“Δεν μπόρεσα ποτέ να σου πω αυτό που ήθελα.
Σε κοίταζα πάντα να γελάς και στην άκρη των χειλιών σου μια εκκρεμότητα.
Σαν υπόσχεση που δεν κρατήθηκε.

Σ’ άκουγα να μιλάς και πολλές φορές, αλήθεια, πίστεψα πως τα λόγια σου ήτανε ξένα.
Σαν να γραφτήκαν από κάποιον επίδοξο συγγραφέα με τ’ όνειρο ν’ ακουστούν μία μέρα στις μεγάλες σκηνές του κόσμου,
αλλά έμεινες μόνο εσύ να τα προφέρεις, σαν μονόλογο σε συνοικιακό θέατρο.

Κι έπειτα σιωπούσες. Και χανόσουν. Κι οι σκέψεις σου σαν κύματα μεγάλα σε σκέπαζαν ως πάνω.
Κι όλος ο κόσμος χανόταν. Και τα μάτια σου κοιτούσαν δίχως φως τα χρώματα του κόσμου.

Ήξερες να τα ξεχωρίζεις απ’ τα πράγματα που τα φόραγαν. Και αυτό γιατί πάει καιρός από τότε που τα είδες.
Κι έτσι, δίχως φωνή και δίχως χρώματα, τα σύννεφα άλλαζαν σχηματισμούς κι οι εποχές διαδέχονταν η μία την άλλη.

Και τα βράδια σ’ ένιωθα να πολεμάς ανάμεσα στα σκεπάσματα. Κάθε νύχτα ο ίδιος πόλεμος.
Αστέρια να πέφτουν απ’ τα σκάγια.

Κι όταν ξημερώματα πια σ’ έπαιρνε ο ύπνος, φρόντιζες ποτέ να μη σε βρει ανάσκελα.
Γιατί ανάσκελα η καρδιά είναι ανοιχτή στον κόσμο. Εκτεθειμένη.

Πέρασαν λοιπόν τα χρόνια και δε βρήκα ακόμη την ευκαιρία να σου πω αυτό που ήθελα.
Αυτό που ίσως αν σου είχα πει νωρίτερα, η ζωή σου να ήταν αλλιώς.
Σ’ αγαπώ εαυτέ μου.”

Ο,τι βαραίνει την ψυχή μας, είτε αυτό είναι φόβος, είτε άγχος, οτιδήποτε μας κρατάει πίσω, ο μόνος τρόπος να το δούμε κατάματα και να προχωρήσουμε, είναι να αγαπήσουμε τον εαυτό μας.

Εύη Μαργαριτίδου

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε