Να’μαι πάλι.
Ναι θυμάμαι καλά πως την τελευταία φορά που σου έγραψα είπα πως “θα τα πούμε σύντομα”.
Ίσως να ήταν η πρώτη φορά που δεν κράτησα το λόγο μου και σου ζητώ συγνώμη.

Αφού λοιπόν την περίοδο αυτή έχουμε την τάση να μετράμε μέρες, κάπου μέσα στην 39η μέρα της ζωής μου σε καραντίνα μέτρησα και κάτι άλλο.
Μέτρησα τις 450 ημέρες που έχω να γράψω.

Μεγάλο το σοκ αν σκεφτείς πως δεν περνούσε μέρα που να μην πιάσω το χαρτί ή και το πληκτρολόγιο του κινητού μου γιατί “κάτι με ενέπνευσε ξαφνικά”.

Συνήθως σου γράφω για σένα, για το πως να αρπάξεις τη ζωή σου από τα μαλλιά, για το πως να φοβήσεις τους φόβους σου και άλλα τέτοια ηρωικά.
Αυτή τη φορά μου ζήτησες να σου γράψω για μένα.
Για το πως εγώ τώρα πια περνάω τις μέρες αυτές του παγκόσμιου φόβου με ψυχραιμία.

Αρχικά θέλω να σου πω πως ο λόγος που εξαφανίστηκα από την γραπτή μας σχέση ήταν γιατί άλλαζα.
450 ημέρες αλλαγής λοιπόν.
Κι αν είσαι από εκείνους που πιστεύουν πως ο άνθρωπος δεν αλλάζει, σου δίνω τον όρο “μεγάλωνα”.
Μεγάλωνα γιατί μέσα σε αυτόν τον ενάμιση σχεδόν χρόνο έμαθα με διαφορετικό πια τρόπο να αγαπώ, να πονάω, να ερωτεύομαι, να θυμώνω, να φοβάμαι.
Και όλα αυτά με την διαφορά πως τώρα πια τα αισθάνθηκα χωρίς να τα κρίνω. Χωρίς να νιώθω την παραμικρή ενοχή για τα συναισθήματα μου.
Έμαθα πως είναι να γνωρίζεις ανθρώπους χωρίς να τους φοβάσαι.
Πως είναι να κάνεις νέους φίλους, έρωτες και αγάπες που σε γεμίζουν πραγματικά χωρίς τον φόβο της απόρριψης.

Και ήρθαμε στο σήμερα.
Σε μια περίοδο αναθεώρησης καθώς μόνο εύκολο δεν είναι να πεθαίνουν καθημερινά άνθρωποι από έναν άγνωστο εχθρό.
Δεν θέλω να αναπτύξω τίποτα σχετικό με αυτόν τον φονικό ιό, δεν είναι δουλειά μου αυτό άλλωστε και θα ήταν ανεύθυνο από πλευράς μου.

Θέλω μόνο να αναφερθώ στην λύτρωση.
Στο πόσο έντονα συναισθήματα βίωσα όσο αντιλαμβανομουν πως τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Πως ο φόβος μιας κρίσης πανικού δεν είναι τίποτα μπροστά στον φόβο ότι θα χάσεις κάποιον δικό σου άνθρωπο έτσι ξαφνικά.
Και κάπου μέσα στις μέρες αυτές θυμήθηκα τα λευκώματα του σχολείου,που υπήρχε πάντα η ερώτηση “αν ήξερες πως σήμερα είναι η τελευταία σου μέρα στη ζωή τι θα έκανες? “.

Και κάπως έτσι άρχισε η σκέψη.
Κάπως έτσι άρχισα κι εγώ να ζω λίγο διαφορετικά.
Γιατί πια δεν ξέραμε από που θα έρθει και σε ποιον από εμάς μπορεί να χτυπήσει την πόρτα.
Για πρώτη φορά έμεινα μακριά από γονείς, φίλους και οικογένεια χωρίς να το έχω επιλέξει.
Για πρώτη φορά ένιωσα πως είναι να τρέμεις από λαχτάρα για να αγκαλιάσεις ξανά τους ανθρώπους σου.
Για πρώτη επίσης φορά πήρα το Άγιο φως με περισσότερη ευγνωμοσύνη από κάθε άλλη χρονιά.
Κι ας μην ήμουν δίπλα στους δικούς μου.
Ήξερα πως νοητά γιορταζαμε όλοι μαζί.

Ο επίλογος λοιπόν στην ιστορία αυτή, είναι οι τελευταίες 39 από τις 450 ημέρες.
Ο επίλογος αυτός που μου χάρισε απλόχερα χρόνο με τον εαυτο μου.
Μου έδωσε υγεία και δεν ζητούσα τίποτα περισσότερο από αυτό.
Έμαθα τι μου αρέσει, τι αγαπώ, τι φοβάμαι και τι θεωρούσα δεδομένο ως τώρα.

Και μου άφησε ένα γλυκό συμπέρασμα.
Πως τίποτα στον κόσμο αυτό δεν έχει μεγαλύτερη αξία, από το να μπορούμε να κρατάμε σφιχτά το χέρι των δικών μας ανθρώπων.

Ελπίζω να μην σε κούρασα.
Εύχομαι να έχεις την υγεία σου.
Και…. Με το καλό να ξανασμίξουμε!!

Συγγραφέας Κατερίνα Λεβαντή

Γεννημένη το 1996. Γνήσιο παιδί της αντίρρησης και της ανησυχίας.
Με σπουδές στις καλές τέχνες κι έπειτα επαγγελματίας Makeup artist και Body painter. Μεγαλωμένη στο Μαρκόπουλο, με καταγωγή απο την Τήνο υπάρχει μέσα της η νησιώτικη τρέλα. Μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά της έχουν τα τραγούδια, η θάλασσα, η Θεσσαλονίκη και τα μικρά παιδιά.
Μοναδικό μότο ζωής: "Μην αφήνεις αυτό που σε τρώει, να χορτάσει."

Δείτε όλα τα άρθρα
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε