Μια φορά κι ένα καιρό υπήρξε η Χώρα της ελευθερίας. Μάλιστα, ο θρύλος αναφέρει ότι ήταν τόσο φιλόξενη που μπορούσε να κλείσει στην αγκαλιά της όλους τους ανθρώπους της γης. Εκεί δεν είχε στα αλήθεια σημασία αν φορούσες το καπελάκι σου στραβά ή την μπλούζα σου ανάποδα. Μπορούσες να τραγουδήσεις στη μέση του δρόμου εφόσον το επιθυμούσες, να τρέξεις όπως το μικρό παιδί που τίποτε δε νιώθει να το παρατηρεί κι έτσι ανέμελο αφήνεται στην ορμή του ανέμου.

Σε εκείνη τη χώρα οι κάτοικοι δήλωναν απλώς άνθρωποι. Ουδεμία αξία λάμβαναν το χρώμα, η καταγωγή, η οικονομική ευρωστία κι οι τίτλοι τιμής. Οι νόμοι κλείνονταν στο σύνταγμα της αγάπης και το κλειδί φυλασσόταν μέσα στις καρδιές, που χτυπούσαν κόντρα στους ήχους των πρέπει.

Κι όσο ο πλανήτης βαφόταν πολύχρωμος, τόσο τα όνειρα βόλταραν δίχως χειροπέδες στα σοκάκια του γνωστού σύμπαντος. Ο καθένας ακολουθούσε το επάγγελμα που η ψυχή του επέλεγε. Έτσι το εκτελούσε περισσότερο ως ένα ιερό λειτούργημα παρά σαν μια άνωθεν επιβεβλημένη εντολή.

Τα παιδιά γεννιούνταν από έρωτα κι όχι από προγραμματισμένα ανταμώματα συμβατικών εραστών που μετρούν ωάρια και σπερματοζωάρια στην κούρσα της αναπαραγωγής. Οι σκέψεις εκφράζονταν ελεύθερα, σαν τα κύματα που σχηματίζονται στον απέραντο ωκεανό. Καμία φωνή δεν υψωνόταν για να τις κριτικάρει, να τις γεμίσεις ενοχές και συμπλέγματα κατωτερότητας.

Και τα μωρά μεγάλωναν σε ένα κόσμο που δεν φοβούνταν τις μελανιές. Έπεφταν και ξανασηκώνονταν. Έκαναν λάθη και διδάσκονταν από αυτά. Αγαπούσαν τις υπόλοιπες υπάρξεις ως διαφορετικές εκφάνσεις του θαυμαστού όλου.

Κάθε μέρα ξημέρωνε μαγική και κάθε ζευγάρι ματιών δήλωνε ευγνωμοσύνη για τις ανατολές και τις δύσεις του θνητού πεπρωμένου. Τ’ αμάξια δεν κορνάριζαν επίμονα, οι επιβάτες δεν σπρώχνονταν σε λεωφορεία, μετρό και τρένα. Ήξεραν πως νωρίτερα ή αργότερα θα έφταναν στον προορισμό τους. Γνώριζαν πως οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη στάση αποτελούσε κομμάτι της σοφής εξερεύνησής τους. Δήλωναν ταξιδιώτες λοιπόν. Κάποτε, ασφαλώς, οι βαλίτσες τους θα άδειαζαν κι οι ίδιοι θα σκορπίζονταν στο άπειρο. Αν, όμως, ο χρόνος τους υπήρξε πεπερασμένος τι άλλο τους απέμενε, άραγε, να κάνουν από να τον γιορτάσουν συντροφιά.

Ένα βράδυ ο ουρανός σκοτείνιασε και το νερό της θάλασσας βάφτηκε μαύρο. Μια γυναίκα βουτηγμένη στο χρυσό τραβούσε βιαστική το κουπί στη βάρκα. Την έλεγαν Απληστία. Δίπλα της καθόταν ένας άντρας με καμπούρα και μελαγχολικά, σκούρα μάτια. Συστηνόταν ως Φόβος. Την παρέα συμπλήρωνε μια επιβλητική φιγούρα με αυστηρό καρέ και χαρτοφύλακα στα χέρια. Τη φώναζαν Επίκριση.

Οι τρεις τους πάτησαν γρήγορα τα πέλματά τους στην ολόχρυση άμμο. Ύστερα γλίστρησαν αθόρυβα στα σπίτια των ανθρώπων και τους ψιθύρισαν επίμονα στον ύπνο τρεις μονάχα λέξεις: Απληστία. Φόβος. Επίκριση.

Την επόμενη μέρα όλα έμοιαζαν ίδια κι όλα ήταν τόσο διαφορετικά. Οι κάτοικοι κοιτούσαν ο ένας τον άλλον καχύποπτα κι έτρεχαν να φτάσουν πρώτοι στη δουλειά. Επιθυμούσαν να φορέσουν το πιο γυαλιστερό κοστούμι. Λαχταρούσαν να οδηγήσουν το πλέον εντυπωσιακό αμάξι και ν’ αποκτήσουν το πολυτελέστερο σπίτι.

Τα παιδιά σταμάτησαν να κάνουν μελανιές. Έκτοτε κλείστηκαν σ’ ένα γυάλινο κλουβί. Δεν χτυπούσαν και συνεπώς δεν μάθαιναν να περπατούν με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια της καρδιάς ανοιχτά. Οι δεύτερες σκέψεις δεν επέτρεπαν στις πρώτες να εκφραστούν αφού έτρεμαν τις επιπτώσεις της ελευθερίας. Τα τραγούδια στους δρόμους σταμάτησαν. Ξημέρωναν, άλλωστε, αλλόκοτες εποχές και κανείς στ’ αλήθεια δεν επιθυμούσε να περαστεί για ελαφρόμυαλος. Οι χοροί αιχμαλώτισαν τα βήματα και λογόκριναν τις νότες. Οι φιγούρες εκτελούνταν στο εξής μονάχα για τις επευφημίες που ενδεχομένως και να τις συνόδευαν.

Οι άνθρωποι επέλεγαν το επάγγελμά τους με κριτήριο το κέρδος και το ταίρι τους με γνώμονα την ασφάλειά τους. Κι έτσι όλοι ξυπνούσαν ανόρεκτοι τα πρωινά. Μετρούσαν νευρικά τις ρυτίδες τους και κυνηγούσαν απελπισμένα τους στόχους τους. Και για κάθε στόχο που έφταναν, ένας νέος, ακόμη πιο δυσπρόσιτος, εμφανιζόταν στον ορίζοντα. Κι εκείνοι έτρεχαν συνεχώς από πίσω, λαχανιασμένοι και δυστυχείς. Ο καιρός κυλούσε, η ζωή ξεγλιστρούσε.

Η Χώρα της ελευθερίας δεν κατάφερε τελικά ποτέ να ξεχάσει όσους ψιθύρους στοίχειωσαν μια νύχτα τα όνειρά της. Μα μέχρι σήμερα, κάπου κάπου, γεννιούνται αυτοί που λικνίζονται στον αυθεντικό ρυθμό τους, που δε φυλακίζουν τα βήματα, δεν τρέμουν τις μελανιές και δε φοβούνται τα ταξίδια.

«Μα καλά ποιος στα αλήθεια τους παίρνει ακόμη στα σοβαρά;», αναρωτήθηκε ένα απόγευμα η Απληστία και τσούγκρισε το ποτήρι της με τον Φόβο και την Επίκριση. «Τους νοιάζει πράγματι να τους πάρει κάποιος στα σοβαρά; Από ξεχωριστά υλικά δομημένοι, απλώς χαμογελούν. Προχωρούν και τολμούν. Ζουν μια φορά και υπάρχουν για χίλιες», ακούστηκε μια φωνή.

Ποια ήταν η φωνή δεν κατάφεραν να μάθουν. Ταράχτηκαν, ωστόσο, πολύ. Υποψιάστηκαν, βλέπετε, πως από κάπου μακριά τους απάντησε ο υγιής μας εαυτός, ο οποίος ουδέποτε λησμόνησε ολοκληρωτικά τη Χώρα της ελευθερίας.

Ορισμένα βράδια, μάλιστα, την επισκεπτόμαστε ακόμη. Βολτάρουμε στα ανθισμένα σοκάκια της. Φουσκώνουμε πολύχρωμα μπαλόνια. Έπειτα τα παρατηρούμε να υψώνονται περήφανα στον ουρανό. Κάθε μπαλόνι και μια ιερή ελπίδα, μια προσευχή και μια υπόσχεση για τον καλύτερο κόσμο που φωλιάζει αιωνίως μέσα μας και γκρεμίζει όσες φυλακές βαφτίσαμε σπίτι μας.

Photo: Author/Depositphotos

Συγγραφέας Κατερίνα Τσιτούρα

Είμαι απόφοιτος της Ελληνικής Φιλολογίας με ειδίκευση στη Γλωσσολογία.Το 2017 εξέδωσα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το πρώτο μου βιβλίο, ένα παραμύθι για ενήλικες με τίτλο «Η Καθρεφτούπολη». Λατρεύω να παρατηρώ τους ανθρώπους. Κι έτσι γράφω. Για να τους κατανοήσω λίγο περισσότερο. Για να διηγηθώ μια ιστορία.Τη δική τους, τη δική μου ή εκείνη που θα μπορούσε να εκτυλιχτεί σ’ έναν κόσμο όπου οι λέξεις νικούν τον χρόνο.

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε