Δεν είναι οι πληγές των ανθρώπων, χαρακιές. Κεντήματα είναι, που ‘χουν υφανθεί με περίσσιο κοκκινόχρωμα, κίτρινο των ηλιοτροπιών και μπόλικο πράσινο της προσμονής.

Κι αν ήρθαν απρόσκλητες, με δόλο στο ξεπούλημα, πάνω στην βελονιά, οι κεντημένοι άνθρωποι, προσθέτουν την σταυροβελονιά, για να λειαίνουν την επιφάνεια και να ονειρεύονται, πώς τίποτα δεν χαρίζεται.

Μα, δεν είναι ζωή, «πώς έπαιξα, πώς κέρδισα» έλεγε ο παππούς μου, είναι τις βελονιές μου πώς μοίρασα, πώς έκρυψα, πώς άκουσα.

Εκείνα τα απόβραδα τα γεμάτα πούσι των αλκυονίδων, το άλικο του ουρανού σε προκαλεί να διαλέξεις την μεριά σου. Κι έτσι γεννιούνται αυτοί που κεντούν και οι άλλοι που υφαίνονται.

Θα τους αναγνωρίσεις ευκολότερα στην εποχή των εκπτώσεων, δίπλα στα αποκριάτικα κοστούμια. Οι πρώτοι είναι, όσοι αναζητούν το απόλυτο καμουφλάζ, στολές εξεζητημένες, που καλύπτουν το πρόσωπο, φανταχτερές, εκεί επενδύουν το κέντημα τους, κι ύστερα εξανεμίζονται.

Η διαφορά τους με τους δεύτερους, είναι πώς ποτέ δεν αποχωρίζονται την χρυσή τους μάσκα, άλλωστε έτσι καλύπτουν τις εκφράσεις του προσώπου.

Κρατούν τα κλειδιά τους πισώπλατα, και ποτέ δεν θα τα εμφανίσουν στο σημείο της καρδιάς. Αυτή είναι η άμυνα των αχάριστων και ιδιοτελών ανθρώπων.

Μία άκυρη ειρωνικά άμυνα όμως, από την οποία δεν προστατεύονται ούτε οι ίδιοι. Ό,τι πρόσκαιρα λαμβάνουμε, μας προσφέρει μία παροδική νίκη, δεν χτίζει όμως θεμέλια ουσιαστικά στο επίτευγμα του να εξελιχθούμε ελέγχοντας την ισορροπία, του δούναι και λαβείν.

Υπάρχει ένα έμφυτο συναίσθημα για το οποίο, κανείς δεν έχει θεσπίσει έπαινο, είναι ο σεβασμός, στις πληγές, στην μοναδικότητα, στην δοτικότητα, στο μοίρασμα. Μα δεν διδάσκεται, συμβαίνει ακούσια και η έμπνευσή του, συνάδει με την εκτίμηση.

Από το πόσο εκτιμούμε, την αξία και όχι την προσωπική μας απολαβή, ξεκινά, το πώς θα διαχειριστούμε τον ψυχισμό του άλλου.

Οι εκπτωτικοί άνθρωποι ψυχικά, αντιμετωπίζουν τις κλωστές των άλλων, εξίσου εκπτωτικά, γίνονται όμως σπουδαίοι δάσκαλοι.

Στροβιλίζονται ξέμπαρκοι, στην δίνη, των προσωπικών τους πληγών, -γιατί αλίμονο, όλοι αναζητούν την Ιθάκη- μα αντί να την φτάσουν μπολιάζοντας τα πάθη, τα λάθη, τη λήθη, στήνουν ονειροπαγίδες στο διάβα τους. Ήδη, είναι από μόνοι τους μίζεροι, μην τους φθονείς, σου έδωσαν ένα καλό μάθημα για την ακροβασία της ζωής.

Με σμυρνόπανο κανείς δεν κατάφερε να ενώσει, εκείνη την γραμμή του ορίζοντά του, όπου συμπίπτουν θάλασσα κι ουρανός.

Όσοι διαλέγουν να γίνουν ράφτες, πάνω σε κλωστές ξεθωριασμένες, είναι αυτοί οι ξεχωριστοί, που περιμένουν να μεστώσει το κρασί στο βαρέλι τους, ποτέ δεν σκέφτηκαν να τρυπήσουν τον πάτο.

Η φιλία τους είναι πολύτιμη, σε γνώση και εμπειρία.

Κι είναι το πιότερο δύσκολο να ημερεύεις πληγές, από το να μαζεύεις μάσκες, όσο ανηφορικά δυσκολότερος είναι ο πρώτος δρόμος, σου δίνει το πολύτιμο εφόδιο, όχι της πίστης σε ουτοπίες, αλλά στον απέναντι του καθρέφτη σου.

Μεγαλώνοντας τα κεντήματα, όπως και οι εμπνευστές τους, γίνονται προνόμια, υποβαστάζουν όλες εκείνες τις λέξεις τις ανείπωτες, που πλέκουν τις νύχτες μας. Θα ήταν τόσο μονόχνοτη τούτη η αγρύπνια, αν δεν υπήρχαν οι αιτίες των πληγών.

Μεγαλώνοντας μαθαίνουμε, να τις ξεδιαλύνουμε, να τις ξεμπλέκουμε και όταν ωριμάζουμε τις αποδεχόμαστε.

Μα να φροντίζεις να μην τους κάνεις την χάρη, να μην ξεχνάς.

Ο μοναδικός κ.Ματθαίος Γιωσαφάτ, είχε αναφέρει κάποτε πώς η ανθρώπινη φύση είναι δομημένη από την μέγιστη δύναμη, του να ξεπερνά ακόμη και την ισχυρότερη απώλεια από το χαμό ενός παιδιού. Κανείς δεν είναι ικανός, να πληγώσει τον άλλον, ως εαυτόν του. Η μεγαλύτερη πρόκληση, πάντα, θα συνίσταται στην αντιμετώπιση της αυριανής ημέρας.

Εάν χωρούσαν σε μία ζυγαριά οι σιωπές, θα μειονεκτούσαν έναντι του διαλόγου και των επιχειρημάτων. Είναι στη φύση μας, η αντίσταση και η αποκοπή σε ότι μας πληγώνει. Κι αυτό συμβαίνει για δύο λόγους, ο πρώτος είναι ότι δεν γερνάμε μιζεριάζοντας, και ο δεύτερος, ότι μας βοηθάει να μεγαλώνουμε.

Στο ράβε – ξήλωνε των συναισθημάτων, φρόντιζε να κρατάς τις υγιείς κλωστές, μήτε το ψαλίδι, μήτε την βελόνα. Κανείς δεν γεννήθηκε να λύνει πληγές, γιατί και οι ίδιες δεν περιέχουν κόμπους, μα όσους διαλέγουμε να μας αντιμετωπίζουν δίκαια, είναι αυτοί δεν θα τις δημιουργήσουν καν.

Οι άνθρωποι που ελίσσονται επιτηδευμένα, έχουν κρατήσει ήδη το ψαλίδι. Μαθαίνουμε να τους ξεχωρίζουμε με έναν απλούστατο τρόπο, τις πράξεις τους.

Να θυμάσαι να χρησιμοποιείς υλικά που δεν φθείρονται, σκέψεις, λέξεις, αγκαλιές, ανεξίτηλα χρώματα. Τότε οι άνθρωποι δεν έχουν μπαλώματα, αλλά μυρίζουν σαν την πρωινή μπουγάδα την ώρα που φυσά ο νοτιάς.

Να μην ξεχνάς τα λόγια των δασκάλων, που ποτέ δεν συμφωνούσαν, από την μία πως το πολυτιμότερο της ζωής είναι να είσαι οφέλιμος, για σένα στους άλλους, κι από την άλλη πως κανείς δεν ψήλωσε, παίρνοντας μπόι. Άλλωστε εκείνο που ουσιαστικά μας ανήκει, είναι εκείνο που έχουμε να προσφέρουμε.

Οι κεντημένες ψυχές δεν ξεφτίζουν, γιατί αποδέχθηκαν τις βελονιές τους, τις έκαναν ηλιοβασίλεμα, τους έδωσαν χρώματα του δειλινού και μυρωδιά αξιοπρέπειας, μέχρι το επόμενο χρυσό πρωινό.

Θεοδώρα Καζακίδου – Νοσηλεύτρια

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε