Ο όρος «αυτοεκτίμηση» είναι μια έννοια που χρησιμοποιείται για να εκφράσει την αξία που δίνουν οι άνθρωποι στον εαυτό τους, το πόσο υπερήφανοι αισθάνονται για το άτομό τους και το πόσο πιστεύουν ότι αξίζουν. Η αυτοεκτίμηση καθορίζεται από το πόσο καλά πιστεύουμε ότι τα καταφέρνουμε σε έναν τομέα της ζωής μας και ταυτόχρονα από το πόσο σημαντικός είναι ο τομέας αυτός για μας.

Αφορά ειδικότερα τη θετική εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και σχετίζεται με την αυτοαξιολόγησή μας σε τομείς που εμείς θεωρούμε σημαντικούς. Όταν πιστεύουμε ότι τα καταφέρνουμε σε κάποιους σημαντικούς τομείς της ζωής, τότε αυξάνεται και η αίσθηση της αυτοαποτελεσματικότητάς μας. Αυτή η αίσθηση, με τη σειρά της, ενισχύει ακόμα περισσότερο την αυτοεκτίμησή μας.

Οι ειδικοί αντιλαμβάνονται την αυτοεκτίμηση είτε ως ένα χαρακτηριστικό που παραμένει σταθερό μέσα στο χρόνο είτε ως μια κατάσταση που αντιπροσωπεύει ουσιαστικά μια αντίδραση σε γεγονότα ζωής. Φαίνεται ωστόσο ότι η διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης δεν είναι σταθερή στην πορεία της ζωής μας. Πρόκειται μάλλον για ένα δυναμικό και διακυμαινόμενο χαρακτηριστικό το οποίο επηρεάζεται τόσο από εσωτερικούς όσο και από εξωτερικούς παράγοντες.

Η διαμόρφωση της εικόνας εαυτού είναι μια διαδικασία που αρχίζει από νωρίς στη ζωή, κυρίως μέσα από τις δραστηριότητες που αναλαμβάνει το άτομο, αλλά και μέσα από την αλληλεπίδρασή του με άλλους σημαντικούς ανθρώπους. Η χρονική περίοδος κατά την οποία διαμορφώνεται η εικόνα εαυτού είναι μεταξύ 7 και 18 ετών, τότε που το παιδί πηγαίνει σχολείο, συναναστρέφεται με ενήλικες εκτός της οικογένειάς του, κοινωνικοποιείται μέσα από την αλληλεπίδρασή του με τους συνομηλίκους του, εντάσσεται και ανήκει σε μια ομάδα – τη σχολική – και αναλαμβάνει, για πρώτη φορά υπεύθυνα, σημαντικές δραστηριότητες.

Μελέτες σε εφήβους, κορίτσια και αγόρια, δείχνουν ότι η αυτοεκτίμηση παρουσιάζει διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια της σχολικής ζωής. Φαίνεται ότι η αυτοεκτίμηση των παιδιών μειώνεται κατά τη μετάβασή τους από το δημοτικό στο γυμνάσιο και από το γυμνάσιο στο λύκειο. Η πρώτη αλλαγή μπορεί να σχετίζεται με τη μετάβαση στην εφηβεία: αλλαγές στο σώμα, μεγαλύτερες ακαδημαϊκές απαιτήσεις κ.λπ.

Η δεύτερη αλλαγή ίσως να σχετίζεται με τις απαιτήσεις της δεύτερης εφηβικής περιόδου: μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση, αναζήτηση συναισθηματικών σχέσεων, αυξημένες απαιτήσεις για καλή σχολική επίδοση, αναζήτηση επαγγελματικού προσανατολισμού. Οι παράγοντες που προέβλεπαν τη διαμόρφωση υψηλής αυτοεκτίμησης ήταν, όπως φάνηκες από τις έρευνες, η θετική επικοινωνία μέσα στην οικογένεια και το αίσθημα ασφάλειας μέσα στο σχολείο.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Ντιάνα Χαρίλα με τίτλο «Αγαπώ το σώμα μου, αγαπώ τον εαυτό μου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο. Μπορείτε να το βρείτε εδώ

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε