μικρός στρατός όσων τον εξυπηρετούσαν– έρχονταν να τον βοηθήσουν. Δεν του ήταν πάντα εύκολο να σηκώσει το κουδουνάκι και εκνευριζόταν όταν δεν μπορούσε να το χτυπήσει.

Τον ρώτησα αν ένιωθε οίκτο για τον εαυτό του.

«Μερικές φορές, το πρωί», μου απάντησε. «Τότε θρηνώ. Ψαχουλεύω το κορμί μου, κουνάω τα δάχτυλα και τα χέρια μου –οτιδήποτε μπορώ ακόμα να κουνήσω– και θρηνώ για όσα έχω χάσει. Θρηνώ για τον αργό, ύπουλο τρόπο που πεθαίνω. Ύστερα όμως μου περνάει».
«Έτσι απλά;»

«Αν χρειαστεί, ρίχνω κι ένα γερό κλάμα. Μετά όμως επικεντρώνομαι σε όλα εκείνα τα ωραία πράγματα που υπάρχουν ακόμα στη ζωή μου. Στους ανθρώπους που έρχονται να με δουν. Στις ιστορίες τους που θα ακούσω. Σ’ εσένα, αν είναι Τρίτη. Επειδή είμαστε οι άνθρωποι της Τρίτης».
Έκανα έναν μορφασμό. Οι άνθρωποι της Τρίτης…

«Μιτς, τόσο μόνο μου επιτρέπω να οικτίρω τον εαυτό μου. Λίγο κάθε πρωί, μερικά δάκρυα και τέρμα».
Στο μυαλό μου ήρθαν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που περνούν τις περισσότερες ώρες τους οικτίροντας τον εαυτό τους. Πόσο χρήσιμο θα ήταν να έβαζαν ένα όριο στην καθημερινή αυτολύπηση. Λίγος χρόνος να κυλάνε τα δάκρυα και ύστερα εμπρός! Αφού μπορούσε να το κάνει ο Μόρι με την τόσο φοβερή αρρώστια…

«Είναι φοβερή μόνο αν τη βλέπεις σαν φοβερή», είπε ο Μόρι. «Είναι φοβερό να παρακολουθώ το κορμί μου να λιώνει αργά και να εκμηδενίζεται. Είναι όμως και υπέροχο το ότι έχω τόσο χρόνο για αποχαιρετισμούς». Χαμογέλασε. «Δεν είναι όλοι τόσο τυχεροί».
Τον κοίταξα εξεταστικά ξαπλωμένο στη σεζ λογκ του, ανίκανο να σηκωθεί, να πλυθεί, να φορέσει το παντελόνι του. Τυχερός; Πιστεύει στ’ αλήθεια πως είναι τυχερός;

Σε ένα διάλειμμα, όταν ο Μόρι χρειάστηκε να πάει στην τουαλέτα, ξεφύλλισα την εφημερίδα της Βοστόνης που ήταν ακουμπισμένη δίπλα στο κάθισμά του. Είδα μια ιστορία για δύο έφηβες σε μια μικρή κωμόπολη οι οποίες βασάνισαν και σκότωσαν έναν άντρα εβδομήντα τριών ετών, που είχε αναπτύξει φιλική σχέση μαζί τους, και ύστερα έκαναν πάρτι στο τροχόσπιτό του επιδεικνύοντας το πτώμα του. Υπήρχε και μια άλλη ιστορία για έναν ετεροφυλόφιλο άντρα που σκότωσε έναν γκέι, ο οποίος εμφανίστηκε σε μια τηλεοπτική εκπομπή και είπε ότι τον έκανε κέφι.

Άφησα την εφημερίδα. Ο Μόρι επέστρεψε χαμογελώντας όπως πάντα και η Κόνι τον μετέφερε από το αναπηρικό καροτσάκι στη σεζ λογκ.
«Θέλεις να το κάνω εγώ αυτό;» ρώτησα.
Ακολούθησε σιωπή για μια στιγμή. Δεν ήμουν καν σίγουρος γιατί το είχα προτείνει, αλλά ο Μόρι κοίταξε την Κόνι και είπε:
«Μπορείς να του δείξεις πώς να το κάνει;»
«Ασφαλώς», αποκρίθηκε εκείνη.

Ακολούθησα τις οδηγίες της, έσκυψα, έδεσα τα χέρια μου κάτω από τις μασχάλες του Μόρι και τον έσυρα προς το μέρος μου σαν να σήκωνα ένα μεγάλο κούτσουρο. Κανονικά όταν σηκώνεις κάποιον, περιμένεις να σε σφίξει κι αυτός με τα χέρια του, αλλά ο Μόρι δεν μπορούσε να το κάνει. Ήταν σαν ένα νεκρό βάρος και ένιωσα το κεφάλι του να χτυπάει μαλακά στον ώμο μου και το κορμί του να κρέμεται από πάνω μου σαν ζυμάρι.
«Αααχ», βόγκηξε απαλά.
«Σε κρατάω, σε κρατάω», του είπα.

Έτσι που τον κρατούσα, αισθάνθηκα απερίγραπτη συγκίνηση. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι ένιωσα τους σπόρους του θανάτου μέσα στο τρεμάμενο κορμί του και όπως τον ακουμπούσα στη σεζ λογκ και τακτοποιούσα το κεφάλι του στα μαξιλάρια, συνειδητοποίησα παγώνοντας ότι ο χρόνος που είχαμε στη διάθεσή μας τελείωνε.

Και έπρεπε κάτι να κάνω

Το 1978 είμαι πρωτοετής. Όλη μας η κουλτούρα περιστρέφεται γύρω από τις ντίσκο και τις ταινίες «Ρόκι» με τον Σταλόνε. Κάνουμε ένα ασυνήθιστο μάθημα Κοινωνιολογίας, κάτι που ο Μόρι αποκαλεί «Ομαδική διαδικασία». Κάθε βδομάδα εξετάζουμε τους τρόπους με τους οποίους τα μέλη της ομάδας αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, πώς αντιδρούν στον θυμό, στη ζήλια, στην προσοχή. Είμαστε ανθρώπινα πειραματόζωα. Συχνά κάποιος καταλήγει να βάλει τα κλάματα. Εγώ αποκαλώ το μάθημα «Μελέτη υπερευαισθησίας». Ο Μόρι λέει πως πρέπει να έχω πιο ανοιχτό μυαλό.

Εκείνη τη μέρα ο Μόρι λέει πως θέλει να δοκιμάσουμε μια άσκηση. Πρέπει να σταθούμε με την πλάτη γυρισμένη ο ένας στον άλλο και να πέσουμε προς τα πίσω θεωρώντας ότι θα μας πιάσει κάποιος συμφοιτητής μας. Οι περισσότεροι δεν αισθανόμαστε άνετα με αυτό το πράγμα και δεν αφηνόμαστε περισσότερο από μερικά εκατοστά πριν σταματήσουμε μόνοι μας την πτώση μας. Γελάμε αδέξια.
Τελικά μια λεπτή, σιωπηλή μελαχρινή, που έχω προσέξει ότι πάντα σχεδόν φοράει φαρδιά πλεκτά πουλόβερ, σταυρώνει τα χέρια της στο στήθος, κλείνει τα μάτια, γέρνει πίσω και δεν σταματάει την πτώση της.

Για μια στιγμή είμαι σίγουρος πως θα χτυπήσει στο πάτωμα. Την τελευταία στιγμή αυτός που είναι πίσω της την αρπάζει από το κεφάλι και τους ώμους και τη στήνει όρθια.
«Όπα!» φωνάζουν αρκετοί. Μερικοί χειροκροτούν. Και ο Μόρι χαμογελάει.

«Λοιπόν», λέει στην κοπέλα, «έκλεισες τα μάτια σου. Αυτό έκανε τη διαφορά. Κάποιες φορές δεν μπορείς να πιστέψεις αυτό που βλέπεις, πρέπει να πιστέψεις αυτό που αισθάνεσαι. Αν καταφέρεις κάποτε να κάνεις τους άλλους να σε εμπιστευτούν, πρέπει να νιώθεις ότι μπορείς κι εσύ να τους εμπιστεύεσαι – ακόμη και αν βρίσκεσαι στο σκοτάδι. Ακόμη και όταν πέφτεις».

Το απόσπασμα προέρχεται  από το βιβλίο Κάθε Τρίτη με τον Μόρι του Mitch Albom. Διαβάστε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου.

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Αν δεν το πεις εσύ, θα το πει το σώμα σου
Υπάρχει το «για πάντα»... κι είναι ωραίο να το λες
Έβαλα τα χέρια μου στις τσέπες... και βρήκα ξεχασμένα γράμματα που κάποτε τα κουβαλούσα σαν φυλαχτό...
Πόσο συνδεδεμένοι αισθάνονται οι άνθρωποι στην εποχή των κοινωνικών μέσων;

Πρόσφατα Άρθρα

Εναλλακτική Δράση