Κάποτε υπήρξε ένας άνθρωπος που τόσο πολύ του άρεσε να χτίζει γέφυρες, ώστε αφιερώθηκε εξολοκλήρου στην περίεργη αποστολή του. Ποτέ δεν έμαθα το όνομά του, μα συχνά άκουγα τους γύρω του να τον αποκαλούν αρχιτέκτονα και ως τέτοιον μου αρέσει μέχρι και σήμερα να τον θυμάμαι. Οι γέφυρές του δεν ήταν βέβαια οι κλασικές, αυτές του προκαλούσαν άλλωστε μια μικρή πλήξη.

Οι δικές τους ντύνονταν με ένα σωρό χρώματα, λαμβάνοντας τα πιο πρωτότυπα σχήματα που θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Και το πιο σημαντικό: Ήταν κατασκευασμένες από τα υλικά των ονείρων. Ο αρχιτέκτονας συνήθιζε μάλιστα να λέει: «Αν κάποιος σου χτίσει μια γέφυρα, εσύ ποτέ ξανά δεν θα είσαι ο ίδιος. Φτάνει να τη διαβείς».

Πριν προλάβεις να αναρωτηθείς πόσο δύσκολη μπορεί να αποδειχτεί η διάβαση μιας γέφυρας, φτάνει να σου πω ότι κάτω από αυτή αντίκριζες μονάχα ένα σκοτεινό κενό και πως κάθε περαστικός την προχωρούσε αποκλειστικά με δική του ευθύνη. «Κάνε μια ευχή, μα φρόντισε αυτή να είναι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε ιδιοτέλεια. Κάνε τη γιατί πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς και την αισθάνεσαι ως σκοπό ολόκληρης της ύπαρξής σου» προέτρεπε τους διαβάτες, χαμογελώντας πλατιά ο αρχιτέκτονας.

«Θέλω να συνθέσω συγκινητικές μελωδίες, να αγγίξω τις πιο ευαίσθητες χορδέ , να αφυπνίσω τους κυνικούς και να ξαναχρωματίσω τον κόσμο με τη χαμένη του αθωότητα», ευχήθηκε κάποτε ένα μουσικός και αμέσως η γέφυρα έλαβε το σχήμα εντυπωσιακής κιθάρας ενώ οι νότες κάλεσαν σε χορό τα σύννεφα του ουρανού. Δεν πραγματοποιούνταν, όμως, όλες οι ευχές αφού πολλές πήγαζαν από ταπεινά κίνητρα και, συνεπώς, είχαν αδύναμες ρίζες και φτωχή άνθιση.

Ωστόσο, όταν οι ευχές έβγαιναν αληθινές, ο διαβάτης καλούταν να βρει το κουράγιο να προχωρήσει, να πιστέψει σε ό,τι απίθανο έβλεπε πια μπροστά στα μάτια του και, προπάντων, να αγνοήσει τον τρόμο που του προκαλούσε η θέα της σκοτεινής αβύσσου. Κάποιοι ένιωθαν τα πόδια τους να τρέμουν κι αδυνατούσαν να τολμήσουν έστω και ένα βήμα μπροστά.

«Ίσως η κατασκευή να αποτελεί αποκύημα της φαντασίας, ένα παιχνίδι του μυαλού και τίποτα παραπάνω», μουρμούριζαν και έστεκαν μαρμαρωμένοι στη θέση τους. ’Έπειτα απογοητευμένοι έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφή στην καθημερινότητα, διαδίδοντας σε φίλους και εχθρούς πως ο αρχιτέκτονας δε λογαριάζεται για τίποτα περισσότερο από έναν κοινό απατεώνα και πως ό,τι ευαγγελιζόταν ουδέποτε λάμβανε σάρκα και οστά.

Μια μέρα, όλοι οι άτολμοι και πικραμένοι διαβάτες μάζεψαν υπογραφές και οργισμένοι παρουσιάστηκαν μπροστά στον βασιλιά του κόσμου: «Συλλάβετε τον αρχιτέκτονα! Μοιράζει ανούσιες ελπίδες» εκλιπαρούσαν με μια φωνή. «Και τι κακό έχουν δηλαδή οι ελπίδες;» αναρωτήθηκε ο βασιλιά που υπήρξε ένας σοφός και καθόλα δίκαιος άνθρωπος.

«Μα εξοχότατε, δεν αντιλαμβάνεστε το ολοφάνερο έγκλημα που διαπράττει; Μας φουσκώνει το μυαλά, επιμένοντας πως μπορούμε να καταφέρουμε το μακρινό και σχεδόν απίθανο που σαν παιδιά φανταστήκαμε». Ο βασιλιάς κοίταξε προσεκτικά τους υπηκόους του και σκαρφίστηκε τη μικρή του απάτη. Ξερόβηξε λοιπόν δήθεν προβληματισμένος και ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα τους ανακοίνωσε: «Πολύ καλά. Αύριο εγώ προσωπικά θα φροντίσω να κοπούν όλες οι μαγικές γέφυρες».

Το επόμενο πρωί πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε στο μικρό χωριό ενώ ο αρχιτέκτονας σφύριζε κεφάτα, κερνώντας κόκκινο κρασί όλους τους παρευρισκομένους. «Δεν σου καίγεται καρφί που θα γκρεμίσουν τις διάσημες γέφυρές σου;» τον ρωτούσαν ορισμένοι. «Αυτές ουδέποτε πέφτουν όταν με θάρρος τις βαδίζουμε» απαντούσε με χαμόγελο εκείνος.

Σύντομα, ο βασιλιάς κατέφτασε στο σημείο συνάντησης και στάθηκε δίπλα στον περίφημο αρχιτέκτονα: «Ακούω πως κατασκευάζεις γέφυρες», του είπε ακουμπώντας τον απαλά στον ώμο. «Ίσως και να είναι αλήθεια. Μπορεί όμως και μόνες τους να στήνονται για όσους τολμούν να ζήσουν» απάντησε εκείνος αινιγματικά.

«Και αν σου ζητούσα να φτιάξεις μια και για εμένα;» «Θα σε ρωτούσα αν αυτή ικανοποιεί την καρδιά σου» αποκρίθηκε ο αρχιτέκτονας. «Το κάνει» είπε με βεβαιότητα ο βασιλιάς. «Τότε θα σε βοηθήσω» τον καθησύχασε ο αρχιτέκτονας. «Ας ξεκινήσουμε» έδωσε το έναυσμα ο μεγαλειότατος. Ύστερα απευθύνθηκε στο πλήθος:

« Αν λέει την αλήθεια και η γέφυρα στηθεί, τότε οι εργάτες μου θα την γκρεμίσουν προτού εγώ προλάβω να φτάσω απέναντι». «Μα βασιλιά μου, θα σκοτωθείς πέφτοντας στην άβυσσο» φώναζαν έντρομοι οι υπήκοοι. «Υποθέτω πως αξίζει η θυσία αν πρόκειται να σώσω τον κόσμο από έναν απατεώνα σαν του λόγου του» αποκρίθηκε εκείνος, κλείνοντας φευγαλέα το μάτι στον αρχιτέκτονα.

«Κάνε μια ευχή» παρότρυνε τον μεγαλειότατο ο αλλόκοτος κατασκευαστής ονείρων κι αμέσως μετά κάτι του ψιθύρισε στο αυτί. «Στον κόσμο δίκαια να κυβερνώ και την αγάπη να τραγουδώ» ευχήθηκε σιωπηλά ο βασιλιάς. Αμέσως μια επιβλητική και ολόχρυση γέφυρα στήθηκε μπροστά του ενώ ένα πρωτόγνωρο αίσθημα αγαλλίασης πλημμύρισε ολόκληρη την πλάση.

Ο βασιλιάς χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ξεκίνησε να προχώρα μα στη μέση της διαδρομής σταμάτησε και διέταξε: «Γκρεμίστε τη!» Έκλαιγαν οι υπήκοοι, έκλαιγαν και οι εργάτες. «Εξοχότατε, ξανασκέψου το» τον ικέτευαν. «Γκρεμίστε την» επέμενε εκείνος.

Οι εργάτες, μην έχοντας άλλη επιλογή, πήραν στα χέρια τους τα πιο γερά εργαλεία και βάλθηκαν να ροκανίζουν τη γέφυρα. Μα ένα περίεργο πράγμα, το υλικό παρέμενε άθικτο και ο βασιλιάς συνέχιζε να στέκεται περήφανος στη μέση της κατασκευής. «Ανόητοι άνθρωποι» φώναξε τότε αυστηρά. «Όποιος ερωτεύεται το φως, ποτέ του δεν απειλείται από την άβυσσο.

Προχωράει σε πείσμα των εμποδίων, κλείνει τα αυτιά του στους δύσπιστους ψιθύρους και αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στην αποστολή του. Γκρεμός δεν είναι ο θάνατος μα οι δειλές ζωές σας. Πεθαίνετε κάθε λεπτό που συμβιβάζεστε με το μέτριο και βολικό, κάθε στιγμή που ανταλλάζετε την ελευθερία σας με τα μικροαστικά κλουβιά των δανεικών πεποιθήσεων. Εγώ λοιπόν λέω: Κυνηγήστε την ουτοπία, φουσκώστε με αυτή πολύχρωμα μπαλόνια και πετάξτε για όπου εσείς αληθινά λαχταράτε».

Το πλήθος παρακολουθούσε σαστισμένο. «Τι σου ψιθύρισε ο αρχιτέκτονας; Τι σε όλους ψιθυρίζει;» ρώτησε κάποιος τον μεγαλειότατο. «Μπορείς» απάντησε βουρκωμένος ο βασιλιάς. «Αλλά δεν το ψιθύρισε απλά. Τόσο βαθιά το ένιωσε που μεμιάς μαλάκωσαν οι φόβοι μου. Γι’ αυτό ξανά ποτέ μην κακιώνετε με όσους χτίζουν μαγικές γέφυρες για χάρη σας. Γιατί αποδεικνύονται οι μεγαλύτεροι υποστηρικτές των ονείρων σας, οι φάροι των σημαντικών βημάτων και των σπουδαίων σας επιτευγμάτων.

Δεν κυνηγούν τη δόξα ή το χρήμα, δε γυρεύουν την επιβράβευση. Τους αρκεί που κάποτε συντροφιά με τις σκιές σας σταθήκατε στην άκρη του γκρεμού και τους εμπιστευτήκατε τους ιερούς σας πόθους. Μην τρέμετε την άβυσσο λοιπόν. Τίποτα άλλο δεν θα βρείτε εκεί κάτω πέρα από τα νεκρά πουλιά των ονείρων σας». Ο αρχιτέκτονας έζησε για κάμποσα χρόνια ακόμη, συνεχίζοντας να κατασκευάζει ακούραστα τις περίφημες γέφυρές του.

Ένα βράδυ τον αναζήτησα ξανά, στο γνωστό του σημείο. Αυτή τη φορά δεν τον βρήκα όμως. «Έφυγε μόλις χθες από τη ζωή» με πληροφόρησε ένας κάτοικος της περιοχής. Στάθηκα στην άκρη του γκρεμού και έκλαψα. Για όσα περάσματα μου διευκόλυνε και για εκείνα τα ευχαριστώ που ακόμη του χρωστούσα. Ξαφνικά, θα ορκιζόμουν πως άκουσα από κάπου ψηλά μια φωνή:

«Μπορείς!». Και η γέφυρα στήθηκε ακριβώς μπροστά μου. Τότε επιτέλους κατάλαβα πως εκείνος θα ζει για πάντα. Σε κάθε γέφυρα που στο εξής θα στήνεται και σε κάθε βιβλίο που θα γράφεται επειδή πρώτος πίστεψε κάποτε στους ήρωές του.

Στη μνήμη του κύριου Σάμη Γαβριηλίδη…

Συγγραφέας Κατερίνα Τσιτούρα

Είμαι απόφοιτος της Ελληνικής Φιλολογίας με ειδίκευση στη Γλωσσολογία.Το 2017 εξέδωσα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το πρώτο μου βιβλίο, ένα παραμύθι για ενήλικες με τίτλο «Η Καθρεφτούπολη». Λατρεύω να παρατηρώ τους ανθρώπους. Κι έτσι γράφω. Για να τους κατανοήσω λίγο περισσότερο. Για να διηγηθώ μια ιστορία.Τη δική τους, τη δική μου ή εκείνη που θα μπορούσε να εκτυλιχτεί σ’ έναν κόσμο όπου οι λέξεις νικούν τον χρόνο.

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε