- Sponsored Ad -

«Κανείς δεν μπορεί να σας κάνει να νιώθετε κατώτεροι χωρίς τη συγκατάθεσή σας». – Έλινορ Ρούζβελτ

Η αυτοπεποίθηση δεν είναι μια στατική κατάσταση και κανείς δεν είναι διαρκώς γεμάτος αυτοπεποίθηση. Νέες και δύσκολες καταστάσεις συχνά συνοδεύονται από μια δόση αυτο-αμφισβήτησης, είτε ζητάμε από κάποιον να βγει μαζί μας είτε συμμετέχουμε σε σχολικούς αθλητικούς αγώνες είτε ζητάμε προαγωγή, μιλάμε δημόσια ή κάνουμε μια στροφή στην καριέρα μας. Υπάρχει πάντα ρίσκο, υπάρχει πάντα η ελπίδα ότι τα πράγματα θα πάνε καλά, αλλά και η πιθανότητα να μην πάνε καλά.

Τι μπορούμε, λοιπόν, να κάνουμε για να δημιουργήσουμε μια μόνιμη αυτοπεποίθηση με μικρές μόνο δόσεις αυτο-αμφισβήτησης και μεγάλες δόσεις ανοχής στον κίνδυνο; Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε καλύτερα το ρίσκο της αποτυχίας; Τι ρόλο παίζει η ταπεινότητα; Μπορεί η «μαγκιά» να αποδειχτεί βοηθητική; Και πώς μπορούμε να αποφύγουμε την υπερβολική αυτοπεποίθηση, την αλαζονεία ή την επιθετικότητα, αλλά να ανταγωνιστούμε με μια υγιή επιθυμία να νικήσουμε;

Η βασική χημεία της αυτοπεποίθησης πηγάζει από επινεφρίδια που λειτουργούν καλά. Χρειαζόμαστε πολλή τεστοστερόνη, άφθονη δεϋδροεπιανδροστερόνη, κορτιζόλη στο ιδανικό χαμηλό επίπεδο, διαχειρίσιμα επίπεδα ντοπαμίνης και άφθονη διαθέσιμη αδρεναλίνη (γκάζι) και ακετυλχολίνη (φρένο), έτσι ώστε να μπορούμε να καταβάλλουμε την προσπάθεια που χρειάζεται και να συνερχόμαστε. Με το κοκτέιλ αυτό είμαστε συναισθηματικά και πνευματικά σταθεροί, αλλά και ικανοί να παίρνουμε ρίσκα. Έχουμε το κίνητρο να πετυχαίνουμε τους στόχους μας χωρίς να μας γίνονται έμμονη ιδέα. Είμαστε σε έξαψη, αλλά έχουμε την ικανότητα να χαλαρώσουμε πριν η έξαψη αυτή γίνει φόβος.

Η χαμηλή αυτοπεποίθηση, από την άλλη μεριά, προκαλείται από χαμηλή τεστοστερόνη, υψηλή κορτιζόλη και χαμηλή ντοπαμίνη, με υπερβολικά πολλή αδρεναλίνη και υπερβολικά λίγη ακετυλχολίνη. Με το χημικό αυτό κοκτέιλ υποτιμάμε τις ικανότητές μας, θέλουμε να αποσυρθούμε ή να δραπετεύσουμε και συχνά νιώθουμε νευρικοί. Μπορεί να επιχειρήσουμε να δείξουμε ότι έχουμε αυτοπεποίθηση, αλλά υπάρχει πάντα αυτή η επίμονη αυτο-αμφισβήτηση στο βάθος, που ελπίζει ότι αυτή τη φορά η συμβουλή «παρίστανε ότι το πέτυχες μέχρι να το πετύχεις» θα αποδώσει.

Ποιος είναι, λοιπόν, ο σκοπός της αυτο-αμφισβήτησης, αν μας καταβάλλει τόσο; Οι άνθρωποι έχουν μια έμφυτη αρνητική προκατάληψη, η οποία οδηγεί στο ότι βλέπουμε την απειλή πριν από την ευκαιρία. Το κέντρο απειλών του εγκεφάλου είναι πάντα σε εγρήγορση για να αντιληφθεί τον κίνδυνο και ένας από τους τρόπους που προσπαθεί να μας κρατήσει ασφαλείς είναι μέσα από
τον μηχανισμό της αυτο-αμφισβήτησης, συνήθως σε σχέση με την προσωπική μας ιστορία. Το πρόβλημα είναι ότι το κέντρο της απειλής μπορεί να βρίσκεται σε εξαιρετικά έντονη επαγρύπνηση, οπότε πρέπει να φροντίζουμε να τονίζουμε το θετικό όπου είναι δυνατόν.

Η Πατ μεγάλωσε σε μια εργατική γειτονιά στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ. Σε ηλικία έξι ετών, μετά το απροσδόκητο διαζύγιο των γονιών της, η Πατ με τη μητέρα της και τα δύο αδέλφια της μετακόμισαν στο σπίτι της γιαγιάς της, όπου αναγκάστηκαν να μοιραστούν όλοι ένα δωμάτιο. Όπως λέει η ίδια, «είχαμε άφθονη αγάπη, αλλά τίποτα άλλο δεν ήταν άφθονο – παρότι δεν νιώθαμε ποτέ ότι μας έλειπε κάτι».

Χάρη στην καλή μόρφωση, τη σκληρή δουλειά και την οικογενειακή υποστήριξη, η Πατ έχει χτίσει μια πολύ καλή φήμη στον τομέα της και μια ζωή που απέχει πάρα πολύ από εκείνο το δωμάτιο που μοιράζονταν όλοι μαζί. Είναι ένα από τα πιο αξιόπιστα, αφοσιωμένα και ικανά άτομα που γνωρίζω, κι ωστόσο, όταν της ζήτησαν να μπει στο διοικητικό συμβούλιο στο Κολέγιο Έμερσον στις ΗΠΑ (στο οποίο είχε φοιτήσει και η ίδια), για μια στιγμή έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται την ταπεινή παιδική της ηλικία και να εκπλήσσεται που την είχαν διαλέξει.

Μια μικρή δόση αυτο-αμφισβήτησης είναι χρήσιμη, γιατί εξασφαλίζει ότι θα προετοιμαστούμε καλά και θα διατηρήσουμε ένα ικανοποιητικό επίπεδο ταπεινοφροσύνης, αλλά μια μεγάλη δόση κάνει ορισμένα άτομα να παραιτούνται πολύ εύκολα και συχνά ζουν όχι ικανοποιητικές ζωές, καθώς δεν αισθάνονται ποτέ αρκετά σίγουροι για τον εαυτό τους ώστε να προσπαθήσουν
να πετύχουν αυτό που κατά βάθος θέλουν, ή, αν τελικά προσπαθήσουν, καταλήγουν να πνίγονται, επειδή η κορτιζόλη ανεβαίνει πολύ και η τεστοστερόνη πέφτει πολύ όταν αυξάνεται η πίεση.

Δυστυχώς, αυτό σημαίνει ότι μερικές φορές ταλαντούχα άτομα δεν πραγματώνουν το δυναμικό τους, δεν συμβάλλουν όσο θα μπορούσαν στην κοινωνία ή μπορεί να μην αναλάβουν
ρόλους στους οποίους θα ήταν απολύτως ικανά να πετύχουν.

Από την άλλη μεριά, ενώ λίγη μαγκιά στο γήπεδο του τένις μπορεί να σας βοηθήσει να δείξετε ή να ανακτήσετε την αυτοπεποίθησή σας στα μάτια του αντιπάλου σας, η αλαζονεία και η ριψοκίνδυνη συμπεριφορά μπορεί να είναι καταστροφικές και να κάνουν σε όλους κακό. Ο συνδυασμός υψηλής τεστοστερόνης, υψηλής κορτιζόλης, υψηλής ντοπαμίνης και υψηλής αδρεναλίνης οδηγεί σε ένα αίσθημα απληστίας, παντοδυναμίας, αλλά και στην πεποίθηση ότι έχουμε περισσότερα δικαιώματα από τους άλλους, πράγμα που μας ωθεί να προσπαθούμε να κερδίζουμε με κάθε κόστος.

Στην καθημερινή ζωή, αυτή είναι η χημεία κάποιου που φαίνεται να δίνει πάντα προτεραιότητα στις δικές του ανάγκες, διακόπτει διαρκώς τους άλλους, δεν ακούει καλά ή απαντάει στο τηλέφωνο ενώ υποτίθεται πως έχει μια σοβαρή συζήτηση μαζί σας. Οι τζογαδόροι, οι χρηματιστές και οι διαπραγματευτές μπορεί να εθιστούν στα ισχυρά συναισθήματα που συνδέονται με τη νίκη και να αρχίσουν να πιστεύουν ότι δεν θα χάσουν ποτέ, πράγμα που φυσικά δεν ισχύει. Οι οικονομικές κρίσεις των προηγούμενων εκατό ετών αποδεικνύουν αυτό ακριβώς.

Οι επενδυτές και οι χρηματιστές σε τέτοιες καταστάσεις παρασύρονται όταν κερδίζουν και, όταν έρχονται τα αναπόφευκτα πρώτα σημάδια της ήττας, τα επίπεδα της κορτιζόλης και της αδρεναλίνης ανεβαίνουν και, όπως οι τζογαδόροι, παίρνουν όλο και μεγαλύτερα ρίσκα για να διατηρήσουν την ντοπαμίνη και την τεστοστερόνη σε υψηλά επίπεδα, πιστεύοντας ότι μακροπρόθεσμα δεν μπορούν να χάσουν.

Τέλος, έχουν τόσο πολύ εξαρτηθεί από το ρίσκο, ώστε τίποτα άλλο δεν έχει πια σημασία για εκείνους και ρισκάρουν τα πάντα. Φυσικά, η φάση που είναι «φτιαγμένοι» και νιώθουν «χάι» ακολουθείται από μια φάση που νιώθουν πολύ «πεσμένοι», όταν και οι τέσσερις ορμόνες πέφτουν, πράγμα που οδηγεί σε απώλεια ενέργειας και κινήτρου.

Η ταπεινότητα είναι αξιαγάπητη όταν προέρχεται από κάποιον που ήδη σέβεται τον εαυτό του. Το άτομο αυτό μειώνει τα επιτεύγματά του, οπότε μας κάνει να νιώθουμε ότι θα μπορούσαμε και εμείς να έχουμε κάνει το ίδιο πράγμα.

Τέτοιους τύπους τους αγαπάμε περισσότερο γι’ αυτό, επειδή δείχνουν επικεντρωμένοι. Αλλά όταν κάποιος είναι πάντα χαμηλών τόνων, ίσως ακόμα και υποτιμά ελαφρά τον εαυτό του, ζητάει συγγνώμη γιατί μπήκε σε ένα δωμάτιο, υπονομεύει αυτό που θέλει να πει αρχίζοντας με εκφράσεις όπως «μήπως θα μπορούσα…» ή «ήθελα απλώς να πω…», είναι εύκολο να τον υποτιμήσουν οι άλλοι. Η μόνιμη ταπεινότητα είναι μια κατάσταση υψηλής κορτιζόλης και δεν προξεν”εί αίσθημα σιγουριάς ούτε σε εσάς ούτε στους άλλους.

Απόσπασμα από το βιβλίο των Claire Dale και Patricia Peyton “Σωματική νοημοσύνη” που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα

-Sponsored Ad-

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε