Τα όρια αποτελούν την αόρατη γραμμή που διαχωρίζει την ευθύνη και τις ανάγκες μέσα σε μία σχέση

Τα δυσλειτουργικά όρια στις ανθρώπινες σχέσεις αναδύονται από βαθιές ανάγκες σύνδεσης, ασφάλειας και αποδοχής.

Τα όρια αποτελούν την αόρατη γραμμή που διαχωρίζει την ευθύνη και τις ανάγκες μέσα σε μία σχέση

Μια γυναίκα απαντά σε μηνύματα αργά τη νύχτα, ενώ το σώμα ζητά ξεκούραση. Ένας άνδρας δέχεται διαρκώς επιπλέον ευθύνες στη δουλειά, ενώ μέσα του συσσωρεύεται κόπωση. Και οι δύο επιθυμούν σύνδεση, αποδοχή, σταθερότητα. Κάπου στη διαδρομή, η φροντίδα προς τον άλλον υπερβαίνει τη φροντίδα προς τον εαυτό. Η εσωτερική ένταση αυξάνεται, η δυσαρέσκεια συσσωρεύεται, η σχέση βαραίνει.

Τα διαπροσωπικά όρια αποτελούν την αόρατη γραμμή που διαχωρίζει την ευθύνη, τα συναισθήματα και τις ανάγκες του ενός από του άλλου. Όταν αυτή η γραμμή παραμένει σαφής και ευέλικτη, η σχέση αναπνέει. Όταν διαχέεται ή σκληραίνει, η σύνδεση αποκτά στρέβλωση. Η κατανόηση των δυσλειτουργικών ορίων και των αιτιών που δυσκολεύουν την υγιή οριοθέτηση φωτίζει βαθύτερες ψυχολογικές διεργασίες που αγγίζουν την ταυτότητα και τον φόβο απώλειας.

Advertisment

Τα δυσλειτουργικά όρια

Στις σχέσεις με διάχυτα όρια, οι ανάγκες και τα συναισθήματα αλληλεπικαλύπτονται. Η δυσφορία του ενός βιώνεται ως προσωπική ευθύνη του άλλου. Η άρνηση μοιάζει με απειλή. Η φροντίδα μετατρέπεται σε υπερπροσαρμογή.

Συχνά εμφανίζεται έντονος φόβος απόρριψης. Η αξία συνδέεται με τη διαθεσιμότητα και την ικανοποίηση των προσδοκιών των άλλων. Η υπερπροσφορά δημιουργεί πρόσκαιρη αίσθηση ασφάλειας, ενώ παράλληλα ενισχύει την εσωτερική εξάντληση. Η ταυτότητα οργανώνεται γύρω από τη φροντίδα του άλλου και όχι γύρω από τις προσωπικές επιθυμίες.

Η συγχώνευση προσφέρει εγγύτητα, όμως περιορίζει την ατομικότητα. Η σχέση λειτουργεί ως καθρέφτης αξίας και η αυτοεκτίμηση ρυθμίζεται εξωτερικά.

Advertisment

Στον αντίποδα, τα άκαμπτα όρια δημιουργούν συναισθηματική απόσταση. Η αυτονομία αποκτά υπερβολική έμφαση. Η ευαλωτότητα περιορίζεται. Η ανάγκη προστασίας κυριαρχεί.

Συχνά το μοτίβο αυτό συνδέεται με προηγούμενες εμπειρίες απογοήτευσης ή προδοσίας. Η απόσταση λειτουργεί ως άμυνα. Η αυτοπροστασία αποκτά προτεραιότητα έναντι της σύνδεσης. Οι σχέσεις παραμένουν επιφανειακές ή χαρακτηρίζονται από περιορισμένη συναισθηματική ανταλλαγή.

Η σταθερότητα που προσφέρει η απόσταση συνοδεύεται από μοναξιά. Η αίσθηση αυτάρκειας καλύπτει μια βαθύτερη ανάγκη εγγύτητας.

Σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζεται εναλλαγή μεταξύ έντονης εγγύτητας και απόσυρσης. Η σχέση αποκτά κυκλικό χαρακτήρα: περίοδοι συγχώνευσης ακολουθούνται από απομάκρυνση. Η ένταση λειτουργεί ως ρυθμιστής οικειότητας.

Η θεωρία προσκόλλησης του John Bowlby φωτίζει αυτή τη δυναμική. Αγχώδη και αποφευκτικά μοτίβα ενδέχεται να συνυπάρχουν, δημιουργώντας εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη σύνδεσης και στον φόβο απώλειας ελέγχου. Η αβεβαιότητα ενισχύει το άγχος και η σταθερότητα μοιάζει εύθραυστη.

Τα αίτια της δυσκολίας υγιούς οριοθέτησης

Η ικανότητα οριοθέτησης ριζώνει στις πρώτες εμπειρίες σχέσης. Το παιδί μαθαίνει ποιος είναι μέσα από τον τρόπο που το βλέπουν και ανταποκρίνονται οι σημαντικοί άλλοι. Όταν η φροντίδα συνοδεύεται από σεβασμό στην αυτονομία, διαμορφώνεται σταδιακά αίσθηση ξεχωριστής ταυτότητας. Όταν η αγάπη συνδέεται με συμμόρφωση, προσαρμογή ή ικανοποίηση των αναγκών του γονέα, το παιδί οργανώνει την επιβίωσή του γύρω από την ευαισθησία προς τον άλλον.

Στη θεωρία προσκόλλησης του John Bowlby, τα πρώιμα βιώματα δημιουργούν «εσωτερικά μοντέλα εργασίας» για τον εαυτό και τους άλλους. Ένα παιδί που βίωσε ασυνεπή ανταπόκριση ενδέχεται να αναπτύξει αυξημένη επαγρύπνηση προς τα συναισθήματα των άλλων, εις βάρος της δικής του εσωτερικής σταθερότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η οριοθέτηση ενεργοποιεί άγχος απώλειας.

Σε οικογενειακά συστήματα με έντονη συγχώνευση, όπως τα περιγράφει ο Murray Bowen, η διαφοροποίηση του εαυτού παραμένει περιορισμένη. Το συναίσθημα κυκλοφορεί ανεμπόδιστα ανάμεσα στα μέλη, ενώ η ατομική θέση βιώνεται ως απειλή συνοχής. Η μετέπειτα δυσκολία θέσπισης ορίων αντικατοπτρίζει αυτή την πρώιμη σύγχυση μεταξύ σύνδεσης και ταύτισης.

Η ντροπή διαβρώνει τη δυνατότητα οριοθέτησης σε βαθύτερο επίπεδο. Όταν το παιδί βιώνει επανειλημμένα ότι οι ανάγκες ή οι επιθυμίες του προκαλούν ενόχληση ή απόρριψη, αναπτύσσεται εσωτερική πεποίθηση ελαττωματικότητας. Η διεκδίκηση προσωπικού χώρου συνδέεται τότε με αίσθηση κινδύνου.

Η ντροπή δεν εκδηλώνεται πάντοτε συνειδητά. Συχνά λειτουργεί ως σιωπηλή υπόθεση: «η ανάγκη επιβαρύνει», «η διαφωνία διαλύει». Η οριοθέτηση βιώνεται ως πράξη που εκθέτει τον εαυτό. Σε αυτή τη δυναμική, η αποφυγή σύγκρουσης αποκτά χαρακτήρα αυτοπροστασίας.

Η ενοχή συνδέεται επίσης στενά με τη δυσκολία οριοθέτησης. Η αίσθηση ότι η δυσαρέσκεια του άλλου αποτελεί προσωπική ευθύνη οδηγεί σε υπερπροσαρμογή. Το άτομο αναλαμβάνει συναισθηματικά βάρη που υπερβαίνουν την πραγματική του ευθύνη κι η εσωτερική ηρεμία εξαρτάται από τη ρύθμιση της διάθεσης του άλλου.

Η οριοθέτηση προϋποθέτει αίσθηση εσωτερικής αξίας. Όταν η αυτοεκτίμηση βασίζεται κυρίως σε εξωτερική αποδοχή, κάθε ενδεχόμενη δυσαρέσκεια του άλλου βιώνεται ως απειλή ταυτότητας. Η ανάγκη διατήρησης της θετικής εικόνας υπερισχύει της ανάγκης αυθεντικής έκφρασης.

Η ταυτότητα παραμένει ρευστή και εξαρτημένη από τη σχέση. Η συγκατάθεση προσφέρει ασφάλεια, ενώ η διαφωνία ενεργοποιεί το φόβο εγκατάλειψης. Σε αυτή τη συνθήκη, το όριο μοιάζει με ρήξη. Η ψυχολογική επένδυση στη διατήρηση αρμονίας ενισχύει την αυτοσιωπή.

Παράλληλα, η δυσκολία αναγνώρισης προσωπικών αναγκών επιτείνει το πρόβλημα. Όταν η προσοχή κατευθύνεται διαρκώς προς τα έξω, η εσωτερική φωνή εξασθενεί. Η σύγχυση μεταξύ προσωπικών και ξένων συναισθημάτων δημιουργεί θόλωση. Η οριοθέτηση απαιτεί πρώτα σαφή εσωτερική διάκριση.

Σε άτομα που έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες, η ανάγκη ελέγχου ενδέχεται να αυξηθεί σημαντικά. Η ανάληψη υπερβολικής ευθύνης λειτουργεί ως μηχανισμός διαχείρισης αβεβαιότητας. Η πεποίθηση ότι η διαρκής προσαρμογή προλαμβάνει τη σύγκρουση ενισχύει την απουσία ορίων.

Σε περιπτώσεις όπου το παιδί κλήθηκε να φροντίσει συναισθηματικά έναν γονέα, αναπτύσσεται πρώιμη ωρίμανση και υπερ-ευθύνη. Η ταυτότητα συγκροτείται γύρω από τον ρόλο του φροντιστή. Στην ενήλικη ζωή, η αποδέσμευση από αυτόν τον ρόλο συνοδεύεται από έντονη ενοχή.

Η δυσκολία οριοθέτησης ενισχύεται από πολιτισμικά πλαίσια που προάγουν την αυτοθυσία ως ηθική ανωτερότητα. Σε συλλογικές κουλτούρες, η οικογενειακή συνοχή συχνά προηγείται της ατομικής διαφοροποίησης. Οι κοινωνικοί ρόλοι φύλου ενδέχεται να επιβαρύνουν συγκεκριμένες ομάδες με αυξημένη ευθύνη φροντίδας.

Η κοινωνική επιβράβευση της διαθεσιμότητας και της υπερ-απόδοσης καθιστά τα όρια αντικείμενο παρεξήγησης. Η ξεκάθαρη άρνηση συχνά ερμηνεύεται ως ψυχρότητα. Σε αυτό το περιβάλλον, η υγιής οριοθέτηση απαιτεί εσωτερική σταθερότητα και αντοχή στην πιθανή κριτική.

Ο δρόμος προς την υγιή οριοθέτηση

Η υγιής οριοθέτηση ξεκινά από εσωτερική επίγνωση. Η κατανόηση των προσωπικών ορίων απαιτεί σύνδεση με συναισθήματα και σωματικά σήματα. Η κόπωση, η ενόχληση ή η σιωπηλή δυσαρέσκεια λειτουργούν ως ενδείξεις υπέρβασης.

Η διατύπωση ορίων με σταθερότητα και ηρεμία ενισχύει τον σεβασμό. Η ευθύνη για τα προσωπικά συναισθήματα παραμένει στον φορέα τους. Η οριοθέτηση δεν περιλαμβάνει επίθεση ούτε κατηγορία. Περιλαμβάνει καθαρότητα.

Η διαδικασία θέσπισης ορίων ενεργοποιεί άγχος, ιδιαίτερα όταν έρχεται σε αντίθεση με παλιά μοτίβα. Η αντοχή σε αυτή τη δυσφορία αποτελεί βήμα ωρίμανσης, ενώ η σταδιακή εμπειρία θετικής ανταπόκρισης ενισχύει την εσωτερική ασφάλεια.

Τα δυσλειτουργικά όρια στις ανθρώπινες σχέσεις αναδύονται από βαθιές ανάγκες σύνδεσης, ασφάλειας και αποδοχής. Η συγχώνευση, η απόσταση και η αστάθεια αποτελούν εκφράσεις εσωτερικών συγκρούσεων ανάμεσα στην εγγύτητα και στην αυτονομία.

Η υγιής οριοθέτηση προϋποθέτει διαφοροποίηση, αυτογνωσία και αντοχή στη συναισθηματική ένταση. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η σχέση παύει να αποτελεί πεδίο απώλειας εαυτού και μετατρέπεται σε χώρο συνάντησης δύο διακριτών και σταθερών ταυτοτήτων. Τα όρια λειτουργούν τότε ως πράξη σεβασμού, τόσο προς τον άλλον όσο και προς τον εσωτερικό πυρήνα της προσωπικής ύπαρξης.

Πηγές

  • Bowlby, J. (1969/1982). Attachment and Loss, Vol. 1: Attachment. New York: Basic Books.
  • Bowen, M. (1978). Family Therapy in Clinical Practice. New York: Jason Aronson.
  • Brown, B. (2012). Daring Greatly. New York: Gotham Books.
  • Kernberg, O. (1984). Severe Personality Disorders: Psychotherapeutic Strategies. New Haven: Yale University Press.
  • Linehan, M. M. (1993). Cognitive-Behavioral Treatment of Borderline Personality Disorder. New York: Guilford Press.
  • Tangney, J. P., & Dearing, R. L. (2002). Shame and Guilt. New York: Guilford Press.

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πόσο χρόνο χρειάζεται η καρδιά για να επουλωθεί μετά τον χωρισμό;
Μέθοδος "Αφήστε τους" | Πώς να αγαπήσετε τους δύσκολους ανθρώπους
Ghosting
Η συγγνώμη είναι το πρώτο βήμα. Η πράξη που ακολουθεί, είναι εκείνη που κάνει τη συγγνώμη αληθινή

Πρόσφατα Άρθρα

Εναλλακτική Δράση