Αλέκος Φασιανός: «Αντίο» σε έναν από τους τελευταίους μεγάλους της ελληνικής ζωγραφικής

Eπιδίωκε να καταγράψει έναν πιο ευτυχισμένο κόσμο μέσα από την απλή καθημερινότητα του ανθρώπου που αγκαλιάζεται και αγαπιέται.

Αλέκος Φασιανός: «Αντίο» σε έναν από τους τελευταίους μεγάλους της ελληνικής ζωγραφικής

Ο σπουδαίος Έλληνας ζωγράφος από τους κορυφαίους του 20ο αιώνα διεθνώς έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών. Έγινε ζωγράφος για να είναι ελεύθερος, έλεγε στις συνεντεύξεις του, για να ζωγραφίζει στο πάτωμα όπως τα παιδιά.

«Μπήκε ακόμα και στο πιο απλό σπίτι. Είτε σαν αφίσα, είτε σαν μεταξοτυπία, είτε σαν ένα μικρό έργο. Έκανε μια τέχνη λυρική και ποιητική, αλλά και συγχρόνως απόλυτα εκλαϊκευμένη», εξηγεί ο Μ.Στεφανίδης, καθηγητής του ΕΚΠΑ στην Ιστορία της Τέχνης.

Τρία βασικά θέματα έμειναν αναλλοίωτα στη διάρκεια της πορείας του: ο άνθρωπος, η φύση και το περιβάλλον. Ο Αλέκος Φασιανός επιδίωκε να καταγράψει ένα πιο ευτυχισμένο κόσμο μέσα από την απλή καθημερινότητα του ανθρώπου που αγκαλιάζεται, αγαπιέται, αναπτύσσει τις πνευματικές και σωματικές του ικανότητες. Άλλωστε, οι ήρωές του ήταν πολύ συχνά τυπικοί άνθρωποι που κάπνιζαν, έκαναν ποδήλατο, ταξίδευαν και αγκαλιάζονταν· όμως όλα αυτά μέσα από το εμπνευστικό πρίσμα της μυθολογίας, του Βυζαντίου αλλά και της σύγχρονης ιστορίας.

Ήταν ο ίδιος που είχε αφηγηθεί τη μοναδική του ζωή αλλά και τα ερεθίσματα που «έχτισαν» την τέχνη του: «Ο παππούς μου ήταν πάπας. Γεννήθηκα το 1935 δίπλα ακριβώς στην εκκλησία που λειτουργούσε ο ίδιος. Είχαμε ένα μικρό σπίτι με δειλινά στους Αγίους Αποστόλους κάτω από την Ακρόπολη. Από πολύ μικρός και εξ αιτίας του παππού μου, τριγύρναγα στις μισοσκότεινες μεταβυζαντινές εκκλησίες και τον βοηθούσα άλλοτε φέρνοντας του το θυμιατό και άλλοτε διαβάζοντας τον Απόστολο. Πιο πολύ όμως και από το θρησκευτικό μέρος με είλκυαν οι εικόνες οι βυζαντινές η οι λαϊκές. Μου έκαναν εντύπωση οι άγιοι καβαλάρηδες με τα φωτοστέφανα και τα σπαθιά τους που έβγαζαν φλόγες και σκότωναν θηρία. Τα ξερά βυζαντινά βουνά στο βάθος, τα περίεργα δέντρα και τα φυτά και οι χρυσοί ουρανοί. Προσπαθούσα να αντιγράψω τις εικόνες. Όμως ήθελα να κάνω και δικές μου, να εκφράσω και τον δικό μου κόσμο, όπως κιόλας είχε διαπλαστεί από όλα όσα έβλεπα».

Η αγάπη του για την αρχαία ελληνική ιστορία και τη μυθολογία προήλθε από τη μητέρα του: «Η μητέρα μου ήταν φιλόλογος και είχε μανία με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Αυτή με πήγαινε συγχρόνως στα Μουσεία η την Ακρόπολη και παντού όπου μπορούσε να συναντήσει αρχαία πράγματα. Μου άρεσαν πολύ τα εικονογραφημένα αρχαία βάζα, ιδίως οι λευκές λήκυθοι, που εικόνιζαν νεκρικές παραστάσεις. Πιο πολύ όμως με συγκινούσαν τα κυκλαδικά ειδώλια με στυλιζαρισμένα χέρια, τα μονοκόμματα σώματα που μοιάζανε με παιχνίδια».

Δάσκαλός του στη Σχολή Καλών Τεχνών ήταν ο σπουδαίος Γιάννης Μόραλης: «Ο δάσκαλος μας ο Μόραλης είχε μια επιρροή επάνω μας τόσο σαν καλλιτέχνης, όσο και σαν άνθρωπος. Μάθαμε να βλέπουμε τις επιδράσεις του σκότους επί του φωτός και τανάπαλιν καθώς και τις αλλοιώσεις των σχημάτων των αντικειμένων εξ αιτίας του φωτός. Μάθαμε να συγκρίνουμε και τα πράγματα».

Τα έργα του έχουν εκτεθεί στις μεγαλύτερες γκαλερί του κόσμου και ταξίδευαν στις μεγαλύτερες κοιτίδες πολιτισμού της Ευρώπης, στο Παρίσι, στη Γενεύη, στη Βενετία, στο Λονδίνο. Η τέχνη του είχε φτάσει μέχρι και το Τόκυο και τη Νέα Υόρκη. Όλα αυτά χωρίς να ξεχνά ποτέ την Αθήνα από όπου ξεκίνησε (εκεί παρουσίασε τα πρώτα του έργα το 1959).

Όμως, οι πίνακες δεν ήταν η μόνη ενασχόληση του. Παράλληλα, είχε αναλάβει τη σκηνογραφία μεγάλων θεατρικών παραγωγών ενώ έχει βάλει την υπογραφή του στην εικονογράφηση δεκάδων εκδόσεων σημαντικών ποιητών και συγγραφέων όπως οι Ο. Ελύτης, L. Aragon, G. Apollinaire, Κ. Ταχτσής, Κ. Καβάφης, Α. Εμπειρίκος, Γ. Ρίτσος, Β. Βασιλικός κ.α. Επιπλέον, ασχολήθηκε επίσης με τη χαρακτική, το σχεδιασμό αφισών, καθώς και τη σκηνογραφία, συνεργαζόμενος κυρίως με το Εθνικό Θέατρο.

Ο Αλέκος Φασιανός δεν είχε ποτέ δεύτερη σκέψη για το ότι ο μόνος δρόμος που ήθελε να ακολουθήσει ήταν εκείνος της ζωγραφικής, ήταν γεννημένος γι’ αυτή. Και όλοι οι υπόλοιποι είμαστε τυχεροί ακριβώς γι΄αυτό· γιατί η πολιτιστική κληρονομιά που μας άφησε είναι τεράστια.

Πηγή:

Με πληροφορίες από το protothema.gr

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε