Κάποια βιβλία δεν τα ανοίγεις· σε ανοίγουν αυτά. Το «Η διδασκαλία του δον Χουάν» του Carlos Castaneda ήταν για μένα ακριβώς αυτό: μια ανάγνωση που ξεκίνησε σαν περιέργεια και κατέληξε σε μια περίεργη, σχεδόν υπνωτιστική αίσθηση ότι το έδαφος κάτω από τις βεβαιότητές μου μετακινείται λίγο. Όχι αρκετά για να πέσω — αρκετά όμως για να μην πατάω όπως πριν.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες καταλαβαίνεις ότι εδώ δεν έχεις να κάνεις με ένα «συνηθισμένο» βιβλίο. Ο Castaneda μάς βάζει μέσα στην ιστορία του όχι σαν αλάνθαστος αφηγητής, αλλά σαν άνθρωπος που ψάχνεται, σκοντάφτει, αμφιβάλλει, εκτίθεται. Στην εισαγωγή τον συναντάμε ως φοιτητή ανθρωπολογίας στο UCLA, να ψάχνει στοιχεία για φαρμακευτικά φυτά και να γνωρίζει σχεδόν τυχαία τον δον Χουάν, έναν ηλικιωμένο Ινδιάνο Γιάκι, που σύντομα θα ανατρέψει όλον τον τρόπο με τον οποίο βλέπει την πραγματικότητα. Κι αυτή η τυχαιότητα είναι από μόνη της γοητευτική. Γιατί η ζωή, ας το παραδεχτούμε, συνήθως έτσι αλλάζει: όχι με τύμπανα, αλλά σε έναν σταθμό λεωφορείων, μια λάθος στιγμή, μια περίεργη γνωριμία.
Advertisment

Η διδασκαλία του δον Χουάν έχει κάτι από εθνογραφία, κάτι από πνευματική περιπέτεια, κάτι από λογοτεχνικό παραισθησιογόνο. Και αυτό το παράξενο κράμα είναι η δύναμή του. Δεν διαβάζεις απλώς για έναν σαμάνο και έναν μαθητευόμενο. Διαβάζεις για τη σύγκρουση δύο κόσμων: από τη μία ο ορθολογικός, δυτικός νους, που θέλει να ταξινομήσει, να εξηγήσει, να βάλει ετικέτες· από την άλλη ένας κόσμος όπου η γνώση δεν είναι θεωρία αλλά βίωμα, δοκιμασία, μετατόπιση συνείδησης. Ο ίδιος ο Castaneda το λέει καθαρά: κάποια στιγμή η δουλειά του έπαψε να είναι απλή συλλογή ανθρωπολογικών δεδομένων και μετατράπηκε σε εσωτερίκευση μιας άλλης γνωστικής λειτουργίας. Εκεί ακριβώς είναι που το βιβλίο αρχίζει να σε τραβάει πραγματικά.
Ο δον Χουάν δεν εμφανίζεται ως «σοφός γκουρού» με έτοιμες ατάκες για ημερολόγια τοίχου. Είναι πιο δύσκολος, πιο σκληρός, πιο αινιγματικός. Σε δοκιμάζει, σε μπερδεύει, σε αφήνει να ιδρώνεις πάνω σε έναν γρίφο μέχρι να καταλάβεις μόνος σου τι παίζεται. Η περίφημη σκηνή με το «σημείο» —εκεί όπου ο Castaneda πρέπει να βρει το μέρος στο οποίο αισθάνεται ασφαλής και δυνατότερος— είναι από τις πιο όμορφες του βιβλίου. Γιατί πίσω από την παραξενιά της κρύβεται κάτι πολύ αναγνωρίσιμο: ότι η γνώση δεν χαρίζεται. Και ότι, καμιά φορά, πρέπει να γελοιοποιηθείς λίγο πριν καταλάβεις κάτι αληθινό. Ποιος δεν το έχει πάθει αυτό, έστω χωρίς σαμάνους και πεγιότ;
Και μετά έρχεται ο Μεσκαλίτο. Όχι ως φολκλόρ εξωτισμός, αλλά ως εμπειρία που ο Castaneda προσπαθεί να καταγράψει με την αμηχανία ενός ανθρώπου που βλέπει κάτι το οποίο δεν ξέρει πώς να το περιγράψει χωρίς να προδώσει ούτε αυτό που είδε ούτε τον εαυτό του. Εκεί το βιβλίο απογειώνεται και ταυτόχρονα σε αφήνει μετέωρο. Γιατί μπορείς να διαβάσεις αυτές τις σελίδες με πολλούς τρόπους: σαν μαρτυρία μύησης, σαν ψυχοτροπικό ταξίδι, σαν λογοτεχνία, σαν σύγκρουση πολιτισμικών μοντέλων. Και ίσως η γοητεία του να είναι ακριβώς ότι δεν σε αφήνει να αποφασίσεις εύκολα.
Advertisment
Μου άρεσε πολύ και κάτι ακόμη: ότι το βιβλίο δεν παριστάνει πως τα εξηγεί όλα. Ακόμη και στον πρόλογο και στα σχόλια του συγγραφέα, υπάρχει αυτή η αίσθηση ότι ο δρόμος προς τη γνώση δεν είναι καθαρός αυτοκινητόδρομος αλλά χωματόδρομος με στροφές, σκόνη και αρκετά σημεία όπου λες «δεν ξέρω αν συνεχίζω». Ο δον Χουάν μιλά για δρόμους «που έχουν καρδιά», και αυτή η φράση μένει. Όχι επειδή είναι ποιητική — που είναι — αλλά επειδή πετυχαίνει εκείνο το σπάνιο: να ακούγεται σαν κάτι που ξέραμε πριν το διαβάσουμε, αλλά δεν είχαμε βρει ποτέ τις λέξεις να το πούμε.
Κλείνοντας το βιβλίο, δεν ένιωσα ότι “κατάλαβα” τον δον Χουάν. Κι ευτυχώς. Ένιωσα όμως ότι κατάλαβα λίγο καλύτερα πόσο στενά είναι μερικές φορές τα όρια της δικής μας βεβαιότητας. Και αυτό, για μένα, είναι το μεγάλο κέρδος αυτής της ανάγνωσης. Η διδασκαλία του δον Χουάν δεν είναι ένα βιβλίο που ζητά να το πιστέψεις. Ζητά να το ακολουθήσεις για λίγο, με περιέργεια και με αντοχή στην αμφιβολία. Και όταν τελειώσει, σε αφήνει με εκείνη τη σπάνια αίσθηση ότι, έστω και για λίγο, κοίταξες τον κόσμο από μια χαραμάδα που πριν δεν ήξερες ότι υπήρχε.

































