«Γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος» | Οδυσσέας Ελύτης

Όποιος το θάνατο δεν σκέπτεται, δεν πρέπει παρακάτω στο κείμενο να πάει. Δεν είναι φτιαγμένο για τους τολμηρούς, για τους ελάχιστους, για τους πονηρούς.

«Γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος» | Οδυσσέας Ελύτης

Όποιος το θάνατο δεν σκέπτεται, δεν πρέπει παρακάτω στο κείμενο να πάει. Δεν είναι φτιαγμένο για τους τολμηρούς, για τους ελάχιστους, για τους πονηρούς. (Υπάρχουν άραγε στ’ αλήθεια εκείνοι που έχουν το φόβο ξεγελάσει;)

Εμείς, λοιπόν – οι άλλοι – φοβόμαστε. Ναι, και μάλιστα πολύ. Απόψε μας κυριεύει στιγμιαία πάλι πανικός. Μεγαλώνουμε, σκεφτόμαστε. Γέρναμε, μια μέρα θα χαθούμε. Και τότε τι; Κορνίζες μόνο και αναμνήσεις. Αισθήσεις σκόνη, ζωή στοπ σε μια τελεία. Απόψε, ψάχνουμε μανιωδώς στων βιβλίων τις σελίδες, αναζητούμε στο διαδίκτυο, γράφουμε: “Πώς να συμφιλιωθώ με το θάνατο” και προς ουδεμία έκπληξη, πριν καν ολοκληρωθεί η φράση, ξεπηδά στη μηχανή αναζήτησης η λέξη “θάνατος” ως το δημοφιλέστερο ουσιαστικό μετά το ρήμα “συμφιλιωθώ”. Ξενυχτάμε, διαβάζοντας τους τρόπους. Ποικίλλουν, μας νυστάζουν. Χαλαρώνουμε, ξεχνιόμαστε… αποκοιμιόμαστε.

Ξημέρωσε. Αισιοδοξία. Η ζωή είναι ωραία. Η σκέψη έχει δια μαγείας παραμεριστεί, σχεδόν εξαφανιστεί. ‘Η μήπως όχι; Υπάρχει όμως μια γλύκα στον αέρα. Άλλη μυρωδιά… και αυτή η μουσική στο ραδιόφωνο, σαν να ακούγεται καλύτερα, πιο καθαρά. Δυναμώνουμε, τραγουδάμε και ω ναι, χαμογελάμε. Η ρουτίνα παραμένει, επιμένει. Συνήθειες μας προλαβαίνουν, ώρες που κυλούν συμμετρικά. Καμμία αλλαγή. Κι όμως….

Μάλλον “φταίει” που επιτέλους χτες ανακαλύψαμε το τρόπο. Αυτό είναι, ναι. Η χθεσινοβραδινή μας έρευνα, απέδωσε καρπούς. Συμφιλίωση. Ο φόβος έχει νικηθεί. ‘Η μήπως όχι;

Μα μυρίζει ωραία ο καφές, η κίνηση δεν ενοχλεί…ευκαιρία, θα ακούσουμε κι ένα τραγούδι παραπάνω. Θα βγούμε απόψε. Ας είναι καθημερινή. Ας μας πέσει βαρύ το επόμενο πρωί. θα πούμε δυο κουβέντες, θα αναλύσουμε τα βαρετά, θα κλαφτούμε για τα τετριμμένα, θα γελάσουμε στα απρόσμενα. Θα παίξουν τα παιδιά, θα κοιταχτούμε, θα πιούμε στο “πώς περνάν τα χρόνια”. Θα επιστρέψουμε σπίτι το βραδάκι, θα κάνουμε με τα μικρά μια αναδρομή, θα ρωτήσουμε από μακριά: “Περάσατε ωραία σήμερα;” και θα μας πουν: “Πολύ!”.

Νύχτωσε. Αυτός ο φόβος πάλι… δεν έφυγες εντέλει; Ξέρω, αδημονείς να πιούμε παρεούλα το τελευταίο ποτηράκι. Ας είναι. Μείνε. Άλλωστε τώρα σε έχω συνηθίσει κι ας πίστεψα για λίγο πως μ’ είχες παρατήσει. Μόνο, ξέρεις, σήμερα η μέρα ήταν διαφορετική. Γεμάτη, όμορφα κουραστική, μου φάνηκε μικρή, σχεδόν ποιητική. Θα σου πω γιατί. Γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχεις πια εσύ.

Αντιγόνη Μπάσιου

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε