Γράφει η Lila Lila

Ένα ποντικάκι τρέχει. Τρέχει μόνο του. Μέσα στο κλουβί του. Σε αυτους τους κύλινδρους που όποιο βήμα κι αν κάνει πάλι καταλήγει στο προηγούμενο. Τρέχει να φτάσει. Από μικρό ονειρευόταν ταξίδια απόκοσμα και περιπέτειες που θα είχαν χρώμα κόκκινο και άρωμα πειρατικού καραβιού που διασχίζει τον ωκεανό. Καημένο ποντικάκι. Δεν έχει καταλάβει πως όλο αυτό απλά δεν έχει νόημα. Πως το μόνο που θα τον έσωζε, θα ήταν να ανοίξει την πόρτα και να φύγει. Δεν είναι καν κλειδωμένη. Το αφεντικό την έχει αφήσει ανοιχτή από καιρό.

Τόση είναι η πίστη του πια οτι δεν πρόκειται να το σκάσει. Που θα βρει άλλωστε φαί και νερό στις μέρες μας. Άσε που κυκλοφορούν και κάτι γάτες, σωστοί φονιάδες! Και περνούν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια. Και το ποντίκάκι εκεί, να τρέχει,να τρέχει. Καμιά φορά παραμυθιάζει τον εαυτό του οτι κάνει γυμναστική για να κρατιέται σε φόρμα, παράγει θερμότητα στο περιβάλλον προσφέροντας στην ανθρωπότητα και άλλα τέτοια.

Που και που η ματιά του πέφτει έξω από το κλουβί και τότε θυμάται πως εκεί υπάρχει ένας κόσμος που θα ήθελε να εξερευνήσει. Και τι δεν θα έδινε για ένα κομματάκι αληθινό τυράκι. Έχει σιχαθεί πια αυτή τη ξηρά τροφή που το αφεντικό τον είχε πείσει από χρόνια πως κάνει καλό στα κόκκαλά του. Το μενού περιορισμένο. Χωρίς επιλογές. Και ο κίνδυνος να γίνει το μεσημεριανό της πρώτης τυχάρπαστης ψιψίνας, μεγάλος. Και έτσι, συνεχίζει να τρέχει. Και να τρέχει.

Θα έρθει όμως η ώρα. Που το ποντικάκι θα γίνει ποντικοθηρίο. Και δεν θα τον χωρά πια το κλουβί. Και ο μύλος θα σπάσει από το βάρος του. Ξαφνικά θα βρεθεί εκτός. Στην αρχή θα είναι δύσκολα. Θα είναι και πάλι μόνο. Κάπως πεινασμένο. Το αφεντικό του θα το κυνηγήσει με τη σκούπα της αυλής. Θα αμολήσει και τις γάτες του να το φάνε. Και εκείνο τότε, μη μπορώντας και μην ξέροντας να κάνει διαφορετικά θα αρχίσει πάλι να τρέχει. Και να τρέχει. Με όλη του τη δύναμη. Άλλωστε μετά από τόσα χρόνια προπόνησης οι μύες του έχουν γίνει ατσάλινοι. Βλέπεις, το αφεντικό δεν είχε υπολογίσει πως με αυτή την άσκηση κάποιοι μεταμορφώνονται σε ποντικοπρόβατα, ενώ κάποιοι άλλοι σε ποντικοθηρία. Και θα τους ξεφύγει. Θα φτάσει στο λιμάνι, θα χωθεί στα αμπάρια του πρώτου καραβιού και θα ταξιδέψει μέχρι τη Γη του Πυρός.

Eκεί θα γνωρίσει πολλούς ποντικοπειρατές. Κάποιοι θα τον προδώσουν για ένα κομμάτι φέτα, άλλοι θα προσπαθήσουν να τον ξεγελάσουν. Ένας θα τον σώσει την τελευταία στιγμή. Θα γνωρίσει και πολλές ποντικίνες. Και μία που θα είναι καλύτερη από τις υπόλοιπες γιατί θα του φέρνει δώρο τυράκι τα βράδια που θα κοιτούν παρέα τα αστέρια, ενώ εκείνος θα της διηγείται τις περιπέτειές του στον ωκεανό. Με παρέα είναι πάντα καλύτερα να κοιτάς τα αστέρια. Θα μάθει να κυνηγάει και να επιβιώνει στο κρύο. Και θα τα καταφέρει καλά. Καμιά φορά θα κατεβαίνει στην παραλία για καμιά βουτιά να δροσιστεί σφυρίζοντας αγαπημένα τραγουδάκια από τα παλιά και ας του λένε όλοι οι άλλοι ποντικόφιλοί του πως τα καλά τα ποντικάκια δεν φτιάχτηκαν για τις παραλίες, όπως οι άνθρωποι δεν φτιάχτηκαν για τις φυλακές.

Και καμιά φορά θα θυμάται τους φίλους του που δεν τα κατάφεραν στην πορεία του ταξιδιού γιατί δεν ήταν τόσο τυχεροί όσο εκείνος. Ή τόσο γεναίοι. Άλλους τους έφαγε μια γάτα, άλλοι πέσαν με τη μουσούδα μέσα στη φάκα. Και εκείνον τον γείτονά του που ποτέ δεν τόλμησε να δραπετεύσει και που ακόμα βρίσκεται μεσ΄το κλουβί του. Και θα είναι χαρούμενο. Κάπως μαυρισμένο βέβαια από την τόση ηλιοθεραπεία και τη σκόνη του δρόμου, αλλά χαρούμενο. Και ελεύθερο!

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε