- Sponsored Ad -

Έχουμε κατά καιρούς παρακολουθήσει τηλεοπτικές εκπομπές στις οποίες παρουσιάζονται περιστατικά κακοποίησης εντός μιας σχέσης και η συχνή ερώτηση που επαναλαμβάνεται από δημοσιογράφους και τηλεθεατές είναι η εξής: Και γιατί δεν έφευγες; Με κάποιο τρόπο και σε πολλές περιπτώσεις, η ευθύνη δίνεται στο θύμα.

Εκτός από το ότι υπονοείται ότι η κακοποίηση είχε μια αμφίδρομη και κυκλική φύση, μια τέτοια στάση μπορεί να κάνει τα θύματα να νιώθουν ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά με αυτά επειδή δεν άφησαν τη σχέση νωρίτερα, καθώς θα έπρεπε, υποτίθεται να αναγνωρίσουν ότι η σύντομη περίοδος ηρεμίας θα τελειώσει και η κακοποίηση θα επανέλθει.

Πολύ συχνά, τα θύματα παρατηρούν τέτοιες περιόδους ηρεμίας και καλοσύνης σαν να είναι ένας «μήνας του μέλιτος»· εντούτοις, αυτή η περίοδος καλοσύνης μπορεί στην πραγματικότητα να αποτελεί έναν άλλο τύπο κακοποίησης, κατά την οποίο ο θύτης προσπαθεί να ελέγξει την ελευθερία του ατόμου να φύγει μέσω καταναγκαστικής καλοσύνης, η οποία έχει τη δύναμη να ενισχύει περαιτέρω τη γνωστική ασυμφωνία. Το θύμα μπαίνει σε θέση σύγχυσης και αλλάζει την εσωτερική του αφήγηση από το «εδώ δεν είμαι ασφαλής και κάτι δεν πάει καλά με το/τη σύντροφό μου» στο «ο/η σύντροφός μου είναι τόσο τρυφερός/ή και καλός/ή μαζί μου, ποτέ δεν θα με πλήγωνε εκτός κι αν έκανα κάτι λάθος».

Αυτές οι αλλαγές στη συμπεριφορά, από την επικίνδυνη κακοποίηση στις ακραίες πράξεις αγάπης, μπορούν να προκαλέσουν ένταση και αστάθεια στο θύμα και ξαφνικά να αρχίσουν οι αυτο-κατηγορίες ως αποτέλεσμα της προσπάθειας να επιλυθεί η γνωστική ασυμφωνία. Στις υγιείς σχέσεις, οι πράξεις αγάπης και καλοσύνης προσφέρονται ελεύθερα· στις κακοποιητικές σχέσεις, αυτές οι πράξεις είναι συνήθως χειριστικές και έχουν στόχο την παγίδευση και τον έλεγχο του θύματος.

Οι έρευνες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες δεν φεύγουν για πολλούς λόγους, τόσο εξωτερικούς όσο και εσωτερικούς, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής εξάρτησης και της έλλειψης προστασίας από το σύστημα δικαιοσύνης, την ανεπαρκή κοινωνική στήριξη, όπως επίσης και λόγω ψυχολογικών διεργασιών, της θυματοποίησης από την κοινωνία που παράγει φόβο, αλλά και από ψυχικές διαταραχές όπως κατάθλιψη.

Επειδή ακριβώς αυτές οι σχέσεις είναι κακοποιητικές με όλη τη σημασία της λέξης, από την αρχή μέχρι το τέλος, είναι εξαιρετικά δύσκολο για ένα θύμα να φύγει. Επιπλέον, πολλά θύματα φοβούνται ότι φεύγοντας θα θυμώσουν ακόμα περισσότερο τον κακοποιητή τους και πολλές γυναίκες νιώθουν την αναγκαιότητα να φύγουν μόνο όταν αντιλαμβάνονται μια πραγματική απειλή για τη ζωή τους.

Αν ένα θύμα κακοποίησης επιλέξει να αποκαλύψει την εξαιρετικά επώδυνη και δύσκολη αυτή εμπειρία και πραγματικότητα την οποία έζησε, αντί να ρωτήσουμε «γιατί δεν έφευγες;», μπορούμε να πούμε τα παρακάτω:

– Λυπάμαι τόσο πολύ για όσα πέρασες. Είμαι εδώ για εσένα αν θελήσεις να μιλήσεις περισσότερο γι’ αυτό.

– Αν νιώθεις άνετα να μοιραστείς, μπορείς να με βοηθήσεις να καταλάβω πώς ήταν η σχέση σας;

– Σ’ ευχαριστώ που μοιράστηκες κάτι τόσο σημαντικό μαζί μου. Λυπάμαι που το έζησες αυτό. Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;

– Έχω διαβάσει ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να φύγει κανείς από μια τέτοια σχέση. Δεν μπορώ καν να φανταστώ πόσο κουράγιο και θάρρος χρειάστηκε για να φύγεις. Είμαι πολύ χαρούμενος/η που το κατάφερες και είσαι ασφαλής.

Πηγή:

psychologytoday.com/intl/blog/romantically-attached/202103/the-wrong-question-ask-abuse-victims-and-what-say-instead

-Sponsored Ad-

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε