Ο ψυχολόγος Charles Snyder, ένας από τους πρώτους που μελέτησαν επιστημονικά την έννοια της ελπίδας, περιέγραψε την ελπίδα όχι ως αίσθημα ή ευχή, αλλά ως δομημένη ψυχική ικανότητα. Μια ψυχική διαδικασία που ενεργοποιείται όταν ο άνθρωπος:
- Σχηματίζει έναν στόχο
- Σχεδιάζει διαδρομές για να τον φτάσει
- Εμπιστεύεται ότι μπορεί να βαδίσει αυτές τις διαδρομές
Η ελπίδα δηλαδή, δεν ταυτίζεται με αισιοδοξία. Δεν προϋποθέτει βεβαιότητες, ούτε φιλτράρει την πραγματικότητα προς το ευχάριστο. Αντίθετα, αφορά τη σύνδεση με ένα νόημα που κινεί τον άνθρωπο προς τα μπροστά, ακόμη και μέσα σε δύσκολες ή ασαφείς συνθήκες.
Advertisment
Κι εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα:
Τι συμβαίνει όταν το μέλλον χάνει τον προσανατολισμό του; Όταν ο κόσμος δεν προσφέρει πια το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η ελπίδα;
Όταν ο κόσμος δεν υπόσχεται πια τίποτα
Σήμερα, η απώλεια ελπίδας δεν έρχεται μέσα από κάποια εσωτερική θλίψη, αλλά από το ίδιο το εξωτερικό περιβάλλον: έναν κόσμο που μοιάζει κάθε μέρα πιο ασταθής, απειλητικός και μη φιλόξενος για τη συνέχεια.
Πτυχία χωρίς επαγγελματική προοπτική. Ανθρώπινες σχέσεις υπό πίεση. Πόλεις που γίνονται απρόσιτες, ανεργία που επεκτείνεται σιωπηλά, οικονομική ανασφάλεια που διαβρώνει την καθημερινή ζωή. Και στο βάθος, μακροκοινωνικές απειλές: κλιματική κρίση, γεωπολιτική αστάθεια, πόλεμοι, κρίσεις που διαδέχονται η μία την άλλη.
Advertisment
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η ελπίδα υποχωρεί σταδιακά. Ο κόσμος χάνει τη δυνατότητα να προσφέρει εναλλακτική, προοπτική, υπόσχεση. Όταν οι θεσμοί, οι αφηγήσεις και οι προσδοκίες καταρρέουν, μαζί τους οπισθοδρομεί και η ικανότητα του ανθρώπου να συνδεθεί με το μέλλον του.
Όταν οι προοπτικές ξεθωριάζουν
Μια καθημερινότητα δίχως προσμονή δεν γίνεται απαραίτητα δυσλειτουργική. Ο άνθρωπος συνεχίζει να εκτελεί ρόλους, να απαντά στις υποχρεώσεις του, να συντηρεί σχέσεις. Όμως μέσα του διαμορφώνεται ένα είδος ψυχικής σιωπής. Ένα κλίμα ακινησίας που δεν μοιάζει με κατάθλιψη, αλλά με αποσύνδεση από την ιδέα της συνέχειας.
Η ψυχολογία το έχει περιγράψει: σε καταστάσεις όπου η προσπάθεια δεν οδηγεί σε αλλαγή, ο άνθρωπος αναπτύσσει μια μορφή παθητικής επιβίωσης. Ο Martin Seligman μίλησε για τη learned helplessness, τη μαθημένη αβοηθησία – μια εσωτερική εγκατάλειψη της πίστης ότι η δράση έχει αποτέλεσμα.
Σε τέτοιες περιόδους, η επιθυμία χωρίς να σβήνει, περιορίζεται. Οι στόχοι μικραίνουν και το μέλλον δεν εμφανίζεται ως συνέχεια, αλλά ως κάτι ασαφές και ομιχλώδες. Κι έτσι, ο άνθρωπος λειτουργεί, αλλά χωρίς να κατοικεί πλήρως τη ζωή του.
Κι αν κάποιος συνεχίζει να ελπίζει;
Υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να διατηρούν μέσα τους μια μορφή εμπιστοσύνης στη συνέχεια — όχι επειδή περιμένουν κάτι ευνοϊκό, αλλά γιατί έχουν επιλέξει έναν τρόπο να ζουν με νόημα, ακόμη και μέσα στο αβέβαιο.
Στην ψυχολογία της αυτο-αποτελεσματικότητας (Albert Bandura), αυτή η ικανότητα συνδέεται με την πίστη ότι η προσωπική δράση μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Δεν απαιτεί θετικές προβλέψεις. Απλώς στηρίζεται σε έναν εσωτερικό διάλογο που λέει: “Ακόμα κι έτσι, κάτι αξίζει να προσπαθήσω.”
Η ελπίδα έτσι, χωρίς να μοιάζει με φλόγα που καίει, θυμίζει περισσότερο εσωτερική κατεύθυνση: ένα βλέμμα που παραμένει στραμμένο προς το νόημα, ακόμη κι όταν όλα γύρω κινούνται απρόβλεπτα. Οι άνθρωποι που ζουν έτσι δεν αναζητούν διαβεβαιώσεις. Επιλέγουν να συνεχίζουν, γιατί κάτι μέσα τους επιμένει ότι η συνέχεια αξίζει, επειδή είναι πράξη νοήματος από μόνη της.
Τι γεννά την ελπίδα και πώς αυτή ανθίζει
Η ελπίδα δεν είναι προνόμιο χαρακτήρα. Είναι δεξιότητα που μπορεί να καλλιεργηθεί. Απαιτεί όμως περιβάλλοντα που επιτρέπουν στον άνθρωπο να τη βιώσει. Σχέσεις που τον αποδέχονται. Καθημερινότητες που αφήνουν χώρο για επιθυμία. Εμπειρίες που δικαιώνουν την προσπάθειά του.
Από νευροβιολογικής άποψης, η ελπίδα συνδέεται με την ενεργοποίηση του συστήματος ανταμοιβής και την έκκριση ντοπαμίνης. Όπως εξηγεί η νευροεπιστήμονας Tali Sharot, η ελπίδα ενισχύει τη γνωστική ευελιξία και κινητοποιεί προς δράση, ακόμα και σε περιβάλλοντα μεγάλης αβεβαιότητας.
Η μνήμη παίζει κρίσιμο ρόλο. Όσοι άνθρωποι έχουν διανύσει δύσκολες περιόδους και θυμούνται πώς στάθηκαν μέσα σε αυτές, έχουν στη διάθεσή τους εσωτερικά σημεία σταθερότητας. Αλλά και η φαντασία ως ικανότητα να σχηματίζεις εικόνες ενός πιθανού μέλλοντος, αποτελεί βασικό μηχανισμό ελπίδας.
Και τέλος, οι σχέσεις: η εμπειρία πως κάποιος πιστεύει σε εσένα, ακόμη και όταν εσύ δυσκολεύεσαι να πιστέψεις στον εαυτό σου, γίνεται θεμέλιο για τη δημιουργία ψυχικής προοπτικής.
Πώς συνεχίζει ο άνθρωπος μέσα σε έναν αβέβαιο κόσμο
Όταν ο κόσμος δοκιμάζει συνεχώς τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, η ελπίδα δεν εμφανίζεται ως υπόσχεση. Λειτουργεί περισσότερο σαν εσωτερική πίστη. Όχι πίστη ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά ότι η ίδια η κίνηση προς τα μπροστά έχει αξία.
Η ελπίδα δεν θορυβεί κι εκείνος που συνεχίζει να ελπίζει παραμένει παρών. Δημιουργεί σχέσεις που έχουν ουσία, φροντίζει πράγματα που δεν εξασφαλίζουν ανταπόδοση, επιλέγει κάθε μέρα να δίνει υπόσταση σε ένα αύριο που δεν έχει ακόμη φανεί
Σε εποχές που το εξωτερικό τοπίο χάνει τη σταθερότητά του, το εσωτερικό γίνεται το τελευταίο καταφύγιο. Εκεί διατηρείται η δυνατότητα της επιλογής. Να αντιμετωπίζεις τη ζωή με πρόθεση, να πιστεύεις ότι αξίζει να μείνεις παρών, να επιτρέπεις στα αισθήματά σου να αναπνέουν, να σηκώνεσαι κάθε πρωί και να συνεχίζεις, με εκείνη την αίσθηση που λέει: «Ακόμα έχει νόημα να συμμετέχω».
“Να ελπίζεις σημαίνει να είσαι έτοιμος, ανά πάσα στιγμή, για αυτό που ακόμη δεν έχει γεννηθεί.“- Erich Fromm
Βιβλιογραφία & Πηγές:
- C.R. Snyder (2002). Hope Theory: Rainbows in the Mind. Psychological Inquiry, 13(4)
- Martin Seligman (1975). Helplessness: On Depression, Development, and Death.
- Albert Bandura (1997). Self-efficacy: The Exercise of Control.
- Tali Sharot (2011). The optimism bias: A tour of the irrationally positive brain.
- Shane Lopez (2013). Making Hope Happen: Create the Future You Want for Yourself and Others.


































