«Το κορίτσι μου! Να προσέχετε το κορίτσι μου» η τελευταία του φράση, κι ύστερα έφυγε η ψυχή του για άλλο ένα ταξίδι. Αυτός ήταν λοιπόν ο παππούς μου. Μέσα σ’ένα νοσοκομείο, κατάκοιτος και καταπονημένος από τον καρκίνο. Αρρώστια που όσο όμορφη λέξη και να βρεις για να την συνοδέψεις, όλοι ξέρουμε μέσα μας τι πραγματικά σημαίνει. Προδίδεται από μόνη της.

Οι τελευταίες του λέξεις για τη γυναίκα που τον συντρόφευε σιωπηλά όλη του την ζωή, τη γιαγιά μου. Το κορίτσι του, όπως την έλεγε. Κι ό,τι κι αν του στέρησε τούτη η ρημαδιασμένη αρρώστια ένα είναι το σίγουρο, πως δεν μπόρεσε ποτέ να του στερήσει το χρώμα της ψυχής του, την αγάπη. Εκείνη ήταν η κρυφή δύναμη που τον έκανε να φαίνεται πάντοτε τεράστιος στα δικά μου μάτια. Τίποτα δεν του την στέρησε, ούτε καν τότε.

Ετούτη η φράση ρίζωσε μέσα μου για τα καλά. Ήμουν μικρό κορίτσι κι εγώ τότε, το κορίτσι αυτό μπορεί να μεγάλωσε μα είχε πάντα την ίδια απορία. Πώς γίνεται να μπορεί κάποιος να αγαπά τόσο βαθιά, πώς γίνεται να μπορεί να κρατήσει μέσα του μέχρι το τέλος την ίδια αγάπη χωρίς να έχει “ανθρώπινες απώλειες”. Πάντα πληγωνόμουν όταν διαπίστωνα πόσο δύσκολος είναι ο επίγειος κόσμος μας, πόσο βαρύς για να μπορεί κάποιος να αγαπά με ουράνιες ποιότητες.

Γεννηθήκαμε όλοι άνθρωποι σε τούτο το παραμύθι κι η πόρτα είναι ανοιχτή για να τρυπώσουν συναισθήματα όπως η ζήλια, το μίσος, ο φόβος. Όλα τα χρώματα και οι πλάνες του εγώ, όποιο όνομα κι αν έχουν, είναι πολύ εύκολο να ληστέψουν την αλήθεια από μέσα μας. Έτσι πίστευαν τα έρμα απογοητευμένα μου μάτια με όλα αυτά που είχαν ξεγυμνωθεί μπροστά τους τόσα χρόνια.

Εκεί όμως, ευτυχώς όχι πολύ αργά, μπαίνει ο δικός μου σοφός δάσκαλος. Η ριζωμένη φράση που είχε αφήσει πίσω του σαν το σπόρο πλάι στη καρδιά μου, σαν τον φύλακα, έρχεται ξανά για να μου μάθει ένα μυστικό.  Πως “όποια ανθρώπινη κακουχία κι αν περάσεις εδώ, όποιο βαρύ συναίσθημα κι αν έρθει να σε επισκεφτεί πάντοτε θα έχεις την επιλογή να διαλέγεις την αγάπη ως απάντηση. Κι όχι μόνο να την διαλέγεις εσύ, μα να την μεταφέρεις και στους άλλους”.

Αυτό το μικρό κορίτσι του τότε φοβόταν πως δεν θα έβρισκε αυτόν τον άνθρωπο για τον οποίο θα μπορούσε να νιώσει αυτή την αγάπη. Τα χρόνια πέρασαν, 11 περίπου, κι η ζωή ήρθε από μόνη της για να μου δώσει να καταλάβω ακόμη δύο πράγματα. Το πρώτο ήταν πως αυτούς τους ανθρώπους δεν τους ψάχνεις με μανία, αυτοί είναι οι άνθρωποι που είναι ήδη εκεί στη ζωή σου. Πλάι σου.

Είναι εκείνοι που σου κρατούν σιωπηλά το χέρι όταν φοβάσαι, αυτοί που θ’ ανέβουν μαζί σου ή παράλληλα με σένα τους ανήφορους της ζωής, εκείνοι που βάζουν στα λόγια τους κάτι από συμπόνια και κατανόηση, εκείνοι που σε βοηθούν να πατήσεις τα πόδια σου ξανά στη γη όταν έχεις κουραστεί από το περπάτημα, εκείνοι που σου θυμίζουν κάθε τόσο τη δική σου δύναμη και σε βοηθούν να την ανακαλύψεις.

Εκείνοι, οι λιγοστοί, που θα γίνουν φακοί για να φωτίσεις τα δικά σου σκοτεινά υπόγεια δωμάτια κι εκείνοι, οι ακόμη πιο λιγοστοί, που ακόμη κι αν το βλέπουν το σκοτάδι που κρύβεται εκεί, στέκονται ακόμη πλάι σου. Εκείνοι οι άνθρωποι που τους πονά να σε αποχωρίζονται κι όμως είναι εκεί για να σου ανοίξουν την πόρτα της ζωής και να σου ευχηθούν «Στο καλό», εκείνοι που θα μοιραστούν μαζί σου σιωπές, κραυγές, χαρές, λύπες, απώλειες.

Εκείνοι οι άνθρωποι είναι όλοι αυτοί που δεν χρειάζεται να ψάξεις γιατί η ζωή τους έχει ήδη φέρει κοντά σου, βρίσκονται ήδη εκεί. Να τους κοιτάς στα μάτια όποτε βρίσκεις την ευκαιρία, να τους λες ευχαριστώ που μοιράζονται μαζί σου ό,τι πολυτιμότερο έχουν, τον εαυτό τους.

Έπειτα, το δεύτερο και ακόμη πιο σημαντικό που η ζωή μου έμαθε, ήταν πως μαζί μ’ εκείνους τους ανθρώπους πρέπει να βάλεις και τον εαυτό σου. Γιατί “αν δεν ξεκινήσεις από μέσα σου την αγάπη, δεν θα μπορέσεις ποτέ να την τελειώσεις σε κανέναν άλλο”. Αυτή είναι μάλλον η άγραφη αρχή της.

Γιατί η αγάπη είναι πρώτα απ’ όλα ευγένεια ψυχής. Όχι ευγένεια που φοράει μάσκα σοβαροφάνειας προς τα έξω, αλλά εκείνη η καθαρότητα που ξεκινάει πάντα από μέσα σου, ευγένεια που φοράς σαν στάση ζωής. Αυτή που αν ήταν μελωδία θα ήταν απαλή, αν ήταν αίσθηση θα ήταν σαν από αερικό, αν ήταν συναίσθημα θα ήταν η πίστη, αν ήταν άρωμα θα ήταν διακριτικό και αέρινο, κι αν ήταν ποιότητα χαραχτήρα, τότε ναι θα ήταν η ευγένεια, η αθωότητα. Αυτή η ευγένεια που ακόμη και στα νοσοκομεία ακόμη και στα πιο δύσκολα και βαριά σενάρια που σου δίνει η ζωή βρίσκει την σιωπηλή δύναμη να στέκεται με απλότητα.

Αυτή η θύμηση μου ήρθε σήμερα με το πρώτο φθινοπωρινό αεράκι κι ήθελα να την φυσήξω κι εγώ με τη σειρά μου προς εσένα! Κρατησέ την για πάντα πλάι στην καρδιά σου, αν το θέλεις. Κι εκείνη θα δεις πως θα σε μάθει τελικά, μέσα από την αγάπη να κοιτάς. Μετάδωσε την κι εσύ, σαν ευγενικό αεράκι που δροσίζει.

Μην ξεχάσεις πρώτα απ’όλα να την μεταδόσεις στους δικούς σου ανθρώπους που στέκονται πλάι στο μονοπάτι σου, όποιο κι αν είναι αυτό, το περπατούν με σένα. Όχι για σένα, αλλά μαζί με σένα. Εκεί μέχρι το τέλος, αν υπάρχει τέλος. Καλό περπάτημα σε όλους μας.

Photo: Author/Depositphotos

Βασιλική Παπαγιαννάκη

Συγγραφέας Βασιλική Παπαγιαννάκη

Σπούδασα Οικονομικά στο Πανεμιστήμιο της Πάτρας. Απ’όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα ψυχή ερωτευμένη με τον χορό γι' αυτό και πλέον ασχολούμαι επαγγελματικά μ' αυτό. Το γράψιμο για μένα είναι δημιουργία, εξερεύνηση, επικοινωνία με το μέσα και μοίρασμα! Πιστεύω στη δύναμη των σκέψεων, στη δύναμη της ενέργειας της αγάπης και στη δύναμη της καρδιάς να δημιουργεί την πορεία της ζωής μας!

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε