Πρέπει να είμαστε φυσιολογικοί. Να ξυπνάμε το πρωί για τη δουλειά με την απαιτούμενη μουρμούρα. Το στρώμα μας έπεσε βαρύ και τα μαξιλάρια δεν φτιάχτηκαν για τον ευαίσθητο αυχένα μας. Οι συμβατικές αγκαλιές μας επιτρέπουν εξάλλου τη μουρμούρα. Για την ακρίβεια την απαιτούν. Τρέφονται από την αίσθηση πως κάτι μας λείπει, εκείνο το «μισό» που μας στερεί το δικαίωμα σε αγάπες και λουλούδια. Ο έρωτας, βλέπεις, αναζητά ένα κάποιο θάρρος, ένα ξεγύμνωμα και μια βουτιά στην ολόκληρη αλήθεια μας.

Εμείς, όμως, τα ξεκαθαρίσαμε. Είμαστε φυσιολογικοί. Πριν τον καφέ έχουμε τα νεύρα μας γιατί ακόμη καλά καλά δεν ανοίξαμε βλέφαρο. Μετά και πάλι δυσφορούμε. Μας φταίει η κίνηση στο δρόμο κι η άχαρη ρουτίνα που κρυφά τρέμει το φυλλοκάρδι μας να μην τη χάσουμε. Μα γκρινιάζουμε. Έτσι, για την ελάχιστη δόση επαναστατικότητας στο προφίλ μας. Ωραίο πράγμα η ανώδυνη επαναστατικότητα και, προπάντων, μας προσδίδει την απαιτούμενη τυχοδιωκτική γοητεία.

Μικροί θα αλλάζαμε τον κόσμο, θυμάσαι; Στην πορεία ευτυχώς το πιάσαμε το νόημα. Θα γινόμασταν απλώς κανονικοί. Κι όλα μέλι γάλα. Στη δουλειά θα βαφτιζόμασταν σωστοί υπάλληλοι. Υπάκουοι κι ανέμπνευστοι, εφόσον το επιθυμούσε το αφεντικό. Εάν τυχόν παίρναμε την πολυπόθητη προαγωγή ασφαλώς και θα ξεχνούσαμε το νευρικό παρελθόν των κατώτερων κλιμακίων. Θ’ ασκούσαμε την εξουσία ως τύραννοι και θ’ αναπτύσσαμε αλλεργία στα εργασιακά δικαιώματα. Θ’ ανταμείβαμε τους κόλακες και θα δυσπιστούσαμε στους λιγότερο δουλοπρεπείς.

Στις συζητήσεις θα συμφωνούσαμε με τον πλέον δυνατό. Είναι ωραίο να εντάσσεσαι στην ομάδα του ισχυρού, δεν συμφωνείς; Και προπάντων βολικό. Μια ομπρέλα προστασίας για τις δύσκολες στιγμές, ένα βόλεμα στο δημόσιο για τους απογόνους κι ένα ξελάσπωμα για τις τυχόν ατασθαλίες μας στην εφορία.

Στις φιλίες ξεκινήσαμε ρομαντικά. Μια συντροφιά από ατίθασες ψυχές με τα πόδια στο γραφείο και τα όνειρα στα σύννεφα. Προσγειωθήκαμε. Προτιμάμε το σταυροπόδι τώρα. Κρίνεται πιο κομψό και απείρως πιο ασφαλές. Για τους φίλους καιρός δεν μας απομένει. Μην το ξεχνάμε, γίναμε φυσιολογικοί. Περισπούδαστοι καριερίστες, με το κεφάλι ψηλά και την υπερκόπωση μόνιμη ντάμα μας.

Τις νύχτες επιλέγουμε τις σειρές. Με τους πολλούς κύκλους καθότι και άνθρωποι της συνήθειας. Μας δίνουν την αίσθηση ότι ζούμε. Για λίγο μεταμορφωνόμαστε σε περιπετειώδεις δικηγόρους ή ριψοκίνδυνους κατασκόπους. Ύστερα νυστάζουμε. Κλείνουμε την τηλεόραση και καληνυχτίζουμε την αγάπη μας πριν το πρώτο ροχαλητό.

Άλλη μια φορά: Πρέπει να υμνούμε την κανονικότητα. Και πρέπει να κάνουμε την πολυπόθητη πρόταση γάμου. Αν είμαστε άντρες ασφαλώς. Αν είμαστε γυναίκες καλύτερα να την περιμένουμε καρτερικά. Κι ας μην την λαχταρούμε. Επειδή πρέπει. Γιατί την προσδοκά το οικογενειακό πακέτο ασφάλειας, τα αγέννητα παιδιά μας κι η φίλη που επιμένει πως «άλλη χάρη ο γάμος».

Τα ζευγάρια ανέκαθεν λάτρευαν τ’ άλλα ζευγάρια εξάλλου. Σαν μια συμμορία με όρκο κανονικότητας που κυβερνά σιωπηλά τον κόσμο. Οφείλουμε να είμαστε φυσιολογικοί λοιπόν. Να τρέχουμε πίσω από τις χιλιάδες υποχρεώσεις μας. Ποτέ να μην τις φτάνουμε, για την απαραίτητη αδρεναλίνη που οι ενοχές εγγυώνται.

Να μην έχουμε χρόνο για πολλές σκέψεις. Αν σκεφτούμε θα καταλάβουμε. Κανέναν δεν εξυπηρετεί να καταλάβουμε, ούτε καν εμάς τους ίδιους.

Χρειάζεται να μην ξεχωρίζουμε. Να μην ντυνόμαστε πολύ αστραφτερά, να μην μιλάμε δυνατά, να μη γελάμε με την καρδιά μας. Δεν είμαστε τίποτα εγωκεντρικοί που εκλπιπαρούν σώνει και ντε την προσοχή και προπάντων δεν δηλώνουμε επιπόλαιοι χάχες. Από την άλλη ας μην γίνουμε και τελείως κλασικοί. Η εποχή λατρεύει το ελαφρώς αντισυμβατικό μα συνάμα κυριλέ στυλ, θα το έχεις ακουστά.

Επιβάλλεται να κουνάμε συγκαταβατικά το κεφάλι μας στις φιλικές παρέες και στα οικογενειακά δείπνα. Ακόμη κι όταν διαφωνούμε. Το να υπερασπιζόμαστε την άποψη μας – ή το να έχουμε μια οποιαδήποτε άποψη- θεωρείται στις μέρες μας αδιανόητο πείσμα και τινάζει τις σχέσεις στον αέρα.

Ας συνοψίσουμε: Πρέπει να είμαστε φυσιολογικοί. Υπάκουοι σύζυγοι, που στα κρυφά εκτονώνoυν την υπνωτισμένη τους λίμπιντο σε απαγορευμένους εραστές. Συνετοί γονείς που φορτώνουν στα παιδιά τα άλυτα συμπλέγματά τους. Αφοσιωμένοι φίλοι που δεν τολμούν να ξεστομίζουν στους κολλητούς την αλήθεια τους. Υπάκουα τέκνα που στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δοξολογούν τη μαμά και τον μπαμπά και στον ψυχαναλυτή τους λοιδορούν αλύπητα. Πετυχημένοι επαγγελματίες που σκότωσαν το όνειρο για έναν χαρτοφύλακα αδειανό κι ένα κοστούμι καλοραμμένο.

Κι ένα μυστικό: Δε χρειάζεται όντως να είμαστε φυσιολογικοί. Αρκεί απλώς να φαινόμαστε. Κανείς δεν σκοτίζεται για το ποιοι πραγματικά είμαστε, ούτε κι οι ίδιοι μπήκαμε ποτέ στον κόπο να το ερευνήσουμε σοβαρά. Όλα καλά λοιπόν. Προχωράμε ακάθεκτοι. Συνένοχοι στα εγκλήματα πλάνης, σύντροφοι του Οδυσσέα που ξελογιάστηκαν από τις σειρήνες. Ζούμε στο νησί της Κίρκης.

Ωστόσο, γιατί στα αλήθεια να χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας; Η Κίρκη αποδείχτηκε εξαίρετη οικοδέσποινα. Μας ταΐζει και μας ποτίζει για αιώνες τώρα. Με ένα όρο: Τη σιωπή της λήθης μας.

Συγγραφέας Κατερίνα Τσιτούρα

Είμαι απόφοιτος της Ελληνικής Φιλολογίας με ειδίκευση στη Γλωσσολογία.Το 2017 εξέδωσα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το πρώτο μου βιβλίο, ένα παραμύθι για ενήλικες με τίτλο «Η Καθρεφτούπολη». Λατρεύω να παρατηρώ τους ανθρώπους. Κι έτσι γράφω. Για να τους κατανοήσω λίγο περισσότερο. Για να διηγηθώ μια ιστορία.Τη δική τους, τη δική μου ή εκείνη που θα μπορούσε να εκτυλιχτεί σ’ έναν κόσμο όπου οι λέξεις νικούν τον χρόνο.

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε