Φιλοσοφώντας την ουσία της ζωής µέσα από τον θάνατο

Το πρόβλημα των ανθρώπων είναι ότι γνωρίζουμε τη θνητότητά μας, αλλά φοβόμαστε να πάμε αυτή την επίγνωση ένα βήμα πιο πέρα. Είναι σαν να

Φιλοσοφώντας την ουσία της ζωής µέσα από τον θάνατο

Το πρόβλημα των ανθρώπων είναι ότι γνωρίζουμε τη θνητότητά μας, αλλά φοβόμαστε να πάμε αυτή την επίγνωση ένα βήμα πιο πέρα. Είναι σαν να βρισκόμαστε στην ακτή ενός απέραντου ωκεανού και να διστάζουμε να τον εξερευνήσουμε, ακόμα και να του γυρίζουμε την πλάτη. Ο στόχος της συνείδησής μας είναι να προχωρούμε πάντα όσο περισσότερο μπορούμε. Αυτή είναι η πηγή της δύναμής μας ως είδους, αυτό που καλούμαστε να κάνουμε.

Η φιλοσοφία που υιοθετούμε εξαρτάται από την ικανότητά μας να πάρουμε την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που παίρνουμε συνήθως όταν σκεφτόμαστε τον θάνατο – να το κοιτάξουμε πιο προσεκτικά και σε βάθος, να αφήσουμε τη στεριά και να εξερευνήσουμε έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της ζωής και του θανάτου, πηγαίνοντας όσο πιο μακριά μπορούμε.

Ακολουθούν πέντε βασικές στρατηγικές, με κατάλληλες ασκήσεις, για να μας βοηθήσουν να το επιτύχουμε. Είναι χρήσιμο να εφαρμόσουμε και τις πέντε, έτσι ώστε αυτή η φιλοσοφία να εισχωρήσει στην καθημερινή μας συνείδηση και να αλλάξει την εμπειρία μας εκ των έσω.

Κάντε την επίγνωσή σας σωματική. Εξαιτίας του φόβου, μετατρέπουμε τον θάνατο σε αφαίρεση, μια σκέψη που επιτρέπουμε να κάνει κάπου κάπου την εμφάνισή της ή την απωθούμε εντελώς.

Αλλά η ζωή δεν είναι σκέψη, είναι μια πραγματικότητα από σάρκα και αίμα, κάτι που νιώθουμε από μέσα μας. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς θάνατο. Η θνητότητά μας είναι μια πραγματικότητα σάρκας και αίματος όπως η ζωή. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε είναι παρούσα στο σώμα μας, καθώς τα κύτταρά μας πεθαίνουν και γερνάμε. Με αυτόν τον τρόπο πρέπει να το βιώσουμε. Δεν πρέπει να το βλέπουμε ως κάτι νοσηρό ή τρομακτικό. Η υπέρβαση αυτής της καθήλωσης όπου ο θάνατος είναι αφαίρεση έχει εξαιρετικά λυτρωτικό αποτέλεσμα, επειδή μας συνδέει πιο φυσικά με τον κόσμο που μας περιβάλλει και οξύνει τις αισθήσεις μας.

Τον Δεκέμβριο του 1849, ο εικοσάχρονος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι ήταν φυλακισμένος με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνωμοσία για την ανατροπή του τσάρου. Μια μέρα, μετέφεραν αυτόν και τους συγκρατούμενούς του σε μια πλατεία της Αγίας Πετρούπολης και τους πληροφόρησαν ότι επρόκειτο να εκτελεστούν για το έγκλημά τους. Αυτή η θανατική ποινή ήταν εντελώς απροσδόκητη. Ο Ντοστογιέφσκι είχε μόλις λίγα λεπτά στη διάθεσή του να προετοιμαστεί για να αντιμετωπίσει το εκτελεστικό απόσπασμα. Σε αυτά τα λίγα λεπτά, ένιωσε πρωτόγνωρα συναισθήματα. Πρόσεξε τις ακτίνες του ήλιου που έλουζαν τον τρούλο ενός ναού και σκέφτηκε ότι όλη η ζωή ήταν φευγαλέα όσο αυτές οι ακτίνες. Όλα έξαφνα του φαίνονταν πιο ζωντανά.

Παρατήρησε τις εκφράσεις στα πρόσωπα των συγκρατούμενών του και είδε τον τρόμο πίσω από την επίφαση της γενναιότητάς τους. Ήταν σαν οι σκέψεις και τα συναισθήματά τους να είχαν γίνει διάφανα. Την τελευταία στιγμή, ένας απεσταλμένος του τσάρου έφτασε στην πλατεία και ανακοίνωσε ότι η ποινή τους είχε μετατραπεί σε πολυετή καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία.

Συγκλονισμένος από το ψυχικό συναπάντημά του με τον θάνατο, ο Ντοστογιέφσκι ένιωσε σαν να είχε ξαναγεννηθεί, και αυτή η αίσθηση έμεινε για πάντα μέσα του, οδηγώντας τον σε πρωτόγνωρα βάθη ενσυναίσθησης και εντείνοντας την οξυδέρκειά του. Την ίδια εμπειρία είχαν και άλλοι που εκτέθηκαν στον θάνατο με βαθύ και προσωπικό τρόπο.

Ο λόγος αυτού του φαινομένου μπορεί να εξηγηθεί ως εξής: Κανονικά περνάμε μέσα από τη ζωή αφηρημένοι, σαν υπνοβάτες, με το βλέμμα μας στραμμένο προς τα μέσα. Μεγάλο μέρος της ψυχικής μας δραστηριότητας περιστρέφεται γύρω από φαντασιώσεις και δυσαρέσκεια που είναι εντελώς εσωτερικές και έχουν ελάχιστη σχέση με την πραγματικότητα. Η εγγύτητα του θανάτου μάς τραβά ξαφνικά την προσοχή καθώς το σώμα μας αντιδρά στην απειλή.

Νιώθουμε την αδρεναλίνη να κυλάει μέσα μας και το αίμα να ρέει ορμητικά προς τον εγκέφαλο και μέσα από το νευρικό σύστημα. Αυτό εστιάζει τη σκέψη σε πολύ υψηλότερο επίπεδο και παρατηρούμε καινούριες λεπτομέρειες, βλέπουμε τα πρόσωπα των ανθρώπων με άλλο μάτι και συνειδητοποιούμε πόσο εφήμερα είναι όλα γύρω μας, πράγμα που βαθαίνει τις συναισθηματικές μας αντιδράσεις. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να διαρκέσει χρόνια, ακόμα και δεκαετίες.

Δεν είναι εφικτό να αναπαραγάγουμε αυτή την εμπειρία χωρίς να διακινδυνεύσουμε τη ζωή μας, αλλά μπορούμε να πετύχουμε εν μέρει ανάλογα αποτελέσματα μέσω μικρότερων δόσεων κινδύνου. Πρέπει να ξεκινήσουμε διαλογιζόμενοι τον θάνατό μας και επιδιώκοντας να τον μετατρέψουμε σε κάτι πιο πραγματικό και φυσικό. Για τους Ιάπωνες πολεμιστές σαμουράι, το κέντρο των πιο ευαίσθητων νεύρων μας και η σύνδεσή μας με τη ζωή βρισκόταν στην κοιλιά, στα σπλάχνα.

Ήταν επίσης το κέντρο της σύνδεσής μας με τον θάνατο, και διαλογίζονταν πάνω σε αυτή την αίσθηση όσο το δυνατόν βαθύτερα, για να δημιουργήσουν την επίγνωση του φυσικού θανάτου. Αλλά πέρα από τα σπλάχνα, μπορούμε επίσης να αισθανθούμε κάτι παρόμοιο στα κόκαλά μας όταν είμαστε κουρασμένοι. Συχνά αισθανόμαστε τη σωματικότητά της εκείνες τις στιγμές πριν μας πάρει ο ύπνος – για λίγα δευτερόλεπτα έχουμε την αίσθηση ότι περνάμε από τη μια μορφή συνείδησης στην άλλη, και αυτό το γλίστρημα έχει μια αίσθηση θανάτου. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να το φοβάστε.

Αντίθετα, προχωρώντας προς αυτή την κατεύθυνση, κάνουμε σημαντικές προόδους στη μείωση του χρόνιου άγχους μας.

Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας και σε αυτό, οραματιζόμενοι τη μέρα του θανάτου μας, το πού είναι πιθανό να βρισκόμαστε, πώς θα ερχόταν. Πρέπει να το κάνουμε όσο πιο ζωντανό γίνεται. Θα μπορούσε να είναι αύριο. Μπορούμε επίσης να προσπαθήσουμε να κοιτάξουμε τον κόσμο σαν να βλέπαμε τα πράγματα για τελευταία φορά – τους ανθρώπους γύρω μας, τα πράγματα που βλέπουμε και ακούμε καθημερινά, το βουητό της κυκλοφορίας, το κελάηδισμα των πουλιών, τη θέα έξω από το παράθυρό μας.

Ας φανταστούμε αυτά τα πράγματα να συνεχίζονται χωρίς εμάς και ξαφνικά τον εαυτό μας να ξαναζωντανεύει – αυτές οι ίδιες λεπτομέρειες εμφανίζονται τώρα κάτω από ένα νέο φως, δεν θεωρούνται δεδομένες ή μακρινές. Αφήστε την επίγνωση ότι καθετί ζωντανό είναι εφήμερο να κατασταλάξει μέσα σας. Η σταθερότητα και η στιβαρότητα των πραγμάτων που βλέπουμε είναι απλώς ψευδαισθήσεις.

Δεν πρέπει να φοβόμαστε τη θλίψη που μας προκαλεί αυτή η επίγνωση. Τα φυλακισμένα συναισθήματά μας, που συνήθως περιστρέφονται γύρω από τις δικές μας ανάγκες και αγωνίες, ανοίγονται τώρα στον κόσμο και στην αίσθηση της ίδιας της ζωής, και αυτό είναι ευπρόσδεκτο. Όπως σημείωνε ο Ιάπωνας συγγραφέας του δέκατου τέταρτου αιώνα Κένκο, «Αν ο άνθρωπος δεν έσβηνε σαν τις δροσοστάλες του Αντασίνο, αν δεν σκόρπιζε ποτέ σαν τον καπνό πάνω από το Τοριμπεγιάμα, αλλά έμενε για πάντα στον κόσμο, πώς θα έχαναν τα πράγματα τη δύναμή τους να μας συγκινούν! Το πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή είναι η αβεβαιότητα».

Ανοίξτε τα μάτια σας στη βραχύτητα της ζωής. Όταν αποσυνδέουμε ασυνείδητα τον εαυτό μας από τη συνειδητοποίηση του θανάτου, δημιουργούμε μια συγκεκριμένη σχέση με τον χρόνο – μια σχέση που είναι μάλλον χαλαρή και διεσταλμένη. Πάντοτε φανταζόμαστε ότι έχουμε περισσότερο χρόνο απ’ όσο έχουμε στην πραγματικότητα. Η σκέψη μας ταξιδεύει στο μέλλον, όπου όλες οι ελπίδες και οι ευχές μας θα εκπληρωθούν. Αν έχουμε ένα σχέδιο ή έναν στόχο, μας είναι δύσκολο να αφοσιωθούμε σ’ αυτόν με όλη μας την ενέργεια. Θα το κάνουμε αύριο, λέμε στον εαυτό μας.

Ίσως μπούμε στον πειρασμό στο παρόν να ασχοληθούμε με έναν άλλο στόχο ή ένα άλλο σχέδιο – όλα φαίνονται τόσο συναρπαστικά και διαφορετικά, πώς γίνεται να δεσμευτούμε απόλυτα σε ένα και μόνο; Βιώνουμε ένα γενικευμένο άγχος καθώς αισθανόμαστε την ανάγκη να κάνουμε αυτό που πρέπει, αλλά το αναβάλλουμε και σπαταλάμε σε άλλα πράγματα τις δυνάμεις μας.

Και τότε, όταν φτάνει η συγκεκριμένη ημερομηνία παράδοσης του έργου, αυτή η ονειρική σχέση με τον χρόνο διαλύεται και με κάποιο μυστηριώδη τρόπο συγκεντρωνόμαστε και προσπαθούμε να κάνουμε μέσα σε μέρες κάτι που θα μας είχε πάρει εβδομάδες ή μήνες. Η αλλαγή που μας επιβλήθηκε από την προθεσμία έχει ένα φυσικό συστατικό: η αδρεναλίνη μας ξεχύνεται ορμητικά, μας γεμίζει ενέργεια και συγκεντρώνει το μυαλό, κάνοντάς το πιο δη­­μιουργικό. Είναι αναζωογονητικό να αισθανόμαστε την απόλυτη δέσμευση του νου και του σώματος σε έναν και μοναδικό σκοπό, κάτι που σπάνια βιώνουμε στον κόσμο σήμερα, στην κατάσταση της αφηρημάδας μας.

Πρέπει να σκεφτούμε τη θνητότητά μας ως ένα είδος πάγιας προθεσμίας, δίνοντας παρόμοια χροιά με αυτή που περιγράφεται παραπάνω σε όλες τις ενέργειές μας. Ας μην έχουμε αυταπάτες: μπορεί να πεθάνουμε κι αύριο, αλλά ακόμα κι αν ζούσαμε άλλα ογδόντα χρόνια, η ζωή μας είναι μόνο μια σταγόνα στον ωκεανό της απεραντοσύνης του χρόνου και περνά πάντα πιο γρήγορα απ’ ό,τι φανταζόμαστε. Πρέπει να ανοίξουμε τα μάτια μας σε αυτή την πραγματικότητα και να τη μετατρέψουμε σε συνεχή διαλογισμό.

Αυτός ο διαλογισμός μπορεί να κάνει μερικούς ανθρώπους να σκεφτούν: «Τι νόημα έχει να κάνω τόσο κόπο; Γιατί να προσπαθώ τόσο πολύ, αφού στο τέλος θα πεθάνουμε; Καλύτερα να ζούμε για τις απολαύσεις της στιγμής». Αυτή όμως δεν είναι ρεαλιστική εκτίμηση, αλλά απλώς μια άλλη μορφή αποφυγής. Με το να δινόμαστε στις απολαύσεις και στους περισπασμούς, αποφεύγουμε να σκεφτόμαστε το αντίτιμό τους και φανταζόμαστε ότι μπορούμε να ξεγελάσουμε τον θάνατο πνίγοντας τη σκέψη του.

Όταν δινόμαστε στις απολαύσεις, είμαστε αναγκασμένοι να αναζητούμε όλο και πιο καινούριους περισπασμούς για να μη μας κυριεύσει η πλήξη, και αυτό είναι κουραστικό. Επίσης, είμαστε αναγκασμένοι να θεωρούμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας πιο σημαντικές από οτιδήποτε άλλο. Αυτό με την πάροδο του χρόνου μάς γεμίζει αδιαφορία και το εγώ μας γίνεται ιδιαίτερα ευερέθιστο αν δεν γίνει μια φορά το δικό μας.

Καθώς περνούν τα χρόνια, γινόμαστε όλο και πιο πικρόχολοι και μνησίκακοι, επειδή μας τυραννάει η αίσθηση ότι δεν καταφέραμε τίποτα και σπαταλήσαμε τις δυνατότητές μας. Όπως παρατήρησε ο Ουίλιαμ Χάζλιτ, «Η αποστροφή μας προς τον θάνατο είναι ευθέως ανάλογη της συναίσθησης ότι ζήσαμε μάταια».

Ας αφήσουμε την επίγνωση της βραχύτητας του βίου να απαλλάξει τις καθημερινές μας πράξεις από καθετί άχρηστο. Έχουμε στόχους να επιτύχουμε, έργα να ολοκληρώσουμε, σχέσεις να βελτιώσουμε. Με δεδομένη την αβεβαιότητα της ζωής, κάθε μας έργο και κάθε μας μάχη θα μπορούσε να είναι το τελευταίο, γι’ αυτό πρέπει να δινόμαστε ολοκληρωτικά σε ό,τι κάνουμε. Με αυτή τη διαρκή επίγνωση μπορούμε να καταλάβουμε τι έχει πραγματικά σημασία, πόσο ενοχλητικοί περισπασμοί είναι οι ασήμαντες διαμάχες και οι δευτερεύουσες αναζητήσεις. Θέλουμε την αίσθηση της ικανοποίησης που πηγάζει από την ολοκλήρωση των προσπαθειών μας.

Θέλουμε να χάνουμε το εγώ μας σε αυτό το αίσθημα της ροής, όπου ο νους μας είναι ένα με αυτό που κάνουμε. Όταν φεύγουμε από τη δουλειά μας, οι απολαύσεις και οι περισπασμοί έχουν περισσότερο νόημα και ένταση, επειδή γνωρίζουμε ότι είναι εφήμερα.

Δείτε τη θνητότητα των πάντων. Το 1665 μια φοβερή επιδημία πανώλης απλώθηκε στο Λονδίνο, σκοτώνοντας περίπου 100.000 από τους κατοίκους του. Ο συγγραφέας Ντάνιελ Ντεφόε ήταν μόλις πέντε χρονών εκείνη την εποχή, αλλά γνώρισε τη μάστιγα από πρώτο χέρι και έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη του. Περίπου εξήντα χρόνια αργότερα, αποφάσισε να εξιστορήσει τα γεγονότα εκείνης της χρονιάς μέσα από τα μάτια ενός μεγαλύτερου αφηγητή, χρησιμοποιώντας τις δικές του αναμνήσεις, πολλές έρευνες και τις διηγήσεις του θείου του, κι έτσι γεννήθηκε το Η Πανούκλα στο Λονδίνο.

Καθώς μαίνεται η πανούκλα, ο αφηγητής του βιβλίου παρατηρεί ένα περίεργο φαινόμενο: οι άνθρωποι δείχνουν να έχουν πολύ μεγαλύτερα επίπεδα ενσυναίσθησης προς τους συμπολίτες τους. Οι φυσιολογικές διαφορές μεταξύ τους, ειδικά σε θρησκευτικά ζητήματα, εξαφανίζονται. «Εδώ θα παρατηρήσουμε», γράφει, «[…] ότι η όψη του θανάτου εκ του σύνεγγυς σύντομα θα συμφιλιώσει τους ανθρώπους που έχουν καλές προθέσεις μεταξύ τους και ότι όλες οι μικροδιαφορές και οι μνησικακίες οφείλονται στην εύκολη ζωή μας και στο γεγονός ότι κρατάμε αυτά τα πράγματα μακριά από μας. […]

Άλλος ένας χρόνος πανούκλας θα γεφυρώσει όλες αυτές τις διαφορές, μια κοντινή συνάντηση με τον θάνατο ή με ασθένειες που φέρνουν θάνατο θα σφουγγίσει τη χολή από την ιδιοσυγκρασία μας, θα διώξει την εχθρότητα από ανάμεσά μας και θα μας κάνει να βλέπουμε με άλλα μάτια».

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα για το αντίθετο – άνθρωποι σφαγιάζουν χιλιάδες συνανθρώπους τους, συχνά σε πολέμους, και το θέαμα τέτοιων μαζικών θανάτων δεν προκαλεί την παραμικρή ενσυναίσθηση. Αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις, οι σφαγείς αισθάνονται ξεκομμένοι από τα θύματά τους, που θεωρούν ότι είναι υπάνθρωποι και υποχείριά τους. Με την πανούκλα κανείς δεν γλιτώνει, ανεξάρτητα από τα πλούτη ή την κοινωνική του θέση.

Όλοι κινδυνεύουν εξίσου. Όταν αισθάνονται προσωπικά ευάλωτοι και βλέπουν πόσο ευάλωτοι είναι και όλοι οι άλλοι, οι άνθρωποι χάνουν την αίσθηση της διαφοράς και των προνομίων και τη θέση της παίρνει μια ασυνήθιστη γενικευμένη ενσυναίσθηση. Αυτή θα ήταν η φυσική κατάσταση του νου αν μπορούσαμε να φανταστούμε την τρωτότητα και τη θνητότητα των άλλων ως κάτι αδιαχώριστο από τη δική μας.

Με τη φιλοσοφία μας θέλουμε να δημιουργήσουμε την καθαρτήρια επίδραση που έχει η πανούκλα στις τάσεις περιχαράκωσης και στον εγωκεντρισμό μας. Καλό είναι να ξεκινήσουμε εφαρμόζοντάς τη σε μικρότερη κλίμακα, κοιτάζοντας πρώτα τους γύρω μας, στο σπίτι και στον χώρο εργασίας μας, βλέποντας με τη φαντασία μας τον θάνατό τους και σημειώνοντας με ποιο τρόπο μπορεί να αλλάξει μονομιάς την αντίληψή μας γι’ αυτούς.

Όπως έγραψε ο Σοπενάουερ, «Ο βαθύς πόνος που μας προκαλεί ο θάνατος κάθε φιλικής ψυχής οφείλεται στην αίσθηση ότι σε κάθε άνθρωπο υπάρχει κάτι που δεν περιγράφεται, ιδιαίτερο και αποκλειστικό μόνο σ’ εκείνον ή εκείνη, και που, ως εκ τούτου, χάνεται ολοκληρωτικά και αναπόφευκτα μαζί του». Θέλουμε να δούμε αυτή τη μοναδικότητα του άλλου προσώπου στο παρόν, αναδεικνύοντας αυτές τις ιδιότητες που έχουμε θεωρήσει δεδομένες. Θέλουμε να βιώσουμε τη δική τους τρωτότητα στον πόνο και στον θάνατο, όχι μόνο τη δική μας.

Μπορούμε να προχωρήσουμε αυτόν τον διαλογισμό ακόμα πιο πέρα. Ας κοιτάξουμε τους περαστικούς σε μια πολυσύχναστη πόλη και ας συνειδητοποιήσουμε ότι σε ενενήντα χρόνια πιθανότατα κανένας από αυτούς δεν θα είναι ζωντανός, ανάμεσά τους και εμείς. Σκεφτείτε τα εκατομμύρια και τα δισεκατομμύρια που έχουν ήδη έρθει και φύγει, έχουν θαφτεί και ξεχαστεί, πλούσιοι και φτωχοί χωρίς διάκριση. Όταν σκεφτόμαστε έτσι, είναι δύσκολο να συνεχίσουμε να θεωρούμε ότι είμαστε σπουδαίοι και ξεχωριστοί και ότι ο πόνος μας διαφέρει από των άλλων.

Όσο περισσότερο καταφέρνουμε να δημιουργήσουμε αυτή την έμφυτη σύνδεση με τους ανθρώπους μέσω της κοινής μας θνητότητας, τόσο ευκολότερα μπορούμε να αντιμετωπίζουμε την ανθρώπινη φύση σε όλες τις εκφάνσεις της με ανοχή και μεγαλοθυμία. Αυτό δεν σημαίνει ότι χάνουμε την επιφυλακή μας απέναντι σε όσους είναι επικίνδυνοι και δύστροποι. Αντίθετα, βλέποντας τη θνητότητα και την τρωτότητα ακόμα και στον πιο αντιπαθητικό άνθρωπο, τον φέρνουμε στις πραγματικές του διαστάσεις και τον αντιμετωπίζουμε από ένα πιο ουδέτερο και στρατηγικό έδαφος, χωρίς να παίρνουμε προσωπικά την κακία τους.

Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι το φάσμα του θανάτου είναι αυτό που μας σπρώχνει κοντά στους συνανθρώπους μας και μας κάνει να διψάμε για αγάπη. Ο θάνατος και η αγάπη αλληλοσυνδέονται άρρηκτα.

Ο απόλυτος χωρισμός και η αποσύνθεση που αντιπροσωπεύει ο θάνατος μας ωθούν να πλησιάσουμε και να ενωθούμε με τους άλλους. Η μοναδική συνείδηση του θανάτου δημιούργησε την ιδιαίτερη μορφή αγάπης μας. Και μόνο βαθαίνοντας τη συνειδητοποίηση του θανάτου μας θα ενισχύσουμε αυτή την παρόρμηση και θα απαλλαγούμε από τις διαιρέσεις και τους άψυχους διαχωρισμούς που πλήττουν την ανθρωπότητα.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Robert Greene “Οι νόμοι της ανθρώπινης φύσης” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε