«Κι αν δεν είχε γράψει ποτέ ένα ποίημα ή ζωγραφίσει ένα πίνακα, η υπογραφή του πάνω στη σελίδα των αιώνιων αρχείων θα ήταν ακόμη άσβεστη. Η δύναμη της ατομικής του συνειδητότητας έχει διεισδύσει στη συνειδητότητα των αιώνων και το πνεύμα που ενοικεί μέσα του είναι αιώνιο και αθάνατο. Αυτός είναι ο Γκιμπράν».   Απρίλης 1944, Μπάρμπαρα Γιανγκ.

Ο Χαλίλ Γκιμπράν ήταν ποιητής, στοχαστής, ζωγράφος και φιλόσοφος αλλά και ένας σπάνιος άνθρωπος με μεγάλες κοινωνικές ευαισθησίες. Υπήρξε ένας θερμός και ανυπόκριτος αγωνιστής για τα δικαιώματα του ανθρώπου.

Χαλίλ Γκιμπράν

 

Γεννήθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1883 στο Μπσαρί του Βόρειου Λιβάνου. Ο Λίβανος εκείνη την εποχή ήταν υποταγμένος στην οθωμανική κυριαρχία, έχοντας ωστόσο, μια σχετική διοικητική αυτονομία. Οι αγώνες των κατοίκων της περιοχής για ανεξαρτησία, επηρέασε πολύ το Γκιμπράν, που αργότερα έγινε ενεργό μέλος του κινήματος για ανεξαρτησία.

Η οικογένεια του είχε οδηγηθεί στη φτώχεια λόγω της επιπολαιότητας του πατέρα του κι έτσι ο μικρός Γκιμπράν δεν έλαβε καμιά επίσημη εκπαίδευση, εκτός από εκείνη που του προσέφερε ο ιερέας ενός χωριού που του δίδαξε τις βασικές θρησκευτικές γνώσεις καθώς και τη συριακή και αραβική γλώσσα και του άνοιξε τους ορίζοντες της ιστορίας, της λογοτεχνίας και της επιστήμης.

Με την περιουσία τους κατασχεμένη, τον πατέρα του στη φυλακή από τους Οθωμανούς για χρέη και χωρίς καθόλου πόρους, η οικογένεια του Γκιμπράν φιλοξενήθηκε για κάποιο διάστημα σε συγγενείς και φίλους, μέχρι που η μητέρα του Καμίλα Ραχμέχ, μια ιδιαίτερα δυναμική γυναίκα, αποφάσισε να μεταναστεύσει, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή.

Στις 25 Ιουνίου 1895 η οικογένεια του Γκιμπράν φεύγει για τις ΗΠΑ χωρίς τον πατέρα του, που αν και είχε αποφυλακιστεί, το Τμήμα Αλλοδαπών δεν τον δέχτηκε και εγκαθίσταται στο Σάουθ Εντ της Βοστώνης. Η μητέρα του εργάζεται σαν γυρολόγος για να θρέψει την οικογένειά της. Αν και τα φιλανθρωπικά ιδρύματα βοηθούσαν τα παιδιά των φτωχών μεταναστών να εντάσσονται στα δημόσια σχολεία, μόνο ο Γκιμπράν ακολούθησε το δρόμο της εκπαίδευσης, ενώ οι αδελφές του αποθαρρυμένες από τη φτώχια τους αλλά και από τις παραδόσεις του τόπου τους, δεν πήγαν στο σχολείο. Αργότερα, ο Γκιμπράν έγινε υπέρμαχος της χειραφέτησης και μόρφωσης των γυναικών.

Έδωσε επίσης μάχη μακρόχρονη και σκληρή, για ν’ αναγνωριστούν τα δικαιώματα των νέων, αντρών και γυναικών, στο ζήτημα του έρωτα και του γάμου. Αγωνίστηκε ιδιαίτερα για την κατάργηση των δυναστικών εθίμων και συνηθειών του γάμου που επικρατούσαν από αιώνες στην κοινωνική δομή των χωρών της Μέσης Ανατολής. Το πιο άδικο από τα έθιμα αυτά, ήταν να αρραβωνιάζουν οι γονείς τα παιδιά τους και να κανονίζουν το γάμο τους χωρίς αυτά να έχουν γνώμη, αλλά και ούτε γνώση πολλές φορές, γιατί τα αρραβώνιαζαν από πολύ μικρή ηλικία. Η ατομική ελευθερία χτυπιόταν έτσι, στο πιο ζωτικό σημείο της.

Εξερευνώντας την πολιτισμική πλευρά της Βοστώνης και επισκεπτόμενος θέατρα, όπερες, γκαλερί και σκιτσάροντας τις εικόνες που έβλεπε, τράβηξε την προσοχή των δασκάλων του, που τον έφεραν σε επαφή με κάποιον υποστηρικτή καλλιτεχνών. Αυτή η επαφή τον πέρασε στους κύκλους της Βοστώνης και εξασφάλισε στο νεαρό και ταλαντούχο καλλιτέχνη, μια καλή φήμη. Ωστόσο, η οικογένειά του αποφάσισε με τη σύμφωνη γνώμη του, να τον στείλει πίσω στο Λίβανο για να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του και να μάθει τα αραβικά. Το 1898 ο Γκιμπράν έφτασε στη Βηρυτό και φοιτώντας σε κάποιο κολέγιο, αποφοίτησε το 1902, έχοντας μάθει πολύ καλά γαλλικά και αραβικά, με κατεύθυνση τη λογοτεχνία και ειδικότερα την ποίηση. Το Μάρτιο του ίδιου έτους αναγκάστηκε να φύγει ξανά για τις ΗΠΑ λόγω της κακής σχέσης με τον πατέρα του αλλά και των προβλημάτων που προέκυψαν στην οικογένειά του στις ΗΠΑ.

Η χρονιά εκείνη, ήταν γεμάτη χτυπήματα για τον Γκιμπράν. Έχασε τη μητέρα του, την αδελφή και τον αδελφό του, η δε Ζοζεφίν Πίμποντι, η μοναδική γυναίκα που ερωτεύτηκε ο Γκιμπράν, απέρριψε την πρόταση γάμου που της έκανε. Ωστόσο, η φροντίδα και η αφοσίωσή της ήταν μεγάλη και ενέπνευσε τη συγγραφή του έργου του «ο προφήτης», την έκδοση του οποίου της αφιέρωσε. Πουλώντας τη μικρή επιχείρηση που είχε στήσει η μητέρα του, ξεκίνησε, κάνοντας την πρώτη του καλλιτεχνική έκθεση με τα σκίτσα του, που άρεσαν πολύ στην κοινωνία της Βοστώνης. Η έκθεση αυτή, απέσπασε πολύ καλές κριτικές. Στην έκθεση αυτή ο Γκιμπράν γνώρισε τη Μαίρη Χάσκελ, η οποία επηρέασε τη λογοτεχνική του καριέρα, για το υπόλοιπο της ζωής του.

Το 1904 άρχισε να γράφει για μια αραβόφωνη εφημερίδα για μετανάστες. Το πρώτο του αραβόφωνο έργο με τίτλο Μουσική δημοσιεύθηκε το 1905. Το 1906 δημοσιεύθηκε το δεύτερο έργο του Οι Νύμφες της Κοιλάδας και το 1908 το Επαναστατημένα Πνεύματα , έργο που παραλίγο να του κοστίσει αφορισμό για το αντικληρικό του περιεχόμενο και που απαγορεύθηκε από την κυβέρνηση της Συρίας. Το έργο του «Ανυπόταχτες Ψυχές» κάηκε δημόσια στη Βηρυτό, με διαταγή του σουλτάνου, και ο ίδιος αφορίστηκε από την Εκκλησία και εξορίστηκε από την πατρίδα του. Αλλά, πέρα από το θαρραλέο ξεσκέπασμα των καταχρήσεων της εξουσίας, κοσμικής ή θρησκευτικής, ο Γκιμπράν εξέφραζε με τη δύναμη που χαρακτηρίζει τον αληθινά πηγαίο λόγο, αλήθειες παγκόσμιες κι αιώνιες.

Χαλίλ Γκιμπράν

Το 1908 έφυγε για το Παρίσι για να μελετήσει στη Σχολή Καλών Τεχνών αλλά αποξενωμένος από την ακαδημαϊκή εκπαίδευση ο Γκιμπράν επέστρεψε στην Αμερική στις 31 Οκτωβρίου 1910 και αργότερα μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, μακριά από τη Λιβανέζικη συνοικία, αναζητώντας χώρο για την τέχνη του και για τον εαυτό του. Εκεί επεξεργάζεται «τα «σπασμένα φτερά» που όπως είπε ο ίδιος, πρόκειται για μια πνευματική βιογραφία.

Το 1911 αποφασίζει να ξαναγυρίσει στη ζωγραφική και την ίδια περίοδο εμπλέκεται με την πολιτική. Συνδέεται με την οργάνωση “Χρυσοί Σύνδεσμοι”, που την αποτελούσαν νέοι Σύριοι, αφιερωμένοι στη βελτίωση της ζωής των απανταχού Σύριων πολιτών. Αργότερα, στην περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ο Γκιμπράν έγινε ένθερμος υποστηρικτής της ένοπλης εξέγερσης των Αράβων ενάντια στον οθωμανικό ζυγό.

Ο Γκιμπράν έλαβε μέρος, επίσης, στην κίνηση των “μεταναστών ποιητών” -Al-Mahjar- της Νέας Υόρκης, μαζί με σημαντικούς αμερικανολιβανέζους συγγραφείς όπως οι Ameen Rihani (ο “πατέρας” της λιβανέζικης αμερικανικής λογοτεχνίας), Mikhail Naimy και Elia Abu Madi. Επιστρέφοντας στη λογοτεχνία το 1913 γράφει το περίφημο έργο του «ο τρελλός». Ενώ τα πρώτα έργα του Γκιμπράν είναι γραμμένα στα αραβικά, τα περισσότερα έργα του μετά το 1918 είναι γραμμένα απευθείας στα αγγλικά. Τα επόμενα χρόνια ο Γκιμπράν ασχολείται με τη συγγραφή των έργων του.

Τα γνωστότερα βιβλία του είναι “Νύμφες της κοιλάδας” ,”Ανυπόταχτες ψυχές”, “Σπασμένα φτερά”, “Το δάκρυ και το χαμόγελο”,”Ο τρελός”,”Η λιτανεία, “Η θύελλα”, “Ο πρόδρομος”,”Ο προφήτης”, “Άμμος και αφρός”,”Ο γιός του ανθρώπου”, “Οι θεοί της γης”,”Ο περιπλανώμενος”, “Ο κήπος του προφήτη” κ.ά.

Το 1928, η υγεία του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη άρχισε να κλονίζεται και αναζητώντας ανακούφιση, κατέφυγε στο αλκοόλ. Το 1929, διαγνώστηκε με ηπατικό οίδημα, αλλά ο Γκιμπράν αγνόησε οποιαδήποτε ιατρική συμβουλή. Πέθανε στις 10 Απριλίου του 1931 στη Ν. Υόρκη από φυματίωση και κίρρωση του ήπατος σε ηλικία 48 χρόνων και θάφτηκε στην πατρίδα του, τον επόμενο χρόνο, από τη Mary Elizabeth Haskell, σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία.

Το θάνατό του θρήνησαν χιλιάδες άνθρωποι στις Η.Π.Α. την Ευρώπη και κυρίως στον αραβόφωνο κόσμο, που έχασε έναν από τους ουσιαστικότερους υπερμάχους του.

Πηγές

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε