Της Virginia Satir

Πριν από μερικά χρόνια ανέλαβα ν’ ασχοληθώ, ως ψυχολό­γος, με άτομα που ζούσαν από το ταμείο κοινωνικής πρόνοιας της νότιας κομητείας. Αυτό που ήθελα να κάνω ήταν να αποδεί­ξω ότι όλοι έχουν την ικανότητα να γίνουν αυτάρκεις και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να τους ενεργοποιήσουμε. Ζήτησα από την κομητεία να φτιάξει μια ομάδα από άτομα που συντηρούνταν από την κοινωνική πρόνοια, από άτομα με διαφορετική εθνική καταγωγή και από οικογένειες διαφορε­τικής υφής. Θα τους έβλεπα σαν ομάδα για τρεις ώρες κάθε Παρασκευή. Ζήτησα, επίσης, ένα μικρό ταμείο το οποίο θα χρειαζόμουν.

Το πρώτο πράγμα που είπα αφού αντάλλαξα χειραψία με όλους ήταν: «Θα ήθελα να μάθω ποια είναι τα όνειρα σας». Με κοιτούσαν όλοι σαν να ήμουν τρελή.

«Όνειρα; Δεν έχουμε όνειρα».

«Καλά, κι όταν ήσαστε παιδιά;» ρώτησα. «Δεν υπήρχε κάτι που θέλατε πάρα πολύ να κάνετε;»

Μια γυναίκα μου είπε: «Δεν ξέρω σε τι θα με ωφελούσαν τα όνειρα. Οι αρουραίοι τρώνε τα παιδιά μου».

«Ω», είπα. «Αυτό είναι τρομερό. Βέβαια, είσαι απασχολημένη τους αρουραίους και τα παιδιά σου. Πώς θα μπορούσε κανείς να το αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα;»

«Να, θα μπορούσα ν’ αλλάξω τη σήτα στην πόρτα μου, η οποία έχει τρύπες».

«Υπάρχει κανείς εδώ», ρώτησα, «που μπορεί να φτιάξει τη σήτα στην πόρτα;»

«Πριν από καιρό έφτιαχνα τέτοια πράγματα, τώρα όμως έχω ένα φοβερό πρόβλημα στην πλάτη, αλλά θα προσπαθήσω», είπε ένας άντρας από την ομάδα.

Του είπα ότι είχα μερικά χρήματα διαθέσιμα, αν μπορούσε να πάει ν’ αγοράσει σήτα και να φτιάξει την πόρτα της συγκεκριμένης γυναίκας.

«Σου είναι εύκολο;»

«Ναι, θα προσπαθήσω».

Την επόμενη βδομάδα, όταν ο καθένας από την ομάδα πήρε τη θέση του, ρώτησα τη γυναίκα. «Λοιπόν, διορθώθηκε πόρτα σου;»

«Ω, ναι», είπε.

«Τότε μπορούμε ν’ αρχίσουμε να ονειρευόμαστε, έ;» Μου χαμογέλασε αχνά.

Μετά ρώτησα τον άντρα που έκανε τη δουλειά: «Πώς νιώθεις;»

«Λοιπόν», είπε εκείνος, «είναι πολύ παράξενο. Έχω αρχίσει να νιώθω πολύ καλύτερα».

Αυτό βοήθησε την ομάδα να αρχίσει να κάνει όνειρα. Αυτές οι μικροεπιτυχίες επέτρεψαν σε όλους να αντιλη­φθούν ότι τα όνειρα δεν ήταν κάτι τρελό. Αυτά τα μικρά βήματα, τους έκαναν ν’ αρχίσουν να νιώθουν και να κατα­λαβαίνουν ότι πράγματι ήταν δυνατό να γίνει κάτι.

Άρχισα να ρωτώ τους άλλους για τα όνειρα τους. Μια γυναίκα είπε ότι πάντα ήθελε να γίνει γραμματέας. “Ωραία», είπα. «Και τι είναι αυτό που σε εμποδίζει;» (Αυτή είναι πάντα η επόμενη μου ερώτηση).

«Έχω έξι παιδιά», είπε, «και δεν έχω κανένα να τα προσέχει όσο θα λείπω από το σπίτι».

«Για, να δούμε, είπα. «Υπάρχει κανείς σ’ αυτήν την ομά­δα που θα μπορούσε να φροντίζει έξι παιδιά για μια ή δυο μέρες τη βδομάδα, όσο αυτή η γυναίκα θα κάνει κάποια μαθήματα εδώ, στο κοινοτικό κολέγιο;»

«Έχω κι εγώ παιδιά», είπε μια άλλη γυναίκα, «αλλά θα μπορούσα να το κάνω».

«Ας το κανονίσουμε, λοιπόν», είπα. Έτσι, κανονίστηκε ένα πρόγραμμα και η γυναίκα πήγε σχολείο.

Όλοι βρήκαν κι από κάτι. Ο άντρας, που είχε φτιάξει την πόρτα με τη σήτα, βρήκε μια θέση για βοηθητικές εργα­σίες. Η γυναίκα που ανέλαβε τη φύλαξη των παιδιών, πήρε άδεια να αναλαμβάνει απροστάτευτα που τοποθετούνταν σε θετές οικογένειες. Μέσα σε δώδεκα βδομάδες, κατάφερα να φύγουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι από το ταμείο κοινωνικής προνοίας. Αυτό δεν το έκανα μόνο μια φορά, αλλά πολλές.

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε