Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι, ήταν κι ένα αγόρι που συναντήθηκαν “τυχαία” στην παιδική χαρά.

– Θέλεις να παίξουμε; ρώτησε το αγόρι. – Θέλω!, απάντησε το κορίτσι. – Τι θέλεις να παίξουμε; ρώτησε το αγόρι. – Θέλω να κάνω κούνια κι εσύ να με κουνάς. – Εντάξει! Είπε το αγόρι. Ανέβα στην κούνια κι εγώ θα σε σπρώξω να πας μέχρι τον ουρανό.

Το κορίτσι ανέβηκε στην κούνια και το αγόρι έβαλε όλη του τη δύναμη να την φτάσει ψηλά στον ουρανό. – Κι άλλο, κι άλλο ψηλά!, του έλεγε ενθουσιασμένο το κορίτσι που γελούσε κάθε φορά που η κούνια ανέβαινε λίγο παραπάνω στον ουρανό. Και το αγόρι έστελνε την κούνια όλο και πιο ψηλά και χαιρόταν που ήταν τόσο δυνατό και μπορούσε να το κάνει.

Το αγόρι ένιωσε ότι του άρεσε το κορίτσι και ήθελε να την κάνει να γελάει και να χαμογελάει συνέχεια. Και το κορίτσι ένιωσε να θαυμάζει αυτό το τόσο δυνατό αγόρι. – Θέλεις κι άλλο να σε κουνήσω; ρώτησε το αγόρι. – Όχι, θέλω να πάμε και στις τραμπάλες.

Το αγόρι χάρηκε που το κορίτσι ήθελε να κάνει κι άλλα πράγματα μαζί του. Έκαναν τραμπάλα, ανέβηκαν στις τσουλήθρες, πήγαν στο μονόζυγο, γρατζούνισαν λίγο τα γόνατα, ξαναγύρισαν στις κούνιες, γέλασαν χαρούμενα, έπαιξαν με τα χώματα φτιάχνοντας πύργους, ξεκαρδίστηκαν απ’ τα γέλια, αφέθηκαν.

Το αγόρι δεν χόρταινε το κορίτσι και το κορίτσι δεν χόρταινε να παίζει με το αγόρι. Πέρναγε η ώρα χαρούμενα κι ανέμελα ώσπου μια γνώριμη φωνή ακούστηκε να ζητά επιτακτικά από το αγόρι να φύγουν, εκείνη της μητέρας του.

Σε λίγα λεπτά μια άλλη γνώριμη φωνή, ζήταγε από το κορίτσι να σταματήσει το παιχνίδι και να τον ακολουθήσει στο σπίτι. Ήταν εκείνη του πατέρα της. Κανένα από τα δύο παιδιά δεν ήθελε να αφήσει το άλλο και κανένα δεν ήθελε να ακολουθήσει τις γνώριμες φωνές. Όμως και τα δύο παιδιά τις άκουσαν και τις ακολούθησαν και έτσι χωρίστηκαν.

Μπορεί να είναι αναγκαίο να ακούμε και να ακολουθούμε τους γονείς μας στην παιδική μας ηλικία. Το τραγικό είναι να επιτρέπουμε να ακούμε και να ακολουθούμε αυτές τις γνώριμες φωνές των σημαντικών άλλων ακόμα και στην ενήλικη ζωή μας.

Ειδικά όταν αυτά που μας λένε, δεν μας βοηθούν να έρθουμε σε επαφή με τον εαυτό μας και κατά συνέπεια με τον άλλο. Πόσο κρίμα να μένουν έρημες και μόνες τόσες κούνιες που ζητούν το αμοιβαίο παιχνίδι.

Λίνα Παυλοπούλου

Συγγραφέας Λίνα Παυλοπούλου

Η αγάπη μου για τον άνθρωπο με οδήγησε να ασχοληθώ με τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες. Είμαι Συνθετική Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας με μετεκπαίδευση στην Ψυχοθεραπεία Γονέων-Εφήβων. Εχω σπουδάσει επίσης Ρεφλεξολογία και είμαι μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ρεφλεξολόγων. Πιστεύω πως ο κάθε άνθρωπος χρειάζεται αγάπη και φροντίδα. Μέσα από τη γραφή εκφράζω την ανάγκη μου να επικοινωνώ και να συνδέομαι με τους ανθρώπους, να γαληνεύω και να ταξιδεύω με τον εαυτό μου. Για μένα η γραφή είναι έκφραση, ελευθερία, δημιουργία, συνάντηση, μοίρασμα, ταίριασμα. Μότο μου, «Μόνο η αγάπη μπορεί».

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε