Υπάρχουν μέρες που δεν χαμογελώ. Γιατί φοβάμαι. Φοβάμαι όλα αυτά που γίνονται γύρω μου χωρίς εμένα. Χωρίς η φωνή μου να μπορέσει να κάνει τη διαφορά που αναζητά. Βλέπω γύρω μου ανθρώπους και σχέσεις να σπάνε. Βλέπω το χρήμα να κυβερνά επιθυμίες και πρέπει.

Βλέπω αλάνες άδειες και τα παιδιά στα σπίτια να βλέπουν ένα κουτί. Να μένουν ήσυχα, να μην προκαλούν φασαρία. Να έχουν γόνατα καθαρά από γρατσουνιές που έπρεπε να έχουν απ’ το παιχνίδι. Και ξέρεις, αλήθεια, φοβάμαι πως ό,τι αγνό υπήρχε, το κλείσαμε σε τέσσερις τοίχους. Να μην μολυνθεί απ’ τη ζωή.

Με τι όπλα πολεμάμε πια τη ρουτίνα μας; Αυτήν που σαν ρομποτάκια μας βάζει σε καλούπια και ωράρια. Άοσμες ρουτίνες ποτισμένες οινόπνευμα να αποστειρωθούμε απ’τα καυσαέρια και τη σκόνη. Λες και τότε που ήμασταν μικρά πάθαμε κάτι που γυρνούσαμε στο σπίτι με λερωμένα μπλουζάκια κι ακούγαμε τις κατσάδες της μάνας μας.

Όσο περνά ο καιρός, τόσο ανεκτίμητες είναι αυτές οι αναμνήσεις. Τόσο μου λείπει να βλέπω εκείνα τα ζευγαράκια που έκλειναν ραντεβού σε παρκάκια και σινεμά. Να ζουν εκείνο τον παράνομο έρωτά τους, που για εκείνη τη δεδομένη στιγμή, ήταν όλη τους η ζωή. Κι ας χώριζαν μέχρι το καλοκαίρι, τα έβλεπες να έδιναν εκείνα τα κινηματογραφικά φιλιά του αποχαιρετισμού κι αμέσως σου έσκαγε κι εσένα ένα χαμόγελο στα χείλη.

Φοβάμαι. Είναι που ανοίξαμε τα φτερά μας φορτωμένα όνειρα, και κάθε που χάναμε ένα φτερό στη διαδρομή, αποχαιρετούσαμε κι ένα χαμένο όνειρο. Μέχρι που δεν μας έμεινε φτερό και δεν μπορούσαμε να πετάξουμε. Προσγειωθήκαμε στη Γη μαζί με τα φτερά μας, που μαζέψαμε σε ένα χρυσό κουτί, γιατί απάνω τους είχαν τα όνειρά μας.

Μείναμε μόνοι σε άδειες βεράντες. Σε βεράντες που έσφυζαν από γέλια, χαρά και φίλους. Άκουγες μέσα στη βουή ένα – δυο τολμηρούς να φωνάζουν «Εμείς δεν θα χαθούμε ποτέ ρε!». Μα ένας – ένας πήρε μια άλλη διαδρομή στο σταυροδρόμι των επιλογών. Άλλος ακούσαμε παντρεύτηκε, άλλος χάθηκε κι άλλοι απλά συμβιβάστηκαν. Κι αλήθεια φοβάμαι.

Φοβάμαι πως γίναμε όλοι τόσο αφόρητα μόνοι. Σε γεμάτα δωμάτια με χαμηλωμένα βλέμματα συμβιβασμένα και «κόσμια». Με κόμπους στο στήθος κι αλήθειες πνιγμένες. Ναι• φοβάμαι ρε φίλε. Φοβάμαι πως τόση αγάπη που κρατώ μέσα μου θα μείνει κλεισμένη μέσα στο κάστρο της μοναξιάς μου. Γιατί δεν ξέρω αν αξίζει στο κόσμο αυτό να γκρεμίσω το κάστρο μου. Να δώσω στην εποχή του «παίρνω». Γιατί μου λείπουν τα φτερά εκείνα που είχα γεμάτα όνειρα πάνω μου. Μου λείπω εγώ.

Φοβάμαι πως κρατήσαμε όλα τα λάθος κι ανοίξαμε την πόρτα στη ζωή να φύγει. Κρατήσαμε λάθος ανθρώπους, λάθος στιγμές. Ονομάσαμε τα ψίχουλα, φίλους, το άπιαστο, έρωτα. Συμβιβάσαμε και πλάσαμε τον εαυτό μας στα θέλω των άλλων. Και τώρα;

Τώρα σιωπή. Φοβάμαι. Μα δεν είναι αργά. Ακόμα προλαβαίνουμε. Το τρένο σφυρίζει για μια ακόμη τελευταία φορά και στα ηχεία ακούγεται το όνομά μας. Προλαβαίνουμε να αλλάξουμε ζωή. Προλαβαίνουμε να βάλουμε ξανά τα φτερά μας και να πετάξουμε τη ρουτίνα που έκλεψε το χαμόγελό μας. Μόνο εμείς ορίζουμε το προορισμό μας. Φτάνει να κάνουμε την αρχή.

Χριστιάνα Παναγίδου, Απόφοιτος τμήματος Επιστημών Αγωγής και Εκπαίδευσης στην Προσχολική Ηλικία Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Αλεξανδρούπολης – Photo: Author/Depositphotos

Χριστιάνα Παναγίδου

Συγγραφέας Χριστιάνα Παναγίδου

Θυμάμαι τον εαυτό μου απο μικρό παιδί να μην μπορεί να κρύψει την αλήθεια της ψυχής μου. Μέχρι και σήμερα προσπαθώ όσο μπορώ να μην την κρατώ μέσα μου. Οι λέξεις στο χαρτί με βοηθούν ακόμα πιο πολύ στο έργο αυτό. Σπούδασα παιδαγωγικά και ακολούθησα την καρδιά μου με μεταπτυχιακές σπουδές στην Ειδική Αγωγή. Λατρεύω τα ταξίδια, τα βράδια του Χειμώνα και τη βροχή. Αγαπώ ότι μου θυμίζει εποχές που πέρασαν κι ο κόσμος ήταν πιο απλός και πιο αγνός.

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε