Ο Karl Popper θεωρεί ότι στη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνονται τρεις “κόσμοι”. Ο πρώτος είναι ο κόσμος των φυσικών αντικειμένων ή φυσικών καταστάσεων, ο δεύτερος είναι ο κόσμος των ατομικών συνειδησιακών ή νοητικών καταστάσεων και ο τρίτος είναι ένας αντικειμενικός κόσμος ιδεών, που περιλαμβάνει όλα τα αντικειμενικά περιεχόμενα σκέψης, κυρίως τις σκέψεις της επιστήμης, εικασίες, θεωρίες, επιχειρήματα αλλά και γενικότερα όλη την καταγραμμένη γνώση.

Αυτός ο τρίτος κόσμος είναι δημιούργημα των ανθρώπων, κάτι σαν τον ιστό της αράχνης. Σημαντικό χαρακτηριστικό του είναι ότι έχει αυτονομηθεί σε μεγάλο βαθμό από τον δημιουργό του, παρ’ όλο που αλληλεπιδρούμε συνεχώς μαζί του και λειτουργεί σαν ο καθοριστικός παράγοντας που επιδρά στο περιεχόμενο της συμπεριφοράς του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, την εξέλιξή του και με ένα τρόπο και στη βιολογική του ανάπτυξη αλλά και σαν μια δεξαμενή εναλλακτικών επιλογών της δράσης του.


Η αλληλεπίδραση αυτών των τριών κόσμων αποτελεί και παράγοντα των αλλαγών που συνεχώς γίνεται στα περιεχόμενα του τρίτου κόσμου των αντικειμενικών ιδεών αλλά και ανάπτυξης της αντικειμενικής γνώσης.


Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτός ο κόσμος των αντικειμενικών ιδεών έχει πολλά κοινά με τη θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα. Στον Πλάτωνα όμως αυτός ο κόσμος των ιδεών είναι a priori, προϋπήρχε δηλαδή των ανθρώπων και είναι απόλυτος, αιώνιος, θεϊκός και αμετάβλητος. Έδινε τις έσχατες εξηγήσεις. Αυτό που μεταβάλλεται για τον Πλάτωνα είναι οι σκέψεις των ανθρώπων στην προσπάθειά τους να φθάσουν, να συλλάβουν αυτές τις απόλυτες ιδέες. Μια θεωρία έσχατης εξήγησης δεν επιδέχεται ούτε χρειάζεται άλλες εξηγήσεις. Έτσι οι ιδέες αυτού του κόσμου μετατράπηκαν περισσότερο σε έννοιες πραγμάτων, ουσίες ή η φύση των πραγμάτων, παρά θεωρίες, επιχειρήματα ή προβλήματα. Για τον Popper αυτό είχε ακραίες συνέπειες για την ιστορία της φιλοσοφίας, που θεωρεί ότι από τον Πλάτωνα μέχρι σήμερα οι περισσότεροι φιλόσοφοι ενδιαφέρονταν για το νόημα των λέξεων, των πραγμάτων κλπ, παρά για την αλήθεια ή το ψεύδος των θεωριών.

Ο Χέγκελ επίσης αναφέρεται σε ένα παρόμοιο κόσμο, το παγκόσμιο Πνεύμα, (το ξεχωρίζει στο Αντικειμενικό Πνεύμα που περιλαμβάνει την καλλιτεχνική δημιουργία και στο Απόλυτο Πνεύμα που περιλαμβάνει τη φιλοσοφία), που αποτελεί τη θεϊκή αυτοσυνείδηση του σύμπαντος. Στον Χέγκελ το Πνεύμα δεν είναι αμετάβλητο αλλά αυτοεξελίσσεται. Σε αντίθεση δηλαδή με τον Πλάτωνα, το Πνεύμα του Χέγκελ, όπως και στον Πλωτίνο και τους νεοπλατωνιστές, οι ιδέες και οι σκέψεις που το αποτελούν, είχε χαρακτηριστικά συνείδησης που αυτοεξελίσσεται στην πορεία του προς την αυτογνωσία. Ήταν ταυτόχρονα υποκείμενο αλλά και αντικείμενο της παρατήρησης και της σκέψης, γι αυτό άλλαζε ή εξελισσόταν. Δηλαδή ο Χέγκελ ήταν με ένα τρόπο και με τον Πλάτωνα και με τον Ηράκλειτο. Η αυτοεξέλιξη του Πνεύματος γίνεται μέσα από μια διαδικασία διαλεκτικής αντίθεσης και σύνθεσης, καθιερώνοντας αυτό που ονόμασε νόμους της διαλεκτικής εξέλιξης, οι οποίοι για τον Χέγκελ έχουν απαραβίαστη ισχύ. Ο Χέγκελ αναφερόμενος στο Πνεύμα που αυτοεξελίσσεται, το ονόμασε και zeitgeist, το πνεύμα της εποχής, αυτό δηλαδή που ήταν κυρίαρχο κάθε εποχή.

Στον Χέγκελ όμως, ο άνθρωπος στην ουσία δεν είναι δημιουργικός. Ο άνθρωπος είναι ένα απλό όργανο του πνεύματος της εποχής, του zeitgeist. Το έργο του ξεχωριστού ανθρώπου είναι προετοιμασμένο και καθορισμένο ανεξάρτητα από αυτόν. Έτσι η αυτονομία που ο Popper θεωρεί ότι έχει αυτός ο κόσμος, στον Χέγκελ είναι παντοδύναμη. Η ανάδραση για τον Χέγκελ γίνεται μόνο από αυτόν τον κόσμο προς το άτομο. Είναι ένα καθαρά θεολογικό υπόβαθρο. Στον Popper υπάρχει αλληλεπίδραση, ο άνθρωπος είναι δημιουργικός, είναι συμμέτοχος σ’ αυτό το γίγνεσθαι. Στον Χέγκελ ο ξεχωριστός άνθρωπος, ακόμη και τα μεγάλα πνεύματα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μέσο στο οποίο εκφράζεται το πνεύμα της εποχής. Είναι ένα σχέδιο απαραβίαστο με απαρέγκλιτες αναγκαιότητες.

Ο Μαρξ που εμπνεύσθηκε από τον Χέγκελ, όσον αφορά τους νόμους αυτοεξέλιξης του Πνεύματος με τους νόμους της διαλεκτικής, θεώρησε σωστά ότι η κοινωνική συνείδηση(που είναι κάτι αντίστοιχο με το αυτοεξελισσόμενο Πνεύμα της εποχής, του Χέγκελ) είναι απόρροια, αντανάκλαση, με έμμεσο τρόπο και όχι άμεσο, των κοινωνικών εξελίξεων και κυρίως των οικονομικών συνθηκών, της σχέσης των ανθρώπων με τα μέσα παραγωγής και της πάλης των τάξεων που είναι απόρροια αυτής της σχέσης. Έμμεσο με την έννοια ότι έχει τη δική της αυτονομία. Στους νόμους της διαλεκτικής εξέλιξης του Πνεύματος του Χέγκελ, μεταφέροντάς τους στην κοινωνική ιστορική εξέλιξη, που είναι η βάση από την οποίαν δημιουργείται η κοινωνική συνείδηση, είδε ότι μπορεί να εξηγήσει την ιστορική εξέλιξη, εισάγοντας ουσιαστικά την έννοια της ιστορικότητας, με την έννοια των καθορισμένων νόμων και της επιστημονικότητας της ιστορικής εξέλιξης. Οι νόμοι της διαλεκτικής καθορίζουν την αυτοεξέλιξη των φαινομένων με βάση τις εσωτερικές αντιφάσεις τους, που η εξέλιξή τους ακολουθεί μια συγκεκριμένη διαδικασία που καθορίζεται επακριβώς από αυτούς τους νόμους. Γι αυτό και όλα τα φαινόμενα έχουν ιστορικότητα. Προέρχονται από κάπου και πάνε κάπου, ακολουθώντας συγκεκριμένους κανόνες. Τίποτε δεν μένει σταθερό. Και όχι μόνο αυτό αλλά θεώρησε ότι ανακαλύφθηκαν και οι νόμοι αυτής της αλλαγής, με βάση τους νόμους της διαλεκτικής, που στηρίζονται στις εσωτερικές αντιφάσεις που έχουν όλα τα φαινόμενα και που αποτελούν την αιτία των συνεχών αλλαγών. Ο Αλτουσέρ θεωρούσε ότι ο Μαρξ είναι αυτός που εισήγαγε πρώτος την έννοια της ιστορίας και των νόμων της, όπως οι Έλληνες εισήγαγαν τη μαθηματική σκέψη και απόδειξη ή ο Γαλιλαίος που εισήγαγε τους νόμους της φυσικής. Ο Μαρξ μεταφέροντας το κέντρο βάρους της ιστορικής εξέλιξης από τις ιδέες στην ίδια την κοινωνία, εμπνεύσθηκε από τον Φόυερμπαχ και την υλιστική του αντίληψη, ότι η δραστηριότητα των ανθρώπων είναι αυτή που καθορίζει την κοινωνική συνείδηση. Ο Μαρξ είχε πει ότι “οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα ερμήνευαν τον κόσμο ενώ ο σκοπός μας είναι να τον αλλάξουμε”, επειδή θεωρούσε ότι η μέχρι τότε φιλοσοφία, όπως και ο Φόυερμπαχ, δεν είχε δει αυτή την ιστορικότητα των φαινομένων και των νόμων της αναπόφευκτης αλλαγής τους, ενώ οι νόμοι της διαλεκτικής εξέλιξης θεωρούσε ότι στηρίζουν και επιστημονικά την ανάγκη της αλλαγής και της επανάστασης. Συνδυάζοντας δηλαδή αυτές τις δύο αντιλήψεις δημιούργησε αυτό που ονομάστηκε ιστορικός υλισμός. Ο Ένγκελς επέκτεινε τους νόμους της διαλεκτικής και στη φύση, καθιερώνοντας αυτό που γενικά ονομάστηκε διαλεκτικός υλισμός, βάζοντας τα πάντα και την κοινωνία και τη φύση, σε ένα απαραβίαστο σχήμα εξέλιξης.

Οι αναγκαιότητες της ιστορικής εξέλιξης, για τον Μαρξ, καθορίζονται από την οικονομία και τις σχέσεις των ανθρώπων με τα μέσα παραγωγής, που καθορίζουν και την κινητήρια δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης που δεν είναι άλλη από την πάλη των τάξεων. Οι άνθρωποι είναι δέσμιοι αυτών των αναγκαιοτήτων. Και όπως ο Χέγκελ θεώρησε απαραβίαστους τους νόμους της διαλεκτικής εξέλιξης του Πνεύματος, με παρόμοιο τρόπο, μεταφερόμενοι αυτοί οι νόμοι στην κοινωνική εξέλιξη, είναι με παρόμοιο τρόπο απαραβίαστοι και οι οποίοι οδηγούν προς ένα ιστορικό τέλος, με έναν εσχατολογικό, μεσσιανικό τρόπο.

Η εξέλιξη όμως της κοινωνίας αφορά ένα σύνολο μεγάλης τυχαιότητας, ένα ανοιχτό, μη γραμμικό γίγνεσθαι, γι αυτό και οι όποιες αναγκαιότητες δημιουργούνται, συνυπάρχουν με το τυχαίο. Όσο μεγαλύτερη είναι η τυχαιότητα τόσο και λιγότερο ασφαλής γίνεται και η πρόβλεψη για την εξέλιξη ενός συστήματος. Αλλά ούτε και η οικονομία ή η πάλη των τάξεων που είναι επακόλουθο των σχέσεων των ανθρώπων με τα μέσα παραγωγής, είναι οι μοναδικοί παράγοντες που καθορίζουν τις αναγκαιότητες της εξέλιξης. Η εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών καθορίστηκε περισσότερο από την ανάπτυξη της τεχνικής και της γνώσης, τις μεγάλες ανακαλύψεις και καινοτομίες και αυτές αποτελούν καθοριστικό παράγοντα αλλαγής και των κοινωνικών σχέσεων, κάτι που ο Μαρξ το είχε εντοπίσει μιλώντας ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι οι παράγοντες αλλαγής και των κοινωνικών σχέσεων. Παράγοντες που φυσικά βρίσκονται σε ισχυρή αλληλεξάρτηση με την οικονομική ισχύ μιας κοινωνίας. Σήμερα για παράδειγμα είναι η επανάσταση στις νέες τεχνολογίες και την επικοινωνία που αλλάζει τον κόσμο και όχι η πάλη των τάξεων πχ, που εμφανίζεται σαν ουραγός των εξελίξεων, τις περισσότερες φορές χωρίς καν να προσπαθεί να τις ακολουθεί. Αλλά και οι νόμοι της διαλεκτικής του Χέγκελ δεν έχουν την απόλυτη ισχύ που τους απέδωσε ο Χέγκελ και ούτε είναι ικανοί να ερμηνεύσουν παρά με έναν πολύ γενικό και ασαφή τρόπο ορισμένα και όχι όλα τα φαινόμενα. Η απολυτοποίηση του Μαρξ από τους επιγόνους του που τον έθεσαν σε εφαρμογή, μετατρέποντας τον σε απόλυτο, απαραβίαστο δόγμα, αφαίρεσαν και κάθε προσπάθεια επιστημονικότητας προσπάθησε να εισαγάγει ο Μαρξ στην ιστορική εξέλιξη μελετώντας την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην εποχή του και αποφεύγοντας ο ίδιος να δώσει οποιοδήποτε λεπτομερές σχέδιο για κάτι που δεν ήξερε, τη μορφή δηλαδή που θα είχε ο σοσιαλισμός, που θα αντικαθιστούσε τον καπιταλισμό.

Ο Μαρξισμός θεωρήθηκε ότι θεμελιώνει επιστημονικά το όνειρο για μια προοδευτική πορεία και ευτυχή κατάληξη της ιστορικής εξέλιξης, γι αυτό και είχε τέτοια απήχηση και ισχύ. Άλλες όμως ήταν οι βουλές της εξέλιξης.

Ο Σοπενχάουερ, σε αντίθεση με τον Χέγκελ, δεν δεχόταν ότι η ατομική ηθική καθορίζεται από την κοινωνία και τον λόγο. Πίστευε ότι οι άνθρωποι υποκινούνται μόνο από τις δικές τους βασικές επιθυμίες, τη θέληση για ζωή, η οποία κατηύθυνε και όλη την ανθρωπότητα ή επηρεάζονται από τις ισχυρές βουλήσεις και τις ακολουθούν μιμητικά όταν πιστεύουν ότι έτσι εξυπηρετείται και η δική τους βούληση. Για τον Σοπενχάουερ, η ανθρώπινη επιθυμία ήταν μάταιη, παράλογη, χωρίς κατεύθυνση και κατ’ επέκταση έτσι είναι και όλη η ανθρώπινη δραστηριότητα στον κόσμο, χωρίς να κατευθύνεται προς κάποιο σκοπό. Την καθ’ εαυτό ουσία των πραγμάτων μπορούμε να τη συλλάβουμε μόνο αν ξεπεράσουμε τον εγωισμό, που αποτελεί έκφραση της βούλησης για ζωή, με την αδιάφορη ενατένιση που δεν παραμορφώνει το αντικείμενο, όπως το παραμορφώνει η υποκειμενική βούληση.

Για τη συλλογική συνείδηση είχε μιλήσει και ο Emile Durkheim, ως το σύνολο των ηθικών αξιών, των εθίμων και των κανόνων στη βάση των οποίων συγκροτείται η κοινωνία και χάρη στους οποίους είναι δυνατή η ενότητα, η αναπαραγωγή και η διαιώνισή της. Ως τέτοια, υπερβαίνει το άτομο, υφίσταται ανεξάρτητα από αυτό και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά μέσα από τη γλώσσα, τους θεσμούς και τις παραδόσεις. Αυτή η συνείδηση για τον Durkheim είναι κατ’ εξοχήν όργανο των συναισθημάτων και λιγότερο ένα ορθολογικό όργανο. Η πηγή του ανάγεται στις πρωτόγονες κοινωνίες που βασίζονταν στις φυλετικές σχέσεις, όπου το τοτέμ της φυλής έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην ενοποίηση των μελών της φυλής, μέσω της δημιουργίας μιας κοινής συνείδησης. Σε κοινωνίες αυτού του τύπου, τα περιεχόμενα της συνείδησης ενός ατόμου ήταν κοινά με αυτά των υπόλοιπων μελών της κοινωνίας, δημιουργώντας μια μηχανική αλληλεγγύη μέσω της αμοιβαίας ομοιότητας. Το σύνολο των πεποιθήσεων και συναισθημάτων ήταν κοινό με το μέσο όρο των μελών της κοινωνίας, αποτελώντας ένα προσδιορισμένο σύστημα με τη δική του αυτονομία. Για τον Ντιρκέμ η συλλογική συνείδηση είναι πανίσχυρη και καθορίζει κάθε πράξη των ανθρώπων.

Η συλλογική συνείδηση αναφέρεται σε μια κοινωνία που τα μέλη της είναι απόλυτα εξαρτημένα από τις επιταγές της ομάδας και οι οποίες είναι απαραβίαστες. Η παράβαση των ταμπού επισύρει τιμωρίες, οι οποίες είναι αποτυπωμένες στην ατομική συνείδηση. Ο λόγος είναι ότι τα μέλη της ομάδας δεν είχαν τη δυνατότητα να επιζήσουν εκτός της ομάδας. Αυτό ήταν το στοιχείο που έκανε απαραβίαστους τους νόμους της. Στη συλλογική συνείδηση της αρχαϊκής φυλής, δεν υπάρχουν περιθώρια εναλλακτικών επιλογών. Η συνεχής πάλη για επιβίωση δημιουργεί και αντίστοιχες συμπεριφορές. Χωρισμός όλων σε φίλους και εχθρούς, καμία ανοχή στο διαφορετικό κλπ. Αυτός είναι και ο λόγος που για τον Ντιρκέμ η συλλογική συνείδηση έχει κυρίως συναισθηματική βάση. Είναι πανίσχυρες δυνάμεις που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Είναι σαν τους δαίμονες και τους θεούς. Ήταν μία από τις βάσεις της ανάπτυξης της θρησκευτικότητας.

Η εξέλιξη των κοινωνιών, κυρίως λόγω της γνώσης, δημιουργεί νέες δυνατότητες για το κάθε άτομο. Αυτό δημιουργεί πρόσθετες δυνατότητες οι οποίες οδηγούν το άτομο σε μια προοδευτική χειραφέτηση, ώστε έχοντας αυξημένες δυνατότητες να επιβιώσει, μπορεί και αποσπάται σταδιακά από τη μέγκενη των κοινωνικών επιταγών. Η εξελισσόμενη συλλογική συνείδηση που δημιουργείται αφήνει περιθώρια επιλογών τα οποία όσο εξελίσσεται η γνώση αυξάνονται, αυξάνοντας και τις δυνατότητες της ελεύθερης βούλησης. Γνώση είναι δυνατότητα προσαρμογής σε νέες συνθήκες. Εμφανίζεται η ατομική δημιουργικότητα.

Όταν υπάρχει μόνο μία επιλογή το άτομο είναι απόλυτα εξαρτημένο από αυτήν. Όταν υπάρχουν περισσότερες επιλογές οι άνθρωποι επιβιώνουν αφήνοντας μια επιλογή για κάποια άλλη. Όπως λέει οPopper, οι επιστήμονες προσπαθούν να απαλείψουν τις ψευδές θεωρίες τους, να τις αφήσουν να πεθάνουν. Ο πιστός, είτε ζώο είτε άνθρωπος, χάνεται μαζί με τις ψευδείς πίστεις του.

Σ’ αυτό που ονομάζουμε κοινωνική συνείδηση στη σημερινή εποχή, που πάντα πηγάζει από τους ανθρώπους, έχουμε ένα συνεχώς αυξανόμενο πλούτο γνωστικών δεδομένων τα οποία χρησιμεύουν ως εναλλακτικές δυνατότητες δράσης. Όσο πιο κλειστή είναι μια κοινωνία ή ένα συλλογικό υποκείμενο, τόσο λιγότερες είναι οι εναλλακτικές δυνατότητες και πιο στενά τα περιθώρια ανεξάρτητης δράσης από τα μεμονωμένα υποκείμενα, τα οποία είναι αναγκασμένα να ακολουθούν τις επιταγές της ομάδας.

Στη σχέση του ατόμου με την ομάδα μπορούμε να δούμε τη σχέση του παιδιού με τους γονείς του. Το παιδί για να μεγαλώσει έχει ανάγκη τους γονείς του, όπως για την ανθρωποποίηση είναι απαραίτητη η κοινωνικοποίηση. Για να ενηλικιωθεί όμως το παιδί είναι απαραίτητο να απεξαρτηθεί από τους γονείς του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα στραφεί εναντίον τους. Με ανάλογο τρόπο το άτομο χρειάζεται την κοινωνία-μητέρα για να κοινωνικοποιηθεί. Σ΄αυτή τη διαδικασία κυρίως λειτουργεί ως δέκτης επιδράσεων από τη συνείδηση των ατομικών ή συλλογικών υποκειμένων από τα οποία αισθάνεται και είναι άμεσα εξαρτημένος. Αλλά για να ενηλικιωθεί γνωστικά και ηθικά, να χειραφετηθεί, χρειάζεται να λειτουργήσει σαν ενήλικος, δηλαδή να αναπτύξει τη δική του αυτονομία και να μη λειτουργεί σαν απλός παθητικός δέκτης επιταγών ή εξαρτημένος από τη γνώμη των άλλων.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον τρίτο κόσμο των ιδεών του Πόπερ, στον οποίον περιλαμβάνονται κυρίως η αντικειμενική γνώση, οι ιδέες της επιστήμης, τα προβλήματα που υπάρχουν, λύσεις που έχουν προταθεί, που απευθύνονται δηλαδή περισσότερο στη λογική και όχι στο συναίσθημα. Μια άλλη πλευρά που έχει σημασία είναι ότι στη σχέση αυτή του ατόμου με τη συλλογική συνείδηση έχουμε και εδώ μια επιλεκτική διαδικασία, όπου όχι μόνο οι ιδέες επιλέγουν τα άτομα με τις αντίστοιχες συμπεριφορές αλλά και τα άτομα επιλέγουν τις ιδέες που θέλουν.

Ο Ρ. Ντώκινς μίλησε για τα μιμίδια, σε αντιστοιχία με τα γονίδια, αναφερόμενος στις ιδέες οι οποίες όπως και τα γονίδια σε κάθε βιολογικό οργανισμό, ανταγωνίζονται για επικράτηση και όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες επικρατούν. Οι άνθρωποι εξάλλου, στην ιστορική τους διαδρομή, έχουν την τάση να δοκιμάζουν κάθε λύση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, λύση που προκύπτει από τις δυνατότητες που έχουν σωρευθεί εξελικτικά ή με βάση αυτές επινοείται μια νέα.

Στις αρχέγονες κοινωνίες με την πανίσχυρη συλλογική συνείδηση, τα περιθώρια των επιλογών ήταν ελάχιστα. Στις σημερινές κοινωνίες με την παγκόσμια διασύνδεση τα περιθώρια επιλογών έχουν πολλαπλασιαστεί. Αυτό αυξάνει τόσο τις δυνατότητες για πνευματική εξέλιξη επειδή οι άνθρωποι μπορούν να γίνονται κοινωνοί πολύ μεγαλύτερου όγκου πληροφοριών και γνώσης αλλά και δυνατότητες για το καλύτερο, όπως όμως και για το χειρότερο.

Η ανάπτυξη όμως του κάθε ανθρώπου και η δράση του δεν παύει να βασίζεται στα αρχέγονα νευρωνικά κυκλώματα που στόχο έχουν την επιβίωσή του και είναι περίπου παρόμοια σε όλους τους ανθρώπους, σε συνδυασμό με τις επιδράσεις του περιβάλλοντος, δηλαδή των αντιλήψεων που τον επηρεάζουν και αλληλεπιδρά μαζί τους κάτι που αναπτύσσει τη νοητική του συσκευή ώστε να ανταποκριθεί με αποτελεσματικότερο τρόπο σε πιο διαφορετικές προκλήσεις. Τα θεμέλια της συλλογικής συνείδησης αποτελούνται από τα αρχέγονα νευρωνικά κυκλώματα της επιβίωσης κατά μία αντιστοιχία με τη δομή της συνείδησης του κάθε ξεχωριστού ατόμου που στη βάση του βρίσκονται τα ένστικτα της επιβίωσης και τα βασικά συναισθήματα που τα συνοδεύουν και στη συνέχεια επικάθονται οι λειτουργίες του λόγου και της κριτικής σκέψης.

Δ. Πετρίδης

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε