Κανένα εμπόδιο δεν είναι σπουδαίο για όποιον βαδίζει στον προορισμό του

«Αργά η γρήγορα η αυλαία πέφτει μικρέ. Ο πλούτος μας είναι οι άνθρωποι, μην το λησμονείς» μου έλεγε.

Κανένα εμπόδιο δεν είναι σπουδαίο για όποιον βαδίζει στον προορισμό του

Πέρασε ο καιρός όμως τον θυμάμαι ακόμη, να κάθεται σε εκείνο το μικρό καφέ και να γράφει.

Κάπου κάπου ακουμπούσε την πένα του στο τραπεζάκι, προκειμένου να περιεργαστεί τους θαμώνες του μαγαζιού. Όχι με διάθεση κουτσομπολιού, μα με ατόφια συμπόνοια για το κοινό θνητό πεπρωμένο που τους ένωνε.

«Αργά η γρήγορα η αυλαία πέφτει μικρέ. Ο πλούτος μας είναι οι άνθρωποι, μην το λησμονείς» μου έλεγε.

Τον κοιτούσα με θαυμασμό. Και δεν σας κρύβω πως ορισμένες νύχτες ονειρευόμουν ότι  όταν θα μεγάλωνα θα γινόμουν και εγώ ένας ταξιδιώτης της ζωής, που συλλέγει εμπειρίες στην καρδιά και έπειτα με την πένα να χορεύει στα δάχτυλα του τις καταθέτει, γεμάτος σεβασμό, στους αναγνώστες.

Στο χωρίο άκουγα να τον σχολιάζουν συχνά-πυκνά.

«Περίεργο τρένο» συνήθιζε να τον αποκαλεί η θεία Μαρίνα, που ανέκαθεν ταύτιζε την κανονικότητα με ένα σωρό μικροαστικά πρέπει.

«Άνθρωπος που δεν έχει ρίζες, καταλήγει δυστυχής» διατεινόταν περισπούδαστα ο σουβλατζής της πλατείας, απόλυτα πεπεισμένος πως είχε αποκωδικοποιήσει με σαφήνεια κάθε αίνιγμα της ανθρώπινης φύσης. Η άγνοια γεννά τους παντογνώστες, θα μάθαινα με τα χρόνια.

Ο ξένος αντιλαμβανόταν τα επικριτικά βλέμματά τους μα απλώς χαμογελούσε. Όχι με ηττοπάθεια, περισσότερο με τη βεβαιότητα εκείνου που ήξερε καλά τον προορισμό του.

Ο παππούς μου τον αγαπούσε πολύ.

«Είναι άλλου παπά ευαγγέλιο ετούτος και οι άνθρωποι τρέμουν όποιον βρίσκει τις ρίζες του στα φτερά του, αυτό να θυμάσαι» μου ψιθύριζε.

Η φιλία μου με τον μυστηριώδη άντρα ξεκίνησε απρόσμενα, ένα απόγευμα που προσγείωσα τον καυτό καφέ στο λινό ρούχο του. Η μάνα μου -και ιδιοκτήτρια του μαγαζιού- με σέρβιρε μια περιφρονητική ματιά, ωστόσο εκείνος ουδόλως διαμαρτυρήθηκε.

«Ε λοιπόν, μεταξύ μας τώρα, αλλά το είχα και λίγο βαρεθεί το λευκό χρώμα του παντελονιού μου. Με τη στάμπα στο γόνατα μοιάζω πιο μοδάτος, δε συμφωνείς;»  με ρώτησε και ύστερα ξέσπασε σε γέλια. Γέλασα και εγώ.

«Μάλλον τα λάθη επιτρέπονται» σκέφτηκα ανακουφισμένος.

Από τότε στα διαλείμματά μου ξέκλεβα χρόνο για να ανοίγω κουβέντα μαζί του.

Τους χειμώνες παρατηρούσα τα σύννεφα που έστηναν πηγαδάκι στον μουντό ουρανό και σχεδόν τα ικέτευα να κάνουν λιγάκι χώρο για τον ήλιο, προκειμένου να τον ξαναδώ.

Πράγματι κάθε Ιούνιο ο ξένος επέστρεφε, με την πολύχρωμη βαλίτσα του στο χέρι και το πηγαίο χαμόγελο στα χείλη, ένα χαμόγελο που άγγιζε κατευθείαν όσες ψυχές δεν χάθηκαν στους συμβιβασμούς τους.

«Τον συνηθισμένο ελληνικό;» ρωτούσα

«Άσε τις παραγγελιές και κόπιασε να πούμε τα νέα μας» με προκαλούσε γεμάτος ενθουσιασμό και η μαμά κατέβαζε κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα.

«Μου τον ξεμυαλίζεις και έτσι η δουλειά δεν βγαίνει» γκρίνιαζε στον άντρα, αλλά εκείνος καλά το ήξερε πως δεν υπήρχε πιο σπουδαία δουλειά από τις ίδιες τις ιστορίες μας.

«Οι ιστορίες είμαστε εμείς» μου έκλεινε συνωμοτικά το μάτι.

«Θα γίνω συγγραφέας» του ανακοίνωσα ένα πρωινό.

Για λίγο σιωπή.

«Γιατί;» Με ρώτησε.

«Υποθέτω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Επειδή κάθε φορά που αγγίζω την πένα οι λέξεις ξεπηδούν κατευθείαν από την καρδιά μου, ζητώντας μου τη δική τους ευκαιρία για να υπάρξουν» απάντησα.

Ο άντρας δάκρυσε.

«Ε τότε θα τα καταφέρεις» αποφάνθηκε όλος σιγουριά.

«Εκτός από εσένα, κανένας άλλος δεν με πήρε ποτέ στα σοβαρά. Μου λένε πως ονειρεύομαι με μάτια ανοιχτά και πως καλά θα κάνω να βάλω μυαλό στο κεφάλι μου μπας και βρω καμιά εργασία της προκοπής» του εξομολογήθηκα.

«Όταν ο στόχος συντονίζεται με τις επιθυμίες της καρδιάς, κανένα εμπόδιο δεν λογαριάζεται για σπουδαίο. Ξεκίνα να περπατάς και ο δρόμος θα σε δικαιώσει» μου χαμογέλασε.

Ήταν το καλοκαίρι της ενηλικίωσής μου. Στο τέλος του στοίβαξα μερικά ρούχα στη βαλίτσα μου και έφυγα από το χωριό.

«Καλή αντάμωση» τον άκουσα να μου φωνάζει από μακριά.

Γύρισα και τον κοίταξα.

«Ελπίζω να σε ξαναδώ» σχεδόν ψιθύρισα.

Ο άντρας εκείνος εξελίχτηκε στον σπουδαιότερο συγγραφέα της εποχής του.

Αλλά για εμένα ήταν τόσα περισσότερα: ήταν o ήλιος που φώτισε απρόσμενα το μονοπάτι μου.

Το επόμενο καλοκαίρι δεν φάνηκε στα μέρη μας.

«Διάβασα πως το τελευταίο του βιβλίο έγινε μεγάλη επιτυχία και βρίσκεται σε περιοδείες ανά τον κόσμο» με πληροφόρησε γεμάτος καμάρι ο παππούς.

«Απορώ ποιοι χαζομέρηδες δίνουν αξία στις αράδες των σελίδων» σχολίασε ο πολύξερος σουβλατζής, που έτυχε να ακούσει την κουβέντα.

«Υποθέτω όσοι αγαπούν τις ιστορίες» του απάντησε ήρεμα ο παππούς, δίχως να του χαρίσει ούτε ένα βλέμμα.

Κάθε Ιούνιο επέστρεφα στο χωριό με την ελπίδα να τον ανταμώσω και πάλι. Όμως τα χρόνια περνούσαν και ο ξένος δεν εμφανιζόταν. Σταδιακά συμφιλιώθηκα με την απουσία του, ακριβώς όπως όλοι συμφιλιωνόμαστε με τις μικρές ή μεγάλες απώλειες της ζωής μας.

Κάποτε εξέδωσα το πρώτο μου μυθιστόρημα. Ο παππούς πρότεινε να οργανώσουμε μια παρουσίαση στο μικρό οικογενειακό καφέ. Δεν πέταξα την σκούφια μου για την ιδέα, όμως  η σθεναρή επιμονή του έκαμψε τις αντιστάσεις μου.

Οι συγχωριανοί μαζεύτηκαν στον τόπο των παιδικών μου αναμνήσεων. Προτού ξεκινήσω να διαβάζω αποσπάσματα του έργου, με την άκρη του ματιού μου έπιασα τη θεία Μαρίνα να χασμουριέται ενώ άκουσα τον σουβλατζή της πλατείας να μουρμουρίζει γεμάτος δυσφορία πως τα βιβλία δεν κατεβαίνουν ξεροσφύρι.

“Σπουδαία ενθάρρυνση” συλλογίστηκα λιγάκι ενοχλημένος αλλά την ίδια στιγμή ένα χέρι ακούμπησε τον ώμο μου.

Και τότε τον είδα. Στεκόταν ακριβώς αντικριστά μου με την πολύχρωμη βαλίτσα του στο χέρι,  ο ξένος που αγαπούσε τις καφέ στάμπες στα λευκά παντελόνια και τα όνειρα στις εφηβικές καρδιές, ετούτος ο αλλόκοτος ταξιδιώτης που συγχωρούσε τα λάθη και παρατηρούσε με στοργή τους ανθρώπους.

«Στο είπα ότι θα τα καταφέρεις» μου ψιθύρισε και εγώ θυμήθηκα πώς ξεκίνησαν όλα. Δάκρυσα. Πλέον καλά το γνώριζα ότι βάδιζα στον προορισμό μου.

Συντάκτης | Κατερίνα Τσιτούρα

Είμαι απόφοιτος της Ελληνικής Φιλολογίας με ειδίκευση στη Γλωσσολογία. Ασχολούμαι με την αρθρογραφία και την εκπαίδευση. Το 2017 εξέδωσα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το πρώτο μου βιβλίο, ένα παραμύθι για ενήλικες με τίτλο «Η Καθρεφτούπολη» και το 2019, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, ένα ακόμη παραμύθι για ενήλικες, «Το Κάστρο της Τελειότητας». Λατρεύω να παρατηρώ τους ανθρώπους. Κι έτσι γράφω. Για να τους κατανοήσω λίγο περισσότερο. Για να διηγηθώ μια ιστορία. Τη δική τους, τη δική μου ή εκείνη που θα μπορούσε να εκτυλιχτεί σ’ έναν κόσμο όπου οι λέξεις νικούν τον χρόνο.

Δείτε όλα τα άρθρα

Συντάκτης | Κατερίνα Τσιτούρα

Είμαι απόφοιτος της Ελληνικής Φιλολογίας με ειδίκευση στη Γλωσσολογία. Ασχολούμαι με την αρθρογραφία και την εκπαίδευση. Το 2017 εξέδωσα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το πρώτο μου βιβλίο, ένα παραμύθι για ενήλικες με τίτλο «Η Καθρεφτούπολη» και το 2019, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, ένα ακόμη παραμύθι για ενήλικες, «Το Κάστρο της Τελειότητας». Λατρεύω να παρατηρώ τους ανθρώπους. Κι έτσι γράφω. Για να τους κατανοήσω λίγο περισσότερο. Για να διηγηθώ μια ιστορία. Τη δική τους, τη δική μου ή εκείνη που θα μπορούσε να εκτυλιχτεί σ’ έναν κόσμο όπου οι λέξεις νικούν τον χρόνο.

Δείτε όλα τα άρθρα

Αξίζει να διαβάσετε

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε