Ο πλουσιότερος άνθρωπος της Βαβυλώνας

Απόσπασμα από το βιβλίο του George Clason "Ο πλουσιότερος άνθρωπος της Βαβυλώνας" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Ο πλουσιότερος άνθρωπος της Βαβυλώνας

Το καραβάνι οδηγούσε περήφανα πάνω στο άλογό του ο Σάρου Νάντα, ο πλουσιότερος έμπορος της Βαβυλώνας. Του άρεσαν τα ωραία ρούχα και φορούσε πανάκριβους και πολυτελείς χιτώνες. Του άρεσαν τα ωραία ζώα και ίππευε με άνεση τον σφριγηλό αραβικό επιβήτορά του. Βλέποντάς τον, ήταν αδύνατον να μαντέψεις την προχωρημένη ηλικία του. Σίγουρα δεν θα υποπτευόσουν την ανησυχία του.

Το ταξίδι από τη Δαμασκό είναι μακρύ και οι δυσκολίες της ερήμου πολλές. Αλλά δεν ήταν αυτά που τον προβλημάτιζαν. Οι αραβικές φυλές είναι άγριες και λεηλατούν με κάθε ευκαιρία τα πλούσια καραβάνια. Ωστόσο ούτε αυτές φοβόταν, αφού αυτόν προστάτευε το πλήθος των έφιππων φρουρών του. Για τον νέο που ίππευε δίπλα του, που έφερνε από τη Δαμασκό, ανησυχούσε. Ήταν ο Χαντάν Γκουλά, ο εγγονός του παλαιού του συνεργάτη, του Αράντ Γκουλά, απέναντι στον οποίο αισθανόταν ότι όφειλε χρέος ευγνωμοσύνης, που ίσως ποτέ δεν θα κατάφερνε να αποπληρώσει. Ήθελε να κάνει κάτι για τον εγγονό του, αλλά όσο το συλλογιζόταν, τόσο δυσκολότερο του φαινόταν, εξαιτίας του ίδιου του νέου.

Παρατηρώντας τα δαχτυλίδια και τα σκουλαρίκια του νέου, σκέφθηκε: «Πιστεύει πως τα κοσμήματα αρμόζουν στους άνδρες, ωστόσο έχει το σκληρό πρόσωπο του παππού του. Αλλά ο παππούς του δεν φορούσε χιτώνες φανταχτερούς. Εντούτοις του ζήτησα να έλθει, ελπίζοντας πως θα μπορούσα να τον βοηθήσω νέο ξεκίνημα να κάνει στη ζωή του και να ξεπεράσει το ναυάγιο στο οποίο οδήγησε ο πατέρας του την κληρονομιά τους».

Ο Χαντάν Γκουλά διέκοψε τις σκέψεις του: «Γιατί δουλεύεις τόσο σκληρά, ταξιδεύοντας πάντα μαζί με το καραβάνι στα μακρινά ταξίδια; Δεν αφιερώνεις χρόνο τον βίο σου να απολαύσεις;»

Ο Σάρου Νάντα χαμογέλασε. «Τον βίο μου να απολαύσω;» επανέλαβε. «Τι θα έπραττες προκειμένου τον βίο σου να απολαύσεις, εάν ήσουν ο Σάρου Νάντα;» «Εάν πλούτη είχα όσα κι εσύ, θα διήγα βίο πριγκιπικό. Ποτέ δεν θα διέσχιζα ερήμους. Τα σέκελ θα τα ξόδευα αμέσως μόλις τα κέρδιζα. Θα φορούσα τους πιο ακριβούς χιτώνες και τα σπανιότερα κοσμήματα. Αυτόν τον βίο προτιμώ. Τον βίο τον βιωτό…».

Οι δύο άνδρες γέλασαν. «Ο παππούς σου δεν φορούσε κοσμήματα», είπε ο Σάρου Νάντα αλόγιστα. Έπειτα συνέχισε αστειευόμενος: «Δεν θα αφιέρωνες καθόλου χρόνο για εργασία;»

«Η εργασία είναι για τους δούλους», απάντησε ο Χαντάν Γκουλά. Ο Σάρου Νάντα δάγκωσε τα χείλη του και δεν αποκρίθηκε, συνεχίζοντας να ιππεύει σιωπηλός, ώσπου το μονοπάτι τούς οδήγησε στην κατηφορική πλαγιά. Εκεί τράβηξε τους χαλινούς του αλόγου του και δείχνοντας στην πράσινη πεδιάδα μακριά, είπε: «Βλέπεις, εκεί είναι η πεδιάδα. Πέρα μακριά κοίτα και αμυδρά θα διακρίνεις τα τείχη της Βαβυλώνας. Ο πύργος είναι ο ναός του Βάαλ. Αν οξύτατη είναι η όρασή σου, ίσως να δεις ακόμα και τον καπνό απ’ τη φωτιά που καίει αιώνια στην κορυφή του».

«Ώστε τούτη είναι η Βαβυλώνα; Πάντα επιθυμούσα να δω την πλουσιότερη του κόσμου πόλη», σχολίασε ο Χαντάν Γκουλά. «Η Βαβυλώνα, όπου ο παππούς μου άρχισε να δημιουργεί την περιουσία του. Είθε να ήταν ακόμη ζωντανός. Τότε δεν θα ήμασταν σε τόσο δεινή θέση». «Γιατί επιθυμείς το πνεύμα του στη γη να είχε μείνει περισσότερο απ’ όσο του αναλογούσε; Εσύ και ο πατέρας σου ικανοί είστε το έργο του να συνεχίσετε». «Αλίμονο, κανένας από εμάς το χάρισμα δεν έχει. Εγώ και ο πατέρας μου αγνοούμε το μυστικό που προσελκύει τον χρυσό».

Ο Σάρου Νάντα δεν απάντησε, αλλά τράβηξε τους χαλινούς και άρχισε να κατεβαίνει σκεπτικός με το άλογό του το μονοπάτι που οδηγούσε στην κοιλάδα. Πίσω τους ακολουθούσε το καραβάνι μέσα σε ένα σύννεφο κοκκινωπής σκόνης. Αργότερα έφθασαν στη βασιλική οδό και στράφηκαν νότια, διασχίζοντας τους αγρούς με τα αρδευτικά κανάλια. Τρεις ηλικιωμένοι άνδρες που όργωναν ένα χωράφι τράβηξαν την προσοχή του Σάρου Νάντα. Παραδόξως, του φάνηκαν οικείοι. Πόσο παράλογο! Είναι δυνατόν ποτέ κανείς να περάσει από έναν αγρό ύστερα από σαράντα χρόνια και να δει τους ίδιους άνδρες τούτον να οργώνουν; Ωστόσο κάτι του έλεγε μέσα του πως αυτοί οι άνδρες ήταν οι ίδιοι. Ο ένας κρατούσε αβέβαια το άροτρο. Οι άλλοι βάδιζαν με βήμα βαρύ δίπλα στα βόδια και τα ράβδιζαν για να συνεχίσουν να σύρουν το άροτρο, αλλά επί ματαίω.

Πριν από σαράντα χρόνια ζήλευε αυτούς τους ανθρώπους! Ευχαρίστως θα είχε πάρει τη θέση τους! Πόσο διαφορετικά ωστόσο ήταν τώρα τα πράγματα. Κοίταξε με περηφάνια το καραβάνι που ακολουθούσε πίσω του· καλοδιαλεγμένα ζώα, καμήλες και γαϊδούρια, φορτωμένα με πολύτιμα εμπορεύματα από τη Δαμασκό. Κι αυτό ήταν μόνο ένα μέρος της περιουσίας του. Έδειξε τους γεωργούς λέγοντας: «Οργώνουν το ίδιο χωράφι που όργωναν και πριν από σαράντα χρόνια». «Γιατί φρονείς πως είναι οι ίδιοι;» «Τους είδα», απάντησε ο Σάρου Νάντα. Οι αναμνήσεις πλημμύρισαν τον νου του.

Γιατί να μην μπορεί να θάψει το παρελθόν και να ζήσει στο παρόν; Τότε ξαφνικά είδε μπροστά του, σαν σε ζωγραφιά, το γελαστό πρόσωπο του Αράντ Γκουλά. Το τείχος που υπήρχε
ανάμεσα σε αυτόν και στον κυνικό νέο εξαφανίστηκε.

Πώς θα μπορούσε όμως να βοηθήσει αυτόν τον υπερόπτη και σπάταλο νέο, που είχε στολισμένα τα χέρια του με πετράδια;

Εργασία μπορούσε άφθονη να προσφέρει σε πρόθυμους εργάτες, όχι όμως σε άνδρες που πίστευαν πως η εργασία δεν τους αρμόζει. Παρ’ όλα αυτά, όφειλε πολλά στον Αράντ Γκουλά κι έπρεπε να κάνει κάτι – πρόθυμα και όχι με βαριά καρδιά. Αυτός και ο Αράντ Γκουλά ποτέ δεν τακτοποιούσαν τις υποθέσεις τους με αυτόν τον τρόπο. Δεν ήταν τέτοιου είδους άνθρωποι. Αίφνης ένα σχέδιο του ήλθε στο μυαλό. Θα υπήρχαν αντιρρήσεις. Έπρεπε να σκεφθεί την οικογένειά του και την κοινωνική του θέση. Θα είναι σκληρό· θα φέρει οδύνη. Αλλά, καθώς ήταν αποφασιστικός άνθρωπος, παραμέρισε τις υποθετικές αντιρρήσεις και ανέλαβε δράση.

Απόσπασμα από το βιβλίο του George Clason “Ο πλουσιότερος άνθρωπος της Βαβυλώνας” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε