Του Κωνσταντίνου Σμιξιώτη

Πολλές φορές στη ζωή έχουμε παρατηρήσει ότι νιώθουμε να είμαστε δεμένοι με γερά, ατσάλινα αόρατα νήματα. Καθώς προσπαθούμε να πετύχουμε ένα στόχο, να υλοποιήσουμε μια επιθυμία, είναι σαν να αγωνιζόμαστε απεγνωσμένα να ξεφύγουμε από έναν αδιόρατο ιστό που έχει τυλιχτεί γύρω μας. Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο πως για να προχωρήσουμε ένα βήμα μπροστά πρέπει να σπάσουμε τα δεσμά που μας κρατούν φυλακισμένους.

Στον αντίποδα αυτής της αίσθησης υπάρχει μια άλλα συνθήκη η οποία αντιστέκεται σ’ αυτή την προσπάθεια για αλλαγή. Βιώνουμε ασυναίσθητα μια αγωνία, γιατί αν το νήμα που μας κρατά πίσω σπάσει τότε θα βρεθούμε αποκομμένοι κι αβοήθητοι σε ένα κενό. Που ακριβώς βρίσκεται όμως η αλήθεια; Στη παραμονή της ασφάλειας ή έστω του μη χείρον βέλτιστο ή στο πέταγμα του αετού προς μια, εν πολλοίς άγνωστη αλλά λυτρωτική κατεύθυνση. Η διάκριση ανάμεσα σ’ αυτές τις επιλογές πάντα θα είναι η πεμπτουσία των συνεπειών σε κάθε μας βήμα. Είναι φορές που το βήμα διστακτικό μένει μετέωρο. Είναι φορές που το να μείνεις είναι πιο επικίνδυνο από τα χάσμα που ανοίγεται μπροστά.

Έρχονται όμως στιγμές που ένα απότομο σάλτο, φαινομενικά δίχως καμία πρότερη σκέψη, μας χαρίζει ένα αίσθημα ολοκληρωτικής ελευθερίας. Μια στιγμή που ότι κι αν συμβεί θα αναφωνήσουμε «Δεν μετανιώνω». Είναι εκείνη η στιγμή που το άνοιγμα των φτερών κάνει τρομαχτικό θόρυβο και σηκώνει μεγάλο κουρνιαχτό. Αναταράζει συθέμελα σκόνες και στάχτες συνηθειών που είχαν κατακάτσει πάνω μας.
Παρόλα αυτά δε θα λείψουν κι οι φορές που ένα τέτοιο σάλτο θα αποβεί μοιραίο. Κάθε δράση έχει και το αντίστοιχο τίμημα της, ενίοτε ευχάριστο αλλά και συχνά δυσάρεστο. Κάποιοι άνθρωποι θα μείνουν πίσω, αφημένοι για πάντα στο παρελθόν, πράγματα θα χάσουν την αξία τους, γέφυρες θα κοπούν στα δυο απαγορεύοντας την επιστροφή σε γνώριμα λημέρια. Μόνο η σκέψη θα μπορεί να αναπολεί εποχές που αναδύουν νοσταλγία αλλά κι αβάσταχτη δυσφορία.

Ο νους βέβαια πάντα πλανάται, ειδικά όταν πρόκειται για αλλαγές, συνεπώς τέτοιες παλινδρομήσεις είναι αναμενόμενες αλλά τις πιο πολλές φορές δεν θα είναι παρά αποκυήματα βολικών συνηθειών. Όλη η ουσία βρίσκεται στη ρήση: «Τα πάντα ρεί» ή «Το μόνο σταθερό φαινόμενο, είναι η αλλαγή»

Παραμένει το δίλημμα: Να μείνουμε δεμένοι στην ασφάλεια και τη σιγουριά ή να πετάξουμε σαν αετοί για νέες περιπέτειες; Ποιος πρέπει να είναι ο γνώμονας της διάκρισης; Αυτή η αναρώτηση μου φέρνει στο νου τα καράβια, που φτιάχτηκαν για να ταξιδεύουν σε πέλαγα ανοιχτά, αν μείνουν στο μουράγιο όσο γερά σκαριά κι αν είναι τελικά θα τα φάει η σκουριά.

Πότε πρέπει να μένει κάποιος και πότε να φεύγει; Πότε πρέπει να σπάει αλυσίδες που τον κρατούν σε φυλακές που ο ίδιος έχτισε γύρω του; Αυτή είναι η χειρότερη παγίδα, γιατί φυλακισμένος και δεσμοφύλακας είναι το ίδιο πρόσωπο. Ο άνθρωπος αυτός νομίζει ότι είναι ελεύθερος γιατί απλά δε μπορεί να αντιληφθεί ότι ζει μες το κελί του. Όταν κάνει να φύγει, είναι ο ίδιος που επιστρέφει τον εαυτό του πίσω στη φυλακή. Έχει πάντα έτοιμη μια δικαιολογία, γι’ αυτό, καμωμένη να πει. Πολλές φορές εμείς επιχρυσώνουμε το κλουβί μας γιατί δεν θέλουμε να αντικρίσουμε την αλήθεια. Η αλήθεια μπορεί να λυτρώνει, αλλά αν δεν είσαι έτοιμος να τη δεις, συνήθως τυφλώνει. Οπότε είναι προτιμότερο να μη σου φανερωθεί. Το πρόβλημα όμως ξεκινά όταν την αναγνωρίζεις, αλλά αποστρέφεις το βλέμμα σου με τρόμο απ’ αυτήν.

Μια απλή απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα θα ήταν: Μείνε εκεί όπου βασιλεύει η αγάπη. Σίγουρα δεν υπάρχει πιο όμορφος τόπος απ’ αυτόν, αλλά για να μείνεις στον κήπο της αγάπης πρέπει να έχεις πρώτα εξαγνιστεί. Πρέπει να πετάξεις πολλές επιθυμίες από πάνω σου πριν διαβείς αυτό το κατώφλι, ειδάλλως τα «θέλω» θα σου καίνε τα σωθικά κι αντί να νιώθεις πως ζεις μες το παράδεισο, θα νομίζεις πως φλέγεσαι στης κόλασης τη πυρά. Ο λόγος είναι πως πολλά από τα πάθη σου δε θα είναι σε αρμονία με το περιβάλλον. Η αγάπη δεν έχει πάθος, αλλά ασίγαστη φλόγα, η αγάπη είναι ένα μπουκέτο από αρετές που δεν ταιριάζουν σε πολλές από τις επιθυμίες μας. Ωστόσο δεν είναι η αγάπη που εμποδίζει την παραμονή μας σε ένα μέρος, αλλά οι ακατανίκητες και πολλές φορές ποταπές ή ανούσιες βλέψεις μας, που δε περιέχουν ούτε ίχνος απ’ αυτήν. Τελικά αυτό που μας κρατά ή μας διώχνει είναι μια επιθυμία, αλλά άραγε μέσα της υπάρχει κάποια στάλα αγάπης;

Αν δε ζεις σε ένα μέρος όπου βασιλεύει η αγάπη αλλά ικανοποιείς τις εφήμερες επιθυμίες σου, είσαι στ’ αλήθεια παγιδευμένος και μόνο αν αποκτήσεις βλέμμα αετού θα δεις τη διαφορά. Τότε όμως θα χρειαστείς και τα αγέρωχα φτερά του για να μπορέσεις να δραπετεύσεις απ’ αυτό που σε κρατά, γιατί μη ξεχνάς πως η βολή κι η συνήθεια είναι βαρίδια δυνατά και πάντα θα σε τραβούν προς τα χαμηλά.

Τα διλλήματα διαλύονται πιο εύκολα όταν υπάρχουν σταθερές αξίες, αλλά τι είναι σταθερό αφού όλα γύρω μας αλλάζουν; Οι νόμοι του σύμπαντος είναι οι σταθερές κι η κορωνίδα όλων είναι η αγάπη. Το θέμα είναι όμως να μην μπερδεύουμε τη συμπαντική αγάπη με την γήινη που έχει αναμιχθεί με προσκολλήσεις και συμφέροντα. Αν θέλεις να ξεχωρίσεις τη μια από την άλλη να θυμάσαι ότι, η αληθινή αγάπη δε πονάει γιατί δεν είναι συνδεδεμένη με τίποτε, απλά ρέει μέσα σου κι ακτινοβολεί. Αν νιώθεις πόνο με μια απουσία τότε δεν έχεις γνωρίσει την Αγάπη. Θαλασσοπνίγεσαι σε έναν ωκεανό από επιθυμίες που πληγώνονται όταν δεν ικανοποιηθούν.

Πέτα σαν αετός προς τον κήπο της Αγάπης και γίνε πουλί χωρίς φτερά μέσα της, αυτή μόνο μπορεί να σε φροντίσει.

Να φύγω ή να μείνω; Να μείνω σε ένα τόπο που αποπνέει άρνηση κι οδύνη; Να πετάξω μακριά, γυρεύοντας γαλήνη κι ευτυχία; Φυσικά, αλλά πρέπει να γνωρίζεις ότι η δυστυχία θα σου σκαρώσει τα πιο γερά φτερά. Το μυστικό σου θα είναι ένα: Να μετουσιώσεις το αρνητικό και τον πόνο σε φτερά, που θα σου επιτρέψουν να πετάξεις Υπέρ-Άνω.

Πως μπορείς να πετύχεις αυτή την αλχημεία παραμένοντας μέσα στη μαυρίλα και την συμφορά; Μόνο αν είσαι ανένδοτος κι ατάραχος , αλλά ευέλικτος κι ευλύγιστος. Με αποστασιοποιημένο ενδιαφέρον και μια ακλόνητη σιγουριά. Να έχεις ένα όνειρο ηλιόλουστο πάντα στο μυαλό και να το σκέφτεσαι όσο πιο συχνά μπορείς. Να ανατέλλει ο δικός σου ήλιος μέσα στα σκοτάδια των μαύρων σου στιγμών. Να μην παραιτείσαι από το όνειρο ακόμη κι αν οι άλλοι γύρω σου έχουν χάσει το δικό τους. Να πιστεύεις μόνο σε σένα , όλα τα άλλα είναι εφήμερα και φθαρτά.

Άρα η απάντηση τώρα είναι πιο εύκολη: Δε θα φύγεις αν η ασχήμια γύρω σου δεν σμιλεύσει τα δικά σου φτερά. Μη βιαστείς κι ας χτυπάνε αλύπητα η θλίψη κι ο πόνος. Να δουλέψεις το μέταλλο σου καλά. Να θυμάσαι: Η φωτιά και το αμόνι φτιάχνουν τα πιο όμορφα και κοφτερά σπαθιά. Θα μείνεις κλεισμένος σε ότι σε κάνει να υποφέρεις, μέχρις ότου η κατανόηση κι η σοφία από την οδύνη, σου δώσουν στα χέρια τα κλειδιά. Αλλά να αναζητάς αυτή τη γνώση με λαχτάρα στη καρδιά. Τότε μόνο θα μπορέσεις να πετάξεις με τα δικά σου ατσάλινα φτερά, ως Νέος Άνθρωπος κι όχι ως ένας Ίκαρος που πέταξε προσωρινά.

Να πετάξεις σαν Αετός προς τον κήπο της Αγάπης, εξαγνισμένος από τα δικά σου δεινά κι εκεί να μείνεις παντοτινά, αλλά τότε δε θα είσαι πια ένα ευάλωτο και μικρό «εγώ», θα είσαι μια λαμπερή ακτίνα της Αγάπης.

Συγγραφέας Κωνσταντίνος Σμιξιώτης

Ο Κωνσταντίνος Σμιξιώτης είναι Ψυχολόγος, απόφοιτος του τμήματος Ψυχολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών της Νομικής Αθηνών και κάτοχος διπλώματος κατάρτισης στην Συμβουλευτική απ’ το πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Συνεργάζεται ως σύμβουλος στα εξ αποστάσεως προγράμματα του Ε.Κ.Π.Α, ενώ παράλληλα ασχολείται με την συγγραφή δοκιμίων αυτογνωσίας κι αυτοβελτίωσης-εσωτερικής ψυχολογίας κι ως σύμβουλος ευεξίας, ανθεκτικότητας, κι ανάπτυξης της προσωπικότητας καθώς κι επαγγελματικού προσανατολισμού.

Ιστοσελίδα
Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε