Είναι μερικοί άνθρωποι που φαίνονται πολύ «δυνατοί». Σχεδόν ακούνητοι από αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Επιδεικνύουν μια αξιοζήλευτη δύναμη ψυχής και έναν θαρραλέο τρόπο αντιμετώπισης των όποιων δυσκολιών μπορεί να τους παρουσιαστούν στη διάρκεια της ζωής τους, που τίθεται πλέον θέμα ψυχολογικής μελέτης. Τι είναι ακριβώς αυτή η «ψυχική ανθεκτικότητα» που παρατηρείται και γιατί έχει μεγάλο ενδιαφέρον η μελέτη της στα παιδιά;

Ο Norman Garmezy, ένας αναπτυξιακός και κλινικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, έχει συναντήσει χιλιάδες παιδιά στις τέσσερις δεκαετίες των ερευνητικών δραστηριοτήτων του. Όμως ένα αγόρι έχει μείνει στη μνήμη του: ήταν εννέα ετών, με αλκοολική μητέρα και έναν απόντα πατέρα. Κάθε μέρα, πήγαινε στο σχολείο με το ίδιο ακριβώς σάντουιτς: δύο φέτες ψωμί, με τίποτα ανάμεσά τους. Στο σπίτι, δεν υπήρχαν άλλα διαθέσιμα τρόφιμα και κανείς για να τα φέρει. Ακόμα κι έτσι, θυμόταν αργότερα ο Garmezy, το αγόρι ήθελε να βεβαιωθεί ότι «κανείς δεν θα αισθανόταν οίκτο για τον ίδιο και ότι κανείς δεν θα ήξερε για τη δυσκολία της μητέρας του». Κάθε μέρα, σταθερά, θα περπατούσε με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του και ένα «σάντουιτς μόνο με ψωμί» μέσα στην τσάντα του.

Το αγόρι με το σάντουιτς, ήταν μέλος μιας ειδικής ομάδας παιδιών. Ανήκε σε μια ομάδα παιδιών, τα οποία ο Garmezy προσδιόριζε ως επιτυχημένα, παρά τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Αυτά ήταν τα παιδιά που παρουσίασαν ένα χαρακτηριστικό που ο Garmezy αργότερα θα προσδιόριζε ως «ανθεκτικότητα». (Ο ίδιος έχει πιστωθεί την αρχική μελέτη του όρου στο πειραματικό περιβάλλον).

Κατά τη διάρκεια πολλών ετών, ο Garmezy θα επισκεπτόταν σχολεία σε όλη τη χώρα, με επίκεντρο εκείνα που βρίσκονταν σε οικονομικά υποβαθμισμένες περιοχές, ακολουθώντας ένα πρότυπο πρωτόκολλο. Συναντούσε το διευθυντή, μαζί με ένα σχολικό κοινωνικό λειτουργό ή νοσοκόμα και έθετε την ίδια ερώτηση: «Υπάρχουν παιδιά με άσχημο υπόβαθρο, που λειτουργούσε αρχικά σαν σήμα κινδύνου, παιδιά που φαινόταν πιθανό να γίνουν προβληματικά, που αντί για αυτό, είχαν γίνει παραδόξως μία πηγή υπερηφάνειας;».

«Αυτό που έλεγα ήταν: ‘μπορείτε να αναγνωρίσετε τα αγχωμένα παιδιά που τα καταφέρνουν καλά με τα μαθήματα στο σχολείο σας;’» δήλωσε ο Garmezy, σε μία συνέντευξή του το 1999. «Υπήρχε μια μεγάλη παύση μετά την ερώτησή μου, πριν ακολουθήσει η απάντηση. Αν είχα πει: ‘Έχετε παιδιά στο σχολείο που φαίνονται να έχουν πρόβλημα;’, εκεί δεν θα υπήρχε καθυστέρηση ούτε για μία στιγμή. Αλλά το γεγονός ότι ερωτήθηκαν για παιδιά που ήταν προσαρμοστικά και καλοί μαθητές στο σχολείο και τα κατάφερναν ακόμη κι αν είχαν προέλθει από πολύ άσχημα οικογενειακά και οικονομικά υπόβαθρα, αυτό ήταν ένα νέο είδος έρευνας. Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο ξεκινήσαμε».

Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι μια πρόκληση για τους ψυχολόγους

Αν τη διαθέτετε ή όχι εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό όχι από οποιοδήποτε συγκεκριμένο ψυχολογικό τεστ, αλλά από το πώς εκτυλίσσεται ο τρόπος ζωής σας. Εάν είστε αρκετά τυχεροί και δεν αντιμετωπίσετε οποιουδήποτε είδους αντιξοότητες, δεν θα γνωρίζουμε πόσο ανθεκτικοί είστε. Η ψυχική ανθεκτικότητα ή η έλλειψή της αναδύεται μόνο όταν έρχεστε αντιμέτωποι με εμπόδια, με άγχος και άλλες περιβαλλοντικές απειλές: θα υποκύψετε ή θα υπερνικήσετε τα εμπόδια;

Οι περιβαλλοντικές απειλές μπορεί να παρουσιαστούν σε διάφορες μορφές. Μερικές είναι το αποτέλεσμα της χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και των δύσκολων συνθηκών στο σπίτι (αυτές είναι οι απειλές που μελετήθηκαν στην έρευνα του Garmezy). Συχνά, τέτοιου είδους απειλές είναι χρόνιες, όπως γονείς με ψυχολογικά ή άλλα προβλήματα, έκθεση σε βία ή κακή μεταχείριση ή παιδί προβληματικού διαζυγίου.

Άλλες απειλές είναι οξείες: βιώνοντας ή γίνοντας μάρτυρας ενός τραυματικού βίαιου γεγονότος ή η παρουσία σε ένα ατύχημα. Αυτό που έχει σημασία είναι η ένταση και η διάρκεια του στρεσογόνου παράγοντα. Στην περίπτωση του οξύ στρεσογόνου παράγοντα, η ένταση είναι συνήθως υψηλή. Το στρες που προκύπτει από τις χρόνιες αντιξοότητες, έγραψε ο Garmezy, μπορεί να είναι χαμηλότερο, αλλά «έχει επαναλαμβανόμενη και συσσωρευμένη επιπτώση στους πόρους και την προσαρμογή και παραμένει για πολλούς μήνες και συνήθως πολύ περισσότερο».

Πριν από την εργασία του Garmezy για την ανθεκτικότητα, οι περισσότερες έρευνες σχετικά με το τραύμα και τα αρνητικά γεγονότα της ζωής είχαν μια αντίστροφη εστίαση. Αντί να ψάχνουν σε περιοχές αντοχής, έψαχναν σε περιοχές ευπάθειας, διερευνώντας τις εμπειρίες που κάνουν τους ανθρώπους επιρρεπείς σε κακές εκβάσεις της ζωής (ή που οδηγούν τα παιδιά να είναι «προβληματισμένα», όπως το έθεσε Garmezy).

Το έργο του Garmezy άνοιξε την πόρτα για τη μελέτη των προστατευτικών παραγόντων: στοιχεία από το παρελθόν ή την προσωπικότητα ενός ατόμου που θα μπορούσαν να επιτρέψουν την επιτυχία, παρά τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζουν. Ο Garmezy αποσύρθηκε από την έρευνα πριν καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα καθώς η καριέρα του διεκόπη απότομα από την πρώιμη έναρξη της νόσου Αλτσχάιμερ αλλά οι μαθητές και οι συνεχιστές της θεωρίαςτου ήταν σε θέση να προσδιορίσουν τα στοιχεία που αφορούν σε δύο ομάδες: ατομικοί, ψυχολογικοί παράγοντες και εξωτερικοί παράγοντες, περιβαλλοντικοί παράγοντες ή προδιάθεση από τη μία και τύχη από την άλλη

Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τα ανθεκτικά παιδιά;

Το 1989 μια αναπτυξιακή ψυχολόγος με το όνομα Emmy Werner, δημοσίευσε τα αποτελέσματα μιας έρευνας τριάντα δύο ετών. Είχε παρακολουθήσει μια ομάδα 698 παιδιών, στο Kauai, στη Χαβάη, πριν από τη γέννηση και μέχρι την τρίτη δεκαετία της ζωής τους. Στην πορεία, τους παρακολουθούσε για τυχόν έκθεση σε στρες: μητρικό στρες στη μήτρα, φτώχεια, προβλήματα στην οικογένεια και ούτω καθεξής. Τα 2/3 των παιδιών προέρχονταν από περιβάλλοντα που ήταν ουσιαστικά, σταθερά, επιτυχημένα και ευτυχισμένα. Το υπόλοιπο 1/3 χαρακτηριζόταν ως παιδιά που βρίσκονταν «σε υψηλό κίνδυνο».

Όπως ο Garmezy, έτσι και η Werner σύντομα ανακάλυψε ότι δεν αντέδρασαν με τον ίδιο τρόπο στο στρες όλα τα παιδιά που βρίσκονταν σε κίνδυνο. Τα 2/3 αυτών «ανέπτυξαν σοβαρά προβλήματα μάθησης ή συμπεριφοράς από την ηλικία των δέκα ετών ή είχαν συμπτώματα παραβατικότητας, προβλήματα ψυχικής υγείας ή εγκυμοσύνες στην εφηβική ηλικία μέχρι την ηλικία των δεκαοκτώ ετών». Αλλά το υπόλοιπο 1/3 εξελίχθηκε σε «νεαρούς ενήλικες ικανούς, γεμάτους αυτοπεποίθηση και φροντίδα». Είχαν αποκτήσει ακαδημαϊκή, εγχώρια και κοινωνική επιτυχία και ήταν πάντα έτοιμοι να αξιοποιήσουν τις νέες ευκαιρίες που προέκυπταν.

Επειδή τα άτομα του δείγματος της είχαν παρακολουθηθεί και ερευνηθεί με συνέπεια για τρεις δεκαετίες, η Werner είχε ένα θησαυρό στοιχείων στη διάθεσή της. Βρήκε ότι πολλά στοιχεία προέβλεπαν την ανθεκτικότητα. Ορισμένα στοιχεία είχαν να κάνουν με την τύχη: ένα ανθεκτικό παιδί μπορεί να έχει έναν ισχυρό δεσμό με έναν υποστηρικτικό φροντιστή, γονέα, δάσκαλο ή μία φιγούρα σαν μέντορα. Αλλά ένα άλλο, πολύ μεγάλο σύνολο των στοιχείων, ήταν ψυχολογικό και αφορούσε στο πώς τα παιδιά ανταποκρίθηκαν στο περιβάλλον. Από νεαρή ηλικία, τα ανθεκτικά παιδιά έτειναν να «αντιμετωπίζουντον κόσμο με τους δικούς τους όρους». Ήταν αυτόνομα και ανεξάρτητα, αναζητούσαν νέες εμπειρίες και είχαν ένα «θετικό κοινωνικό προσανατολισμό». «Αυτά τα παιδιά χρησιμοποιούσαν αποτελεσματικά οποιεσδήποτε δεξιότητες είχαν, αν και δεν ήταν ιδιαίτερα προικισμένα», έγραψε η Werner.

Ίσως το πιο σημαντικό να ήταν ότι τα ανθεκτικά παιδιά είχαν αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν μία «εσωτερική θέση ελέγχου»: πίστευαν ότι τα ίδια και όχι οι περιστάσεις, επηρέαζαν αυτό που θα καταφέρουν. Τα ανθεκτικά παιδιά έβλεπαν τους εαυτούς τους ως ενορχηστρωτές της δικής τους μοίρας. Στην πραγματικότητα, σε μια κλίμακα που μετρά την εσωτερική θέση ελέγχου, είχαν βαθμολογία περισσότερο από δύο τυπικές αποκλίσεις μακριά από την ομάδα ελέγχου.

Η Werner ανακάλυψε επίσης ότι η ανθεκτικότητα θα μπορούσε να αλλάξει με την πάροδο του χρόνου. Κάποια ανθεκτικά παιδιά ήταν ιδιαίτερα άτυχα: βίωσαν πολλαπλούς ισχυρούς στρεσογόνους παράγοντες σε ευάλωτα σημεία και η ανθεκτικότητα τους εξατμίστηκε. Η ανθεκτικότητα, εξήγησε, είναι σαν ένα σταθερό υπολογισμό: Ποια πλευρά της εξίσωσης έχει περισσότερο ειδικό βάρος: η ανθεκτικότητα ή οι παράγοντες άγχους; Οι στρεσογόνοι παράγοντες μπορεί να γίνουν τόσο έντονοι που η ανθεκτικότητα να γίνεται αδύναμη.

Οι περισσότεροι άνθρωποι, με λίγα λόγια, έχουν ένα κρίσιμο σημείο. Από την άλλη πλευρά, μερικοί άνθρωποι που δεν ήταν ανθεκτικοί όταν ήταν μικροί, έμαθαν κατά κάποιο τρόπο τις ικανότητες της ανθεκτικότητας. Ήταν σε θέση να ξεπεράσουν τις αντιξοότητες αργότερα στη ζωή και συνέχισαν με επιτυχίες όσο εκείνοι που ήταν ανθεκτικοί από την αρχή. Αυτό, φυσικά, θέτει το ερώτημα πώς μπορεί να μάθει κανείς την ανθεκτικότητα.

Τα γεγονότα δεν είναι τραυματικά μέχρι να τα αντιμετωπίζετε ως τραυματικά

Ο George Bonanno είναι ένας κλινικός ψυχολόγος στο Πανεπιστημίο Columbia και έχει μελετήσει την ψυχική ανθεκτικότητα για σχεδόν 25 χρόνια. Οι Garmezy, Werner και άλλοι ψυχολόγοι έχουν δείξει ότι μερικοί άνθρωποι είναι πολύ καλύτεροι από άλλους στο να αντιμετωπίζουν τις αντιξοότητες. Ο Bonanno έχει προσπαθήσει να καταλάβει, από που αυτή η διακύμανση μπορεί να προέρχεται. Η θεωρία της ψυχικής ανθεκτικότητας του Bonanno ξεκινά με μια παρατήρηση: όλοι μας διαθέτουμε το ίδιο σύστημα θεμελιώδους αντιμετώπισης του άγχους, το οποίο έχει εξελιχθεί κατά τη διάρκεια εκατομμυρίων ετών και το οποίο μοιραζόμαστε με άλλα ζώα.

Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων είναι πολύ καλοί στη χρήση αυτού του συστήματος για να αντιμετωπίσουν το άγχος. Όταν πρόκειται για την ψυχική ανθεκτικότητα, το ερώτημα είναι: Γιατί μερικοί άνθρωποι χρησιμοποιούν το σύστημα πολύ πιο συχνά ή αποτελεσματικά από τους άλλους;

Ο Bonanno έχει βρει ότι ένα από τα κεντρικά στοιχεία της ψυχικής ανθεκτικότητας, είναι η αντίληψη: Αντιλαμβάνεστε ένα γεγονός ως τραυματικό ή ως μια ευκαιρία να μάθετε και να αναπτυχθείτε; «Τα γεγονότα δεν είναι τραυματικά μέχρι να τα αντιμετωπίζετε ως τραυματικά», αναφέρει ο Bonanno. «Ονομάζοντας ένα γεγονός σαν ‘τραυματικό γεγονός’, το διαστρέφετε». Έχει επινοήσει ένα διαφορετικό όρο: Π.Τ.Γ., δηλαδή Πιθανό Τραυματικό Γεγονός (PTE – Potentially Traumatic Event), ο οποίος υποστηρίζει ότι είναι πιο ακριβής.

Η θεωρία είναι απλή. Κάθε τρομακτικό συμβάν, δεν έχει σημασία πόσο αρνητικό μπορεί να φαίνεται αλλά έχει τη δυνατότητα να προσλαμβάνεται σαν τραυματικό ή όχι απότο άτομο που το βιώνει (ο Bonanno επικεντρώνεται σε οξεία αρνητικά γεγονότα, όπου θα μπορούμε να πληγούμε σοβαρά. Άλλοι ερευνητές της ψυχικής ανθεκτικότητας, συμπεριλαμβανομένων των Garmezy και Werner, έχουν ευρύτερο πεδίο έρευνας)

Πάρτε για παράδειγμα κάτι τόσο τρομερό, όπως τον αναπάντεχο θάνατο ενός στενού φίλου σας: ίσως να είστε θλιμμένοι, αλλά αν μπορείτε να βρείτε έναν τρόπο να ερμηνεύσετε αυτή την περίπτωση, ως κάτι που έχει νόημα που ίσως σας οδηγήσει σε μεγαλύτερη συνειδητοποίηση μιας ορισμένης νόσου ή σε στενότερους δεσμούς με την κοινότητα, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένα τραύμα. (Πράγματι, η Werner διαπίστωσε ότι τα ανθεκτικά άτομα ήταν πολύ πιο πιθανό να αναφέρουν πηγές πνευματικής και θρησκευτικής υποστήριξης από εκείνους που δεν ήταν ανθεκτικοί). Η εμπειρία δεν είναι σύμφυτη με το γεγονός αλλά ενυπάρχει στην ψυχολογική ερμηνεία του γεγονότος.

Για αυτό το λόγο, αναφέρει ο Bonanno, ότι τα «αγχωτικά» ή «τραυματικά» γεγονότα από μόνα τους δεν έχουν μεγάλη προβλεπτική ικανότητα, όταν πρόκειται για τα αποτελέσματα της ζωής. «Τα υποψήφια επιδημιολογικά στοιχεία δείχνουν ότι η έκθεση σε δυνητικά τραυματικά γεγονότα δεν προβλέπει την μετέπειτα πορεία ζωής», είπε. «Προβλέπει μόνο αν υπάρχει μια αρνητική ανταπόκριση». Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει εγγύηση ότι θα υποφέρετε στη συνέχεια στη ζωή σας, αν ζήσετε μέσα από τις αντιξοόοτητες, είτε πρόκειται για χρόνιες περιπτώσεις στο περιβάλλον σας ή για ένα οξύ αρνητικό γεγονός. Αυτό που έχει σημασία είναι αν η αντιξοότητα γίνεται τραυματική.

Τα καλά νέα είναι ότι η θετική ερμηνεία μπορεί να διδαχθεί. «Μπορούμε να κάνουμε τους εαυτούς μας περισσότερο ή λιγότερο ευάλωτους με τον τρόπο που σκεφτόμαστε για τα πράγματα», είπε ο Bonanno. Στην έρευνα στο Columbia, ο νευροεπιστήμονας Kevin Ochsner έχει δείξει ότι διδάσκοντας τους ανθρώπους να σκέφτονται τα ερεθίσματα με διαφορετικούς τρόπους, δηλαδή να τα αναπλαισιώνουν όταν η αρχική αντίδραση είναι αρνητική ή με μία ηπιότερη συναισθηματική έκφραση όταν η αρχική αντίδραση είναι πολύ έντονη συναισθηματικά, αλλάζει το πώς βιώνουν και αντιδρούν στο ερέθισμα. Μπορείτε να εκπαιδεύσετε τους ανθρώπους να ρυθμίζουν καλύτερα τα συναισθήματά τους και η εκπαίδευση φαίνεται να έχει μόνιμα αποτελέσματα.

Παρόμοια εργασία έχει γίνει με επεξηγηματικά στυλ, δηλαδή τεχνικές που χρησιμοποιούμε για να εξηγήσουμε τα γεγονότα. Ο ψυχολόγος Martin Seligman, του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια,είναι από τους πρώτους εμπνευστές του τομέα της θετικής ψυχολογίας: ο Seligman διαπίστωσε ότι εκπαιδεύοντας τους ανθρώπους να αλλάξουν το επεξηγηματικό στυλ τους από εσωτερικό σε εξωτερικό ( π.χ. «Τα άσχημα γεγονότα δεν είναι δικό μου λάθος»), από το γενικό στο ειδικό («Αυτό είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, παρά μια τεράστια ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά με τη ζωή μου») και από μόνιμο σε παροδικό («Μπορώ να αλλάξω την κατάσταση, αντί να υποθέσω ότι είναι σταθερή») τους έκανε περισσότερο ψυχολογικά επιτυχημένους και λιγότερο επιρρεπείς στην κατάθλιψη.

Το ίδιο ισχύει και για τη θέση του ελέγχου: η εσωτερική θέση ελέγχου δε συνδέεται μόνο με τηνα ποδοχή λιγότερου στρες και καλύτερης απόδοσης, αλλά η αλλαγή της θέσης ελέγχου από εξωτερική σε εσωτερική, οδηγεί σε θετικές αλλαγές τόσο στην ψυχολογική ευεξία όσο και στην αντικειμενική εκτέλεση της εργασίας. Οι γνωστικές δεξιότητες, στη συνέχεια, που στηρίζουν την ανθεκτικότητα, φαίνεται σαν να μπορούν πράγματι να διδαχθούν με την πάροδο του χρόνου, δημιουργώντας την ανθεκτικότητα εκεί όπου δεν υπήρχε.

Δυστυχώς, το αντίθετο μπορεί επίσης να είναι αλήθεια. «Μπορούμε να γίνουμε λιγότερο ανθεκτικοί ή λιγότερο πιθανό να γίνουμε ανθεκτικοί», λέει ο Bonanno. «Μπορούμε πολύ εύκολα με το μυαλό μας να δημιουργήσουμε ή να υπερβάλλουμε τους στρεσογόνους παράγοντες. Αυτός είναι ο κίνδυνος της ανθρώπινης υπόστασης». Οι άνθρωποι έχουν την τάση να ανησυχούν και να μηρυκάζουν. Μπορούμε να πάρουμε ένα μικρό πράγμα, να το κάνουμε τεράστιο στο κεφάλι μας, να ανατρέξουμε σε αυτό ξανά και ξανά και να οδηγηθούμε στη τρέλα μέχρι να αισθανθούμε ότι αυτό το μικρό πράγμα είναι το μεγαλύτερο πράγμα που συνέβη ποτέ.

Κατά μία έννοια, είναι μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Αντιμετωπίστε τις αντιξοότητες ως πρόκληση, θα γίνετε πιο ευέλικτοι και θα μπορείτε να το ξεπεράσετε, να προχωρήσετε, να μάθετε από αυτό και να αναπτυχθείτε. Αν από την άλλη επικεντρωθείτε σε αυτό και το προσλάβετε ως απειλή, ακόμη και ένα δυνητικά τραυματικό γεγονός γίνεται ένα διαρκές πρόβλημα, σας κάνει πιο άκαμπτους και είναι πιθανότερο να επηρεαστείτε αρνητικά.

Η λέξη ανθεκτικότητα χρησιμοποιείται σήμερα παντού, συχνά με τρόπους που την κάνουν να χάνει το νόημά της και τη συνδέουν με αόριστες έννοιες όπως ο «χαρακτήρας». Αλλά η ανθεκτικότητα δεν πρέπει να είναι μια κενή ή αόριστη έννοια. Στην πραγματικότητα, δεκαετίες έρευνας έχουν αποκαλύψει πολλά για το πώς λειτουργεί. Αυτή η έρευνα δείχνει ότι η ανθεκτικότητα είναι, τελικά, ένα σύνολο . Τα τελευταία χρόνια, χρησιμοποιούμε τον όρο απρόσεκτα, όμως η προχειρότητα της χρήσης του, δε σημαίνει ότι δεν έχει καθοριστεί χρήσιμα και επακριβώς. Ήρθε η ώρα να επενδύσουμε το χρόνο και την ενέργεια για να καταλάβουμε τι πραγματικά σημαίνει «ανθεκτικότητα».

Πηγή: newyorker.com Συγγραφέας: Maria Konnikova Απόδοση: www.psychologynow.gr

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε