Νιώθω τα πόδια μου να λυγίζουν από το βάρος της κούρασης, της στενοχώριας, της απελπισίας. Δεν αντέχω άλλο όμως και γλιστρώ. Βρίσκομαι μέσα σε ένα μεγάλο λάκκο με λασπόνερα. Πονώ παντού. Μα πιο πολύ ντρέπομαι που και πάλι δεν πρόσεξα, δεν είδα, δεν κατάλαβα. Που και πάλι θάμπωσαν τα μάτια μου. Που μπερδεύτηκα. Που πέρασα το κουρέλι για μεταξωτή κορδέλα και προσπάθησα να το βάλω και να στολίσω τα μαλλιά μου. Και ενώ κατακλύζομαι από τις σκέψεις και τον πόνο μου σε βλέπω να έρχεσαι από μακριά. Διακρίνω το περπάτημα σου. Η αγωνιά με κυριεύει και η ντροπή μου μεγαλώνει.

Τι θα κάνεις; Θα προσπεράσεις ή θα προσπαθήσεις να με βγάλεις από το λάκκο; Και το κυριότερο θα με πείσεις να εγκαταλείψω τον λάκκο μου που σιγά σιγά έχω αρχίσει να τον συνηθίζω; Έρχεσαι δίπλα μου και μου απλώνεις το χέρι. Είμαι διστακτική, δεν νιώθω εμπιστοσύνη, φοβάμαι. Επιμένεις με ευγένεια. Μου μιλάς όμορφα. Αρνείσαι να φύγεις. Αντέχεις τις ανασφάλειες μου. Δε με μαλώνεις για τα λάθος βήματα που έκανα. Για το λάθος μονοπάτι που και πάλι είχα πάρει.

- Sponsored Ad -

Δεν μου υποδεικνύεις, δεν κριτικάρεις. Ακούς, προσπαθείς να με νιώσεις. Να καταλάβεις. Να συναισθανθείς. Παράλληλα προσπαθείς να καθαρίσεις το πρόσωπο και τα ρούχα μου από τις λάσπες. Φροντίζεις να αλλάξω φόρεμα, περιποιείσαι τα τραύματα μου, με αφήνεις να κλάψω μέσα στην αγκαλιά σου.

Αποφασίζω να κάνω ανακωχή με τον πόνο. Να αφεθώ σε εσένα και σε αυτά που με κάνεις να νιώθω. Δεν είναι όμως εύκολο. Πάντα θα τρομάζω με τους ξαφνικούς θορύβους, με τα κλαδιά που σπάνε, με τα άγρια ζώα που μουγκρίζουν μέσα στην καταιγίδα. Ακόμα μπορεί να μπερδεύω το μικρό μπουρίνι με την ξαφνική νεροποντή που τα παρασύρει όλα στα πέρασμα του. Πάντα θα υπάρχουν οι σειρήνες που θα θέλουν να με πάρουν μακριά σου.

Όμως εγώ θα θυμάμαι το βλέμμα σου το γεμάτο στοργή τότε που με βρήκες εγκαταλειμμένη, μόνη και φοβισμένη. Και θα θυμάμαι πως με έπεισες να σου δώσω το χέρι μου να ταξιδέψουμε παρέα. Γιατί; ακόμα δεν το ξέρω. Και δε θέλω να το μάθω. Με νοιάζει που είσαι εδώ. Που κάνεις τις γκρίνιες και τις φουσκοθαλασσιές μου να μοιάζουν με μπουνάτσα και ας είσαι ο ίδιος μούσκεμα από την βροχή. Εμένα έχεις αγωνία να ανοίξεις την ομπρέλα. Και εγώ ηρεμώ ξανά και θέλω μόνο μαζί σου να ταξιδεύω.

Αφιερωμένο στον Κ. Π. που μου έδωσε την έμπνευση να γράψω αυτό το κείμενο…

-Sponsored Ad-

Συγγραφέας Μαρία Μουδάτσου

Η Μαρία Μουδάτσου είναι κοινωνική λειτουργός – οικογενειακή θεραπεύτρια (μέλος EFTA, ΕΛΕΣΥΘ) και ασχολείται με τη ψυχική υγεία στο Ηράκλειο της Κρήτης. Παράλληλα δουλεύει ως Εργαστηριακός Συνεργάτης στο τμήμα Κοινωνικής Εργασίας του ΑΤΕΙ Κρήτης. Είναι Διδάκτορας Επιστημών Υγείας (Ιατρική Σχολή) του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Δείτε όλα τα άρθρα
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε