Ακολουθεί ένα εξαιρετικό διήγημα του Άκη Κουστουλίδη το οποίο πρωτοδημοσίευσε στο Blog του upogia-taxi.blogspot.gr

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η αρχή

Κάπου μέσα στα αμέτρητα χρόνια, εκεί μέσα στο άγνωστο χάος όπου ο νους μου δεν ξέρει και μήτε τολμά να φανταστεί αν επικρατεί το απόλυτο σκοτάδι ή έχει νικήσει το λευκό ή αν και τα δυο τους περπατάνε μαζί χέρι-χέρι ζούσε η ψυχή μου.
Εκεί κάπου μέσα στο χάος ένιωσε την λαχτάρα να αφήσει το άγνωστο και να ταξιδέψει.
Δεν ήξερε τον τρόπο δεν ήξερε τον προορισμό ούτε ήξερε για ένα μέρος κάπου στην άκρη του άγνωστου χάους που το λέγανε Γη.
Άφησε την λαχτάρα να την οδηγήσει σε αυτό το μέρος που όλα είχαν μια υλική υπόσταση και το άγνωστο χάος χανότανε. Γινότανε ένας μικρός κόσμος με διάφορες υλικές μορφές. Την άφησε να επιλέξει σε ποια μορφή θα έμπαινε και θα ταξίδευε πάνω στη Γη.

Πέρασε αμέτρητος χρόνος μέχρι που η λαχτάρα για ταξίδι έγινε ένα με την ψυχή μου και περάσανε σε μια διάσταση όπου όλα είναι ορατές υλικές μορφές, όλα μπορούν να μετρηθούν όπως ο χρόνος μετριέται σε χρόνια και όλα έχουν κάτι που για πρώτη φορά η ψυχή μου γνώρισε, υπάρχει ένα τέλος, υπάρχει μια αρχή και η υλη γεννιέται και πεθαίνει.

Σαν ένα, η λαχτάρα με την ψυχή μου, περάσανε μέσα από μια μαύρη τρύπα του απέραντου χάους και πέσαμε μέσα σε μια σπηλιά.
Μια σπηλιά σκοτεινή και τρομακτική. Ήταν γεμάτη νερό με πολλούς υλικούς μικροοργανισμούς εργάτες που αρχίσανε να χτίζουν πάνω στην ψυχή μου μια πανοπλία ή καλύτερα χτίζανε την υλική μορφή που θα έπαιρνα για να κάνω το ταξίδι πάνω στην Γη. Αυτή η μορφή θα ήταν η ταυτότητα και το εισιτήριο μαζί για τον υλικό κόσμο της Γης.

Για πρώτη φορά άκουσα πως όλα έχουν και ένα όνομα και το πρώτο όνομα που έμαθα ήταν αυτό της σπηλιάς τη λέγανε μήτρα.
Μου είπανε ότι χρειαζότανε να κάτσω μέσα στη μήτρα για εννέα μήνες μετρημένου χρόνου και μετά θα με βγάζανε στον κόσμο της Γης.
Αυτοί οι μικροοργανισμοί εργάτες μου είπανε πως αυτό που χτίζανε γύρω-γύρω από την ψυχή μου το λέγανε σώμα και έχει τρία σημαντικά μέρη μέσα του και έχουν και αυτά από ένα όνομα.

Το κεφάλι είναι στην κορυφή του σώματος και πιλοτάρει όλο το σώμα δίνει εντολές για τα πάντα και αν πάθει βλάβη, το σώμα δεν λειτούργει και το ταξίδι γίνεται προβληματικό.
Η καρδιά είναι το δεύτερο μέρος όπου είναι ζωτικής σημασίας για την λειτουργιά του σώματος. Έχει την ικανότητα να νιώθει την άλλη διάσταση του υλικού κόσμου και αν αποφασίσει να σταματήσει να χτύπα ο ρυθμός της τότε το ταξίδι τελειώνει άδοξα για την ψυχή μου.
Το αίμα είναι το τρίτο μέρος και είναι το υγρό που κρατάει όλο το σώμα ζωντανό και το παράξενο είναι ότι δεν υπάρχει σε καμία πηγή, πηγάζει μέσα από το ίδιο το σώμα. Αν αποφασίσει να τρέξει έξω από το σώμα τότε σταματάνε τα πάντα να δουλεύουν και το σώμα πέφτει ξερό απελευθερώνοντας την ψυχή από την υλική της μορφή.
Τέλος η ψυχή μου θα ήταν ελεύθερη και ταυτόχρονα φυλακισμένη μέσα στο σώμα μου μέχρι να τελειώσει ο μετρημένος χρόνος του ταξιδίου μου.
Κάπως έτσι γίνανε τα γεγονότα και τελείωσαν οι εννέα μετρημένοι μήνες και φτάσαμε σε ένα δροσερό αυγουστιάτικο απόγευμα όπου η μορφή της ψυχής μου ήταν έτοιμη να αντικρίσει τον υλικό κόσμο της γης και ο κόσμος να υποδεχτεί άλλη μια ψυχή που ήθελε να ταξιδέψει στα απόκρυφα σκοτεινά μονοπάτια και στα λαμπερά ορατά της σπλάχνα.

Τα νερά της μήτρας αγριέψανε και σπάσανε την πόρτα της, ανοίγοντας την πόρτα για τον υλικό κόσμο. Η ψυχή μου τρόμαξε νιώθοντας πίεση και βλέποντας πως η πόρτα ήταν μικρή και δεν χωρούσε να περάσει φοβήθηκε μήπως και τελικά μείνει αταξίδευτη. Πάνω στην τρικυμία και τον πανικό της ένιωσε μια απρόβλεπτη βοήθεια, κάποια ακατανόητη δύναμη την τράβηξε στον κόσμο της Γης. Ένιωσε να τυλίγει όλο το σώμα της ψυχής και ταυτόχρονα άρχισε να μου ψιθυρίζει με την γλώσσα της Γης κάτι νοήματα που μου φαινότανε πολύ παράξενο που τα κατανοούσα, έγινα πλέον ένας άνθρωπος και σαν άνθρωπος θα έκανε η ψυχή μου το ταξίδι της.
Εγώ είμαι η ζωή σου μου ψιθύρισε, θα είμαι η συντροφιά σου σε όλο το μετρημένο χρόνο που θα έχει το ταξίδι σου. Είμαι αυτή που θα σου μάθει όλα τα μυστικά μονοπάτια του ταξιδίου σου μου είπε και μετά σώπασε αφήνοντας την ψυχή μου έκπληκτη με όλα όσα γίνανε.

Τρομαγμένη η ψυχή μου άρχισε να βλέπει μέσα από την υλική της μορφή έναν κόσμο που της προκαλούσε δέος και φόβο μαζί.
Άρχισε να κλαίει και να φωνάζει από τον φόβο του άγνωστου κόσμου και ένιωθε τελείως ανήμπορη να κουμαντάρει το σώμα της.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσε να αγκαλιάζει το αδύναμο σώμα ένα άλλο πιο μεγάλο σώμα που από τη μια της φαινότανε παράξενο και από την άλλη της έδινε μια περίεργη δύναμη που έδιωχνε τον φόβο του άγνωστου υλικού κόσμου. Ήταν η πρώτη γνωριμία με τον άνθρωπο στου οποίου άνηκε η μήτρα και φιλοξένησε για εννέα μετρημένους μήνες την ψυχή μου. Ήταν η πρώτη γνωριμία με την μάνα της ψυχής μου.

Τα μάτια του σώματός μου τα βλέπανε όλα παράξενα μέχρι που ξαναένιωσα την φωνή της ζωής μου να μου ψιθυρίζει μέσα στον νοητό μου πλέον νου, από σήμερα ανεβαίνουμε στην δική μας βάρκα και ξεκινάμε το ταξίδι μας. Ο δρόμος μας είναι ένας ποταμός με πολλά λιμάνια και δυο νησιά. Η καρδιά σου θα επιλέγει τα λιμάνια και γω θα σου δίνω την γνώση και θα σου κρατάω την λαχτάρα για το ταξίδι ζωντανή.

Η βάρκα ήταν τρομακτικά άσχημη, είχε χιλιάδες τρύπες μα δεν έμπαζε νερό. Το σκαρί της ήταν σάπιο αλλά κολυμπούσε με άνεση πάνω στα θολά νερά του ποταμού. Η ζωή ήταν αόρατη μα τόσο έντονη που την ένιωθα σε όλο μου το σώμα. Μου έδωσε μια ανάσα και το ταξίδι ξεκίνησε. Φοβήθηκα στην αρχή όταν κατάλαβα ότι την βάρκα δεν την οδηγούσε κανείς ή μάλλον δεν είχα κατανοήσει ότι ο καπετάνιος της βάρκας ήταν η καρδιά μου και οι επιλογές που θα έκανε σε όλη την διάρκεια του ταξιδίου μου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Το πρώτο λιμάνι

Η ζωή μου ξεκίνησε το ταξίδι της ψυχής μου και η βάρκα άρχισε να κολυμπά πάνω στα θολά νερά του ποταμού με πορεία προς τον άγνωστο προορισμό της ψυχής μου. Αυτό που κυρίεψε την ψυχή μου έκτος από τον φόβο ήταν και μια περίεργη γεύση που έφερνε ο αέρας και τύλιγε όλο μου το κορμί. Ένιωθε την ανάγκη για φροντίδα. Ένιωσε την καρδιά του σώματος να χτυπά σαν τρελή. Προσπάθησε η ψυχή μου να καταλάβει τι γινότανε και έκανε μια απέλπιδα προσπάθεια να επικοινωνήσει με την υλική της μορφή αλλά μάταια, δεν μπορούσε να συνδεθεί ακόμη.

Η καρδιά μόλις είχε κάνει την πρώτη της επιλογή οδηγώντας την βάρκα σε ένα λιμάνι που το όνομά του ήταν οικογένεια.
Αυτό το λιμάνι ήταν μοναχικό και είχε μόλις δυο βάρκες που ήταν αραγμένες στους κόλπους του. Η ψυχή μου ένιωθε μια ευχάριστη αύρα να τυλίγει το κορμί της. Υπήρχε κάτι το ανώτερο που σκέπαζε σαν ξεχωριστός ουρανός όλο το λιμάνι, υπήρχε μια σπίθα που δεν έσβηνε ποτέ και αν και όλα αυτά ήταν ακατανόητα για την ψυχή μου, αυτή ηρέμησε και άφησε την ζωή να κάνει την δουλειά της και να της φανερώσει όλα όσα ένιωθε.

Στο βάθος του λιμανιού υπήρχαν δυο άνθρωποι που χαμογελούσανε και τραγουδούσανε για τον καινούργιο επισκέπτη του λιμανιού.
Μόλις η ψυχή μου αντίκρισε τις μορφές των ανθρώπων, αναγνώρισε πως εκεί στεκόταν η μάνα. Η ζωή χωρίς να χάσει από τον μετρημένο χρόνο της μου είπε, εδώ είναι η οικογένειά σου η μάνα σου και ο πατέρας σου, και όλη αυτή η ευχάριστη αύρα που νιώθεις λέγεται αγάπη, ή μάλλον η αγάπη των γονιών σου για τον ερχομό σου. Αυτοί θα σε φροντίσουν μέχρι το σώμα σου να γίνει σαν και το δικό τους. Θα σε κρατήσουν εδώ μέχρι να μπορείς να κουμαντάρεις μόνη σου το σώμα σου και μέχρι η καρδιά σου να χτυπήσει για την επόμενη επιλογή.

Σιγά-σιγά με το πέρασμα του μετρημένου χρόνου η ψυχή μου άρχισε να απολαμβάνει όλους τους καρπούς της αγάπης των γονιών της και αισθανότανε το σώμα της να μεγαλώνει. Άρχισε να τρέχει, να παίζει, να γελάει, να κλαίει, μα το κυριότερο άρχισε να μιλάει μαθαίνοντας τα ονόματα των υλικών μορφών που υπήρχαν γύρω της.
Η ψυχή μου μετά από πέντε μετρημένα χρόνια μέσα στο λιμάνι της οικογενείας άρχισε να πιστεύει πως τίποτα δεν πρόκειται να ταράξει όλα αυτά που ένιωθε μαζί με την ζωή της και πως θα περνούσανε αρκετά μετρημένα χρόνια μέχρι που η καρδιά της θα χτυπούσε για το επόμενο λιμάνι.

Ένα ακόμη γεγονός που την χαροποίησε ήταν ο ερχομός ακόμη μιας βάρκας στο λιμάνι της οικογενείας, ο ερχομός μιας ακόμη ψυχής που ξεκίνησε να παίρνει την μορφή της μέσα στην ίδια μήτρα που πήρε και η δική μου ψυχή την μορφή της. Η ζωή μού ψιθύρισε πως αυτή η καινούργια βάρκα κουβαλάει την αδερφή της ψυχής σου και για αρκετό μετρημένο χρόνο θα ταξιδεύετε παράλληλα στο ποτάμι .

Η ψυχή μου άρχισε να νιώθει περίεργα, σαν να ξεκολλούσε κάτι από το σώμα της. Ένιωθε πως εδώ και πολύ καιρό είχε αρχίσει και αυτή να αγαπάει την οικογένεια της και για πρώτη φορά η ευτυχία σκέπασε όλο της το υλικό και αόρατο είναι της.
Αυτό που δεν ήξερε ήταν η δυστυχία και πόνος που αρχίσανε να στέλνουν τα πρώτα τους σημάδια. Καταλάβαινε πως κάτι τρέχει ανάμεσα στις δυο βάρκες των γονιών της και τα τραγούδια γίνανε έντονες φωνές που τις άκουγε για πρώτη φορά. Η καρδιά άρχισε να έχει έναν αλλόκοτο ρυθμό που δεν τον είχε ξανανιώσει ποτέ η ψυχή μου.
Ο μετρημένος χρόνος είχε τελειώσει και έφτασε στο λιμάνι ένα τέλος και μία αρχή μαζί, χέρι-χέρι εμφανιστήκανε στο λιμάνι και ο ξένος αέρας που κουβαλούσε τον πόνο μαζί του.

Η καρδιά άρχισε να χτυπά και η ψυχή μου τρόμαξε. Δεν ήξερε τι ήταν όλα αυτά που ένιωθε.
Οι γονείς ήρθαν με τις βάρκες τους και είπανε σε μένα και στην αδελφή της ψυχής μου πως χρειάζεται να αλλάξουν λιμάνι γιατί οι καρδιές τους χτύπησαν και κάνανε τις επιλογές τους.

Η ζωή μου έτρεξε μ’ αγκάλιασε και προτού καταλάβω τι γινότανε με έβαλε μέσα στη βάρκα μας. Η καρδιά μου χτυπούσε και δεν ήξερε τι επιλογή να κάνει. Όλα γρεμιστήκανε και η οργή ήρθε και φώλιασε στην καρδιά μου μαζί με τον πόνο και την δυστυχία.
Το ίδιο έκανε και η ζωή της αδερφής ψυχής φέρνοντας την βάρκα της τόσο κοντά στη δική μου που κοντέψανε να χτυπηθούν και να βουλιάξουν.
Μετά την φουρτούνα η αρχή έμοιαζε σαν ένα πουλί που δεν μπορούσα ποτέ να το δω ενώ άκουγα το κελάηδημα του.

Χωρίς να καταλάβω πόσος μετρημένος χρόνος πέρασε μπήκα σε ένα λιμάνι μαζί με την αδερφή της ψυχής μου που ήταν πολύ τρομακτικό και αφιλόξενο. Άκουγα μόνο κλάματα και κραυγές ψυχών που κατοικούσανε εκεί ψηλά στην κορυφή του λιμανιού. Όλοι μα όλοι τους φορούσανε ένα περίεργο μανδύα που τους έπνιγε την χαρά και την αγάπη που νιώθανε πριν φτάσουν σ’ αυτό το λιμάνι. Μας δώσανε και εμάς από έναν μανδύα που φορώντας τον ένιωθα ένα περίεργο βάρος να βαραίνει μόνο την καρδιά μου και όχι το σώμα μου. Ήταν ο μανδύας της μοναξιάς και το φορούσανε όλες οι ψυχές που μπαίνανε στο λιμάνι της εγκατάλειψης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Σχολείο

Η ψυχή μου σώπασε και έπεσε σε βαθιά απογοήτευση και ένα μεγάλο ερωτηματικό την βασάνιζε. Πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι να αφήνουν οτιδήποτε αγαπούν και η καρδιά τους να κτυπάει για άλλο λιμάνι;
Με τίποτα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι χρειαζόταν να αναζητήσει μόνη της τον δικό της προορισμό και να περιμένει ποτέ η καρδιά της θα χτυπήσει για το επόμενο λιμάνι. Με τίποτα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι θα κουβαλάει τον μανδύα της μοναξιάς επάνω της.

Επαναστάτησε για μια στιγμή και θέλησε να γίνει οδηγός του ταξιδιού της η ίδια, αλλά η πλημμύρα της οργής δεν την άφηνε σε ησυχία.
Την ίδια αυτή στιγμή η ζωή την τύλιξε μέσα στην πνοή της και ψιθυρίζοντας της, της είπε αφήσου στην ροη του ποταμού και όλα θα φανερωθούν αργά ή γρήγορα μπροστά μας.

Μη έχοντας τίποτα καλύτερο να κάνει η ψυχή μου άφησε για άλλη μια φορά την ζωή να την αγκαλιάσει περιμένοντας τον χτύπο της καρδιάς.
Η βάρκα γλιστρούσε αργά αλλά σταθερά πάνω στα θολά νερά του ποταμού μέχρι που ένα πρωινό η καρδιά χτυπούσε αναγκαστικά σε ένα λιμάνι όπου έπρεπε να σταματήσει. Δεν ήξερε αν χρειαζότανε πραγματικά αυτή η στάση όμως η μπερδεμένη αύρα που της έφερνε ο αέρας κίνησε την περιέργεια της ψυχής μου. Ταυτόχρονα ένιωθε η ψυχή μου την οσμή της χαράς και της λύπης, το γέλιο και το κλάμα ακουγότανε με την ίδια ένταση αλλά το πιο παράξενο που είδε από μακριά ήταν δυο σύμβολα που κατοικούσανε στην κορυφή του λιμανιού. Το ένα ήταν ένα σκοτεινό κελί που το λέγανε φυλακή και το άλλο μια σπίθα που συμβόλιζε την ελευθερία.
Η ζωή μού ψιθύρισε πως αυτό το περίεργο λιμανάκι που το όνομά του ήταν σχολειό θα βοηθούσε την καρδιά μου να ξαναχτυπήσει.

Έριξε η ζωή την άγκυρα της βάρκας στην άκρη του λιμανιού και η αρχή της μάθησης έκανε την εμφάνισή της λέγοντας πως θα βοηθούσε την ψυχή μου να φτάσει στην κατανόηση αυτών των δυο συμβόλων.
Η λειτουργιά αυτού του λιμανιού ήταν διαφορετική από εκείνο το λιμάνι της οικογένειας. Υπήρχανε πολλές ψυχές που διψούσανε για γνώση και υπήρχανε και λίγες ψυχές που ήταν υπεύθυνες για να δώσουν την γνώση.
Το πιλοτήριο του σώματός μου άρχισε να μαθαίνει να γράφει να διαβάζει και να γίνεται πιο χρήσιμο για το ταξίδι της ψυχής μου. Οι αριθμοί έγιναν αναγκαστικό βάσανο γιατί όλα μα όλα τα μετρούσανε. Μετρούσανε πόσο μετρημένο χρόνο θα μείνει μια ψυχή στο λιμάνι, μετρούσανε με αριθμούς πόσο ικανό είναι το πιλοτήριο της κάθε ψυχής, και σου δίνανε από έναν αριθμό για οτιδήποτε έχεις κάνει όλη τη μέρα, μέσα στα χαοτικά μετρημένα μονοπάτια του λιμανιού.

Τα μετρημένα χρόνια κυλούσανε και η γνώση μαλάκωσε λίγο την οργή της ψυχής μου. Το πιλοτήριο γινότανε όλο και πιο λειτουργικό και πιο χρήσιμο για το ταξίδι. Αυτό που δεν μπορούσε να κατανοήσει η ψυχή μου ήταν η έλλειψη προσοχής για την ίδια και πως όλη η προσπάθεια για γνώση αφορούσε το πιλοτήριο του σώματός της.
Η μοναδική γνώση που ακουμπούσε την ψυχή μου και την έκανε να νιώθει πως υπάρχει κάτι που την αφορά ήταν κάτι μαθήματα που λέγανε για κάποιον που έπλασε όλο αυτόν τον υλικό κόσμο και το όνομά του ήταν θεός. Από τη μια της φαινότανε παραμυθία και δεν ήθελε να πιστέψει με τίποτα όλα όσα της λέγανε για τον θεό και από την άλλη είχε μια περίεργη ανάγκη να νιώσει την παρουσία του έστω και για μια στιγμή.

Δεν μπορούσε να κατανοήσει πώς ο θεός ήταν τόσο κάλος και είχε την έγνοια για όλες τις ψυχές και ήθελε για όλες το καλό τους. Δεν μπορούσε με τίποτα επίσης να κατανοήσει πώς είχε παράλληλα και πολλούς τρόπους για να τις τιμωρεί. Η ψυχή μου ένιωθε πως την τιμωρεί και ήθελε να τον συναντήσει έστω για μια φορά.
Ήθελε να τον ρωτήσει γιατί οι άνθρωποι αφήνουν κάτι που αγαπούν και χτυπάει η καρδιά τους για άλλα λιμάνια.

Περάσανε πάνω από πέντε μετρημένα χρόνια όπου η γνώση γέμιζε το πιλοτήριο μου, μα η καρδιά μου δεν χτυπούσε για τίποτα.
Ο μανδύας της μοναξιάς κάθε βράδυ με έπνιγε και τα μάτια του σώματός μου ανοίγανε για να κυλίσουν τα δάκρυα που πηγάζανε από την ψυχή μου. Όσο και να υπήρχαν γύρω μου πολλές ψυχές η θλίψη από την απουσία της αγάπης κάθε βράδυ βάραινε όλο μου το είναι και κατά ένα παράξενο τρόπο τα δυο σύμβολα τραβούσανε την προσοχή τής ψυχής μου όλο και πιο έντονα. Ένιωθε την ανάγκη να αγκαλιάσει την φλόγα μα φοβότανε μήπως καεί. Από την άλλη μερικές στιγμές ήθελε να μπει μέσα στην φυλακή και να κλείσει το σώμα της εκεί μέσα και να φύγει μοναχή.

Έτσι περνούσανε τα μετρημένα χρόνια στο λιμάνι του σχολειού όπου η ρουτίνα βασίλευε και δεν άφηνε πολλά περιθώρια για αναζήτηση άλλου λιμανιού. Ο ελεύθερος μετρημένος χρόνος ήταν πολύ μικρός και οι αποδράσεις από το λιμάνι πολύ κοντινές. Οι αποδράσεις ήταν ένα δώρο της ζωής μου προς την ψυχή μου. Γινότανε κάθε μέρα που έπεφτε ο ήλιος και το σκοτάδι που σκέπαζε όλο το λιμάνι μου έδινε την ευκαιρία να είμαι αόρατος. Η βάρκα μου μπορούσε τα κυλήσει πάνω στον ποταμό
και να με πάει σε μέρη όπου υπήρχε η πιθανότητα να ησυχάσει η ψυχή μου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η σύγκρουση

Ο μετρημένος χρόνος κυλούσε αργά-αργά και αισίως είχα φτάσει τα δώδεκα μετρημένα χρόνια από τότε που η ψυχή μου πήρε ανθρώπινη μορφή. Είχε συνηθίσει πλέον η ψυχή μου την ρουτίνα και απλά περίμενε να ακούσει τον χτύπο της καρδιάς για να αλλάξει λιμάνι.
Οι αποδράσεις ήταν ότι πιο ανακουφιστικό είχε μέσα στην ρουτίνα της και σε μια από αυτές η ζωή με πήγε σε ένα λιμάνι ακατοίκητο και αόρατο ταυτόχρονα. Έμοιαζε σαν μια λευκή σελίδα βιβλίου και ήταν τόσο παράξενο στην όψη που στην αρχή η ψυχή μου τρόμαξε. Η ζωή μου για άλλη μια φορά μου ψιθύρισε, αυτό το λιμάνι είναι δικό σου και μπορείς να το κανείς όπως θέλεις, να το ονομάσεις όπως θέλεις και να έρχεσαι οπότε θέλεις. Κανένας δεν μπορεί να το δει έκτος από εσένα. Μόνο εσύ μπορείς να το φανερώσεις σε οποίον πραγματικά θελήσεις.

Η ψυχή ένιωσε τον φόβο που την κυριαρχούσε να φουντώνει και η χαρά να κάθεται δίπλα του. Η άνεση που άρχισε να νιώθει της έδωσε την ανακούφιση ότι επιτέλους έχει κάτι δικό της που κανείς δεν μπορεί να το αγγίξει. Επιτέλους είχε ένα μέρος όπου μπορούσε να πάει τα βραδιά και να κλαίει όταν ο μανδύας της μοναξιάς γινότανε αποπνικτικός.

Ο αέρας που φυσούσε έφερνε μια περίεργη αύρα και η καρδιά μου άρχισε να χτυπά. Άφησε το λιμάνι της η ψυχή μου και έστρεψε την προσοχή της στην καρδιά της και στον τρελό ρυθμό που πήρε. Της ήταν γνωστός αυτός ο χτύπος και έμοιαζε πολύ με την πρώτη φορά που χτύπησε η καρδιά μου τότε που ακόμη ήταν βρέφος. Από το βάθος του ορίζοντα έκαναν την εμφάνιση τους δυο βάρκες. Η πορεία τους ήταν προς το λιμάνι της ψυχής μου.
Όσο πιο πολύ κοντεύανε τόσο πιο πολύ η καρδιά μου χτυπούσε. Η ζωή κατάλαβε τι γινότανε, μ’ αγκάλιασε σφιχτά και μου ψιθύρισε, πλέον δεν θα κατοικούμε σε ένα μόνο λιμάνι αλλά σε δυο ταυτόχρονα. Είχε νιώσει η ζωή μου πως κάτι θα άλλαζε αλλά δεν ήξερε τι.
Οι βάρκες κοντέψανε και πλέον ήταν ορατές. Ήταν οι βάρκες των γονιών.

Η ψυχή μου ένιωθε την οργή μαζί με την χαρά να της τυλίγουν το κορμί. Ήταν επιφυλακτική γιατί δεν ήθελε να ξαναπληγώσει την καρδιά της αλλά η απουσία της αγάπης τής έδινε μια παράξενη ώθηση προς το λιμάνι της οικογένειας. Περίμενε διστακτική και σιωπηλή μέχρι που τολμήσαμε και οι τέσσερις βάρκες να ξαναμπούμε στο λιμάνι της οικογένειας. Κανένας δεν μιλούσε και κανένας δεν έκανε καμία κίνηση. Υπήρχε η αύρα της χαράς η αύρα της οργής και οι πληγές της καρδιάς ήταν ακόμη ζωντανές και ανοιχτές. Μια καινούργια ρουτίνα εμφανίστηκε αλλά ο μανδύας της μοναξιάς εξακολουθούσε να με πνίγει τα βράδια.

Η αγάπη έκανε την εμφάνισή της αλλά ήταν διαφορετική, είχε πλέον και αναμνήσεις μέσα της που την παραμορφώνανε και της δίνανε πολλές μορφές μέσα στην ρουτίνα των λιμανιών.
Όσο κυλούσε ο μετρημένος χρόνος τόσο πιο άνετα αρχίσαμε να νιώθουμε μεταξύ μας αλλά κανένας δεν μιλούσε για τον χτύπο της καρδιάς που τους πήρε μακριά και η εμπιστοσύνη έμοιαζε σαν μωρό που μόλις πήρε υλική μορφή. Η βάρκα της ψυχής μου συνήθισε να αράζει μια στο λιμάνι του σχολείου όπου η γνώση την είχε κουράσει και της ήταν αδιάφορη πλέον και μια στο λιμάνι της οικογένειας όπου η αγάπη ήταν αλλόκοτη. Το μοναδικό μέρος που ησύχαζε ήταν στο δικό της λιμάνι όπου εδώ και αρκετό μετρημένο χρόνο έψαχνε ένα όνομα να του δώσει.

Ένα απόγευμα καθώς γυρνούσε η ψυχή μου από το λιμάνι ένιωσε μια έντονη αύρα μάχης να διαπερνά μέσα της και είδε το κακό να έρχεται με πολύ μεγάλη ορμή προς το λιμάνι της οικογένειας. Οι αναμνήσεις ήταν ακόμη νωπές και ο φόβος το να ξαναπεράσει από το λιμάνι της εγκατάλειψης της έδωσε την αυτοπεποίθηση να αντιδράσει σε όποιο κακό και αν αντάμωνε με το που έμπαινε στο λιμάνι της οικογένειας.

Δυστυχώς το κακό είχε κυριέψει τους γονείς και οι βάρκες τους χτυπούσανε η μια την άλλη και οι φωνές τους τρυπούσανε την καρδιά μου. Η ψυχή μου έλπιζε να είναι κάτι πρόσκαιρο κάτι σαν μια μάχη αγάπης αλλά η αύρα που ένιωθε ήταν τελείως αντίθετη από την ελπίδα της.
Επιτέλους ζητούσε μια εξήγηση που θα την ανακούφιζε και θα της φανέρωνε τις προσδοκίες που θα μπορούσε να έχει από το λιμάνι της οικογένειας. Έμαθε τελικά πως οι γονείς ξεκινήσανε μια μάχη για τους θεούς τους. Ήταν μεγάλη η έκπληξη που ένιωσε η ψυχή μου πως μάλωναν για το όνομα του θεού. Ο ένας τον ονομάτιζε με ένα δικό του όνομα και ο άλλος με το δικό του. Δεν μπόρεσε η ψυχή μου να κατανοήσει αυτά που συμβαίνανε. Ήξερε για κείνο το παραμυθάκι για τον θεό και ήξερε πως ένας είναι αν όντως είναι αλήθεια όλα όσα της μάθανε στο λιμάνι του σχολείου. Δεν μπορούσε να κατανοήσει αυτή τη μάχη και αν και ήξερε πως δεν ήταν δική της ένιωθε την ανάγκη του δικού της ανωνύμου λιμανιού να μεγαλώνει και να θέλει να πάει να ρίξει την άγκυρα της βάρκας της εκεί και να εξαφανιστεί. Ένιωθε πως τα λιμάνια που υπήρχαν στην ρουτίνα της την βασανίζανε και της στερούσανε την αγάπη.

Η ζωή την αγκάλιασε για άλλη μια φορά και της έδωσε ένα όπλο για να μπορεί η ψυχή μου να αντέξει λίγα ακόμη μετρημένα χρόνια σε αυτά τα δυο λιμάνια. Της έδωσε μια δύναμη που θα κατοικούσε μέσα της και το όνομά της ήταν υπομονή. Χρειαζότανε λίγο ακόμη μετρημένο χρόνο μέχρι να μπορέσει να αποκτήσει την έννοια των δυο συμβόλων που κατοικούσαν στην κορυφή του λιμανιού του σχολείου. Χρειαζότανε λίγα μετρημένα χρόνια μέχρι που το σώμα της ψυχής μου θα μπορούσε να οδηγηθεί τελείως αυτόνομα.

Η ψυχή μου ήταν πλέον τελείως σίγουρη πως ο προορισμός της ήταν η αγάπη, εκείνη η αγάπη που ένιωσε στα πρώτα μετρημένα χρόνια της υλικής της μορφής. Ήταν τελείως σίγουρη πως η αγάπη είναι το μεγαλύτερο ιδανικό αυτού του ταξιδιού και χρειάζεται πολύ κόπο μέχρι να την συναντήσεις. Άρχισε να καταλαβαίνει το νόημα του ταξιδιού της και πως χρειάζεται θυσίες και αυταπάρνηση του εγωισμού που καταβάλει τους ανθρώπους. Άρχισε να κατανοεί τα σύμβολα τόσο της φυλακής όσο και της σπίθας.

Πρώτη φορά άγγιξε την σπίθα και δεν κάηκε. Πρώτη φορά μπήκε στο κελί της και δεν φοβήθηκε. Απλά τα έκανε δικά της.
Η ζωή μου έβαλε την σπίθα δίπλα στην ψυχή μου και την φυλακή την έκρυψε μέσα στο πιλοτήριο μου. Πλέον όλα είχαν νόημα και όλα ήταν δεμένα μεταξύ τους σαν ένα κόμπο που περίμενε κάποιο μαγικό χέρι να τον ξετυλίξει και να του δώσει την ελευθερία του.
Η ψυχή μου κατάλαβε πως η ίδια η αγάπη σού δίνει την απόλυτη ελευθερία και πληρότητα αλλά και η ίδια η αγάπη μπορεί να σε φυλακίσει μέσα στο κελί σου και να γίνεις μια ύπαρξη μισοτελειωμένη μια ύπαρξη αιώνια υπόδουλη στην ιδέα της αγάπης μια ψυχή γεμάτη από μίσος και εγωισμό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Η φυγή

Με προορισμό την αγάπη η ψυχή μου ένιωθε την λαχτάρα να φουντώνει μέσα της και η ανάγκη για την συνέχιση του ταξιδιού ήταν πλέον ορατή.
Η ζωή μου μάζεψε όσα πιο πολλά εφόδια μπορούσε και τα έβαλε μέσα στη βάρκα μας. Όλα ήταν έτοιμα για να μπούμε στον ποταμό και να ταξιδέψουμε μα η καρδιά έμενε σιωπηλή. Ο φόβος μην τυχόν και ξαναπληγωθεί την έκανε να κρυφτεί κάτω από τον μανδύα της μοναξιάς ο οποίος πλέον της ήταν οικείος. Ήξερε πως κάτω από τον μανδύα δεν μπορούσε κανένας να μπει και ούτε μπορούσε κανένας να της τον πάρει.

Τα μετρημένα χρόνια περνούσανε και η ρουτίνα άρχισε να γίνεται βαρετή και υποχρεωτική κατά μία έννοια. Η ψυχή μου προσπαθούσε να επικοινωνήσει με την καρδιά μου και να της δώσει λίγο θάρρος για να χτυπήσει αλλά μάταια δεν την άκουγε με τίποτα. Έτσι έκανε υπομονή πηγαίνοντας το πρωί στο λιμάνι του σχολείου και το βράδυ κατέληγε στο λιμάνι της οικογένειας.

Στο λιμάνι του σχολείου δεν την άγγιζε τίποτα. Όλα της φαινότανε ψεύτικα και άρχισε να νιώθει πως η γνώση είναι μέσα στο ποτάμι ή σε λιμάνια που ακόμη δεν είχε γνωρίσει. Έβλεπε τις ψυχές που μοιράζανε την γνώση να υποκρίνονται και να κρύβουν οποιαδήποτε αλήθεια προσπαθούσε να έρθει στην επιφάνεια. Έβλεπε αυτές τις ίδιες ψυχές να προσπαθούν να διαμορφώσουν όλες τις ψυχές σύμφωνα με κάποια πρότυπα τα λέγανε για να μπορούν να γίνουν κάλοι άνθρωποι. Η ψυχή μου πάντα αναρωτιότανε ποιο να είναι άραγε το καλό και ποιο είναι το κακό. Τα ένιωθε όλα ανάποδα και δεν διαμορφωνότανε με τίποτα και δεν μπορούσε καμία άλλη ψυχή να την πείσει πως όλη αυτή η γνώση είναι ο μονόδρομος για την αγάπη.

ΑΓΑΠΗ; Τρόμαζε κάθε φορά που ένιωθε την απουσία της. Εξοργιζότανε με την καρδιά της που δεν χτυπούσε για τον μεγάλο προορισμό. Θύμωνε με τον μετρημένο χρόνο που τον έβλεπε να κυλά σιγά-σιγά σαν να ήθελε να σταματήσει και να θέλει να τιμωρεί την ψυχή. Κάπου κάπου σκεφτότανε η ψυχή μήπως τελικά αυτός που τα δημιούργησε όλα αυτά υπάρχει και απλά έχει μερικές ψυχές που τις τιμωρεί αιώνια; Μήπως τελικά έκανε λάθος η ψυχή και πήρε υλική μορφή; Ποτέ της δεν μπορούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις που έκανε η ίδια στον εαυτό της και το πιο τραγικό ήταν ότι δεν έβρισκε καμία γνώση και κανένα σημάδι που θα μπορούσε να της εξηγήσει γιατί η αγάπη είναι τόσο δύσκολη και γιατί τόσο δύσκολα οι άνθρωποι αγαπιούνται μεταξύ τους. Της φαινότανε τόσο απλό μα και τόσο περίπλοκο μαζί που στο τέλος χανότανε μέσα σ’ ένα χαοτικό τούνελ που την έβγαζε σχεδόν πάντα στην ματαιοδοξία και στην απελπισία.

Κάθε μέρα προτού πάει στο λιμάνι της οικογένειας έκανε κάποιες διαδρομές που της δίνανε την αίσθηση της αναζήτησης και μύριζε κάτι από ταξίδι προς την αγάπη. Αν και ήταν κοντινές πάντα ησύχαζε που έμενε έστω και για λίγες μετρημένες ώρες μόνη με την ζωή της.
Σε μια από τις κοντινές της διαδρομές άκουσε κάτι περίεργες σκληρές μελωδίες να ηχούν στα αυτιά του σώματός της και νιώθοντας μια ισχυρή έλξη έτρεξε προς το λιμανάκι που ακουγότανε. Ήταν το λιμάνι της μουσικής που ακούγανε πάρα πολύ λίγες ψυχές.

Ήταν η απαγορευμένη μουσική που έπαιζε μόνο για κάτι πληγωμένες ψυχές για κάτι ψυχές που δεν αντέχανε όλη την ρουτίνα και δεν συμβιβαζότανε με τα πρότυπα των ανθρώπων. Ήταν η μουσική που σου έδινε την αίσθηση της επανάστασης προς τα ψεύτικα πρότυπα. Ήταν η μουσική που μαζί της μπορούσε μια ψυχή να θυμώσει μπορούσε να κλάψει μπορούσε να πάρει δύναμη για να κάνει υπομονή και να μείνει ζωντανή. Επιτέλους η ψυχή μου βρήκε κάτι που ήταν αληθινό και πλημμύρησε από χαρά. Θέλησε να το κρατήσει μυστικό αυτό το λιμάνι και να το επισκέπτεται όσο πιο συχνά μπορούσε. Δεν ήθελε να το πει σε κανέναν γιατί φοβότανε μήπως το καταστρέψουν. Ένιωθε πως αυτό το λιμάνι θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στο ταξίδι της.

Επιστρέφοντας στο λιμάνι της οικογένειας το ίδιο απόγευμα είδε την μεγαλύτερη μάχη να εξελίσσετε χωρίς να ξέρει τι θα μπορούσε να συμβεί όταν θα τελείωνε. Είδε τις βάρκες των γονιών της να κτυπάει η μια την άλλη με όλη τους την δύναμη και το μίσος να βασιλεύει στον ορίζοντα.
Είδε να κυλάει αίμα από τα σώματά τους και οι βάρκες τους να είναι έτοιμες να βουλιάξουν. Η ψυχή μου προσπάθησε να επέμβει για πρώτη φορά και ίσως τελευταία σπρώχνοντας την βάρκα της ανάμεσα στων γονιών τις βάρκες προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να σταματήσει την μάχη. Μάταια όμως, δέχτηκε επίθεση από την βάρκα του πατέρα της και ο πόνος που ένιωσε ήταν αβάσταχτος. Δεν ήταν το αίμα που κύλησε ούτε η υλική ζημία που έπαθε η βάρκα αλλά ήταν η πιο βαθιά πληγή που άνοιξε μέσα στην καρδιά της. Η απόγνωση ήταν μεγάλη και η οργή προς όλον τον υλικό κόσμο αγκάλιασε όλη την υλική της ύπαρξη.

Ήθελε να φύγει μια για πάντα από το λιμάνι της οικογένειας μα ο μετρημένος χρόνος την κρατούσε φυλακισμένη μέσα στα δυο λιμάνια της ρουτίνας της. Θέλησε η ψυχή να αφήσει τον υλικό κόσμο και να επιστρέψει εκεί που όλα ήταν γνωστά για αυτήν και δεν μπορούσε κανένα υλικό από αυτόν τον κόσμο να την αγγίξει.
Εξοργίστηκε με τους θεούς αυτού του κόσμου θεωρώντας τους πλέον ανύπαρκτους. Πίστεψε πως δεν υπάρχει τίποτα από όλα όσα λέγανε οι άνθρωποι και πως όλα είναι στην φαντασία των ανθρώπων. Απλά ήταν ένα μέσο για να φοβίζουν τις ψυχές που δεν μπορούσανε να διαμορφώσουν. Τις ψυχές που απλά θέλανε να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Τις ψυχές που αρνιόντουσαν να υπηρετήσουν τον υλικό κόσμο και απλά θέλανε τα ταξιδέψουν μέσα στο ποτάμι.

Η πρώτη σκέψη της ψυχής που ήθελε να σκοτώσει το σώμα της και να ελευθερωθεί από όλο αυτόν τον πόνο που βίωνε ξαφνικά χάθηκε. Ξαφνικά η καρδιά χτύπησε και η ψυχή ταράχτηκε από τον φόβο μιας ακόμη άγνωστης μάχης. Νόμιζε πως μόνο μάχες θα δίνει αλλά είχε ξεχάσει τελείως πως η ζωή της τής είχε κάνει ένα δώρο. Είχε ξεχάσει μέσα σε όλο τον πόνο πως υπήρχε ένα δικό της μέρος όπου μπορούσε να ησυχάσει για λίγο μετρημένο χρόνο.
Ήταν το ανώνυμο λιμάνι της ψυχής όπου όλα ήταν σαν ένα άδειο βιβλίο.
Αγκάλιασε η ζωή όλη την υλική μου ύπαρξη και οδήγησε την βάρκα στο ανώνυμο λιμάνι της.
Έριξε την Άγκυρα και αποκοιμήθηκε. Χρειαζότανε ξεκούραση και δύναμη.
Πείσμωσε και υποσχέθηκε στον ίδιο της τον εαυτό πως όσες μάχες και να ζήσει, όσες πληγές και να αποκτήσει η καρδιά όσο η ζωή τής δίνει την πολύτιμη ανάσα αυτή θα ταξιδεύει. Όσος μετρημένος χρόνος και αν χρειαστεί αυτή θα υπομένει και θα ταξιδεύει. Ήταν έτοιμη να θυσιάσει τα πάντα μπροστά στον μεγάλο της προορισμό.
Ήταν απόλυτα έτοιμη να δώσει χρώμα και μορφή στο ανώνυμο λιμάνι της.
Ένιωθε πως το ανώνυμο λιμάνι της θα την οδηγούσε στον μεγάλο προορισμό. Χρειαζότανε ένα όνομα.
Ένα όνομα που δεν θα μπορούσε να το ξεχάσει ποτέ. Ένα όνομα αντάξιο του μεγάλου προορισμού.

ΟΝΕΙΡΟ. Ναι αυτό είναι το όνομα του μυστικού της λιμανιού. Είναι το όνομα που ξεφώνησε η ψυχή και ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκε και αισθάνθηκε την ολότητα της υλικής και άυλης ύπαρξής της.

Αυτό χρειάζεται ένα ΟΝΕΙΡΟ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Το λιμάνι του ονείρου

Πέρασε αρκετός μετρημένος χρόνος όπου η ολότητά μου είχε πέσει σε βαθύ ύπνο. Η ασφάλεια που ένιωθε μέσα στο λιμάνι του ονείρου τής έδωσε τον μετρημένο χρόνο που χρειαζότανε για να ηρεμήσει και να επουλώσει τις πληγές της καρδιάς της. Οι μάχες την κουράσανε και το παράδοξο με όλες τις μάχες που βίωσε ήταν ότι καμιά δεν ήταν δική της.

Ένα πρωινό ο βαθύς ύπνος εγκατέλειψε την ολότητά μου και άφησε να ελευθερωθούν όλες οι εικόνες που κουβαλούσε η ζωή μου και όλες οι επιθυμίες που ένιωθε η ψυχή μου ότι χρειάζεται για να ξεκινήσει την εικόνα του λιμανιού της. Χρειαζότανε όλα όσα είχε ζήσει μέχρι τώρα στα δεκατέσσερα μετρημένα χρόνια της υλικής της ύπαρξης και να ξεκαθαρίσει ποια από όλα αυτά ήθελε να κρατήσει. Της φαινότανε πολύ δύσκολο να χτίσει το λιμάνι του ονείρου της αλλά η λαχτάρα για το ταξίδι της δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Ένιωθε πάρα πολύ έντονα τα σύμβολα από το λιμάνι του σχολείου και καταλάβαινε πως της χρειάζονται και τα δυο.
Ένιωθε την σπίθα στην ψυχή να της δίνει όραμα και δύναμη. Από την άλλη ήθελε να φυλακίσει όλες τις μάχες μέσα στη φυλακή και να πετάξει το κλειδί μέσα στα θολά νερά του ποταμού.

Το πρώτο υλικό που ονειρεύτηκε η ψυχή μέσα στο λιμάνι του ονείρου της ήταν αυτό που λέγανε οι άνθρωποι σπίτι. Ήταν η στέγη που θα φιλοξενούσε όλες τις ψυχές που θα αγαπούσε η ψυχή μου στην διάρκεια του ταξιδιού της. Δεν χρειαζότανε να είναι κάποιο επιβλητικό παλάτι αλλά ούτε και κάποιο καλύβι που θα το έπαιρνε ο πρώτος αέρας.

Δημιούργησε η ψυχή μου μια εικόνα του σπιτιού της και την έβαλε μέσα στο όνειρο της. Η αίσθηση που της άφησε η πρώτη εικόνα την πλημμύρησε με περίεργα χτυποκάρδια και η χαρά έκανε επιτέλους την εμφάνισή της.
Συνέχισε η ψυχή να περιεργάζεται το όνειρό της και να προσθέτει εικόνες όπως το καταπράσινο χορτάρι να αγκαλιάζει το σπίτι κάνοντάς το ένα κομμάτι από γη και όχι κομμάτι χειροποίητο. Πρόσθεσε απέραντους κήπους που τυλίγανε με τα χρώματα τους κάθε γωνιά του ονείρου της. Άφησε πολλές ζωντανές ψυχές ζώων να περιφέρονται μέσα στα ατελείωτα λιβάδια του ονείρου της προσθέτοντας άφθονα κελαηδήματα πουλιών και άγριες κραυγές νεογέννητων θηρίων που δεν αγριεύανε ποτέ. Φύτεψε απείρους σπόρους φυτών οι οποίοι θα φροντίζανε τις ανάγκες του σώματός της. Ελευθέρωσε μέσα στο όνειρό της τις σκληρές μελωδίες που την ανακούφιζαν από όλους τους πόνους και της χαϊδεύανε τις ανοιχτές πληγές προσπαθώντας να τις επουλώσουν.

Χτίζοντας το λιμάνι του ονείρου της η ψυχή μου άρχισε να αντιλαμβάνεται καινούργιες ιδέες και να αισθάνεται ολοένα και μια περίεργη έντονη ανησυχία του κορμιού της. Η ζωή άρχισε να της γελάει και η ψυχή μου σάστισε από την απορία που την τύλιγε. Ο φόβος που υπήρχε πάντα σε κάτι καινούργιο που ένιωθε νομίζοντας πως κάτι κακό θα συμβεί την έβαλε σε ένα λιμάνι καχυποψίας και τεμπελιάς. Σταμάτησε για λίγο στο μετρημένο χρόνο το χτίσιμο του ονείρου της μέχρι να σταματήσει η ζωή της να γελάει και να της πει τι συμβαίνει.

Η ζωή έπαιξε για λίγο μετρημένο χρόνο με την ψυχή μου μέχρι που η ψυχή μου άρχισε να θυμώνει επικίνδυνα. Την πήρε αγκαλιά και της εξήγησε πως όλα αυτά τα περίεργα και ακαταλαβίστικα που νιώθει είναι η έλξη για μια ψυχή όπου έχει γυναίκειο σώμα. Έτσι χρίζονται τα όνειρα και μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Έτσι ανοίγει η πόρτα για την καρδιά και παίρνει η αγάπη το μερίδιό της από τον φόβο. Είναι η μεγαλύτερη ανάγκη που νιώθει ο άνθρωπος σαν ολότητα και σαν σκοπό και σαν τελικό προορισμό. Το όνειρο σου μου είπε χρειάζεται μια γυναίκεια παρουσία για να σε συντροφεύει για όσο μετρημένο χρόνο θα σου δίνω την ανάσα μου. Την μοναδική εικόνα συντρόφων που είχε η ψυχή μου ήταν αυτή των γονιών της και δεν ήθελε με τίποτα να υπάρξει πολεμιστής μέσα σε μια αγάπη. Δεν ηθελε με τίποτα να γίνει η αιτία που θα πληγώσει άλλες καρδιές. Ήθελε απλά το λιμάνι του ονείρου της να γίνει ορατό και πραγματικό μέσα στον υλικό κόσμο καλώντας την ευτυχία σαν επίτιμη βασίλισσα του ονείρου της. Της έφτιαξε ένα θρόνο στην κορυφή του ονείρου της γεμίζοντας η καρδιά της με δέος και μια υπόσχεση ψυχής.

Θα υπερασπιστώ αυτόν τον θρόνο θυσιάζοντας ακόμη και την ίδια μου την ζωή προκειμένου να ζήσω έστω και για μια στιγμή πλήρης, ευτυχισμένος με όλα όσα είναι χτισμένα και τοποθετημένα μέσα στο όνειρο, υποσχέθηκε η ψυχή μου μπροστά στον θρόνο της ευτυχίας . Ο προορισμός είχε πλέον πάρει εικόνα και πνοή. Η ζωή έκανε το θαύμα της και μου φανέρωσε ότι πιο πολύτιμο είχα μέχρι εκείνη την στιγμή πάνω στο μέχρι τώρα καταραμένο υλικό κόσμο.

Η ματαιοδοξία έδωσε την σκυτάλη στην ελπίδα και την πιστή και η τεμπελιά έδωσε το κουράγιο στην ψυχή μου να σηκωθεί παίρνοντας όλα της τα εφόδια και να συνεχίσει το ταξίδι για τον μεγάλο προορισμό.
Ο αέρας ξεδιάλυνε τον ορίζοντα φανερώνοντας ένα ατέλειωτο ποτάμι που προκαλούσε πανικό όταν οι τρικυμίες θεριεύανε και απίστευτη γαλήνη όταν άνοιγε την αγκαλιά του για να υποδεχτεί την βάρκα μου στα σπλάχνα του. Η βάρκα μου ήταν γεμάτη από εφόδια και το μόνο που περίμενε η ψυχή μου ήταν ο χτύπος της καρδιά που θα την οδηγούσε στο επόμενο άγνωστο λιμάνι.

Η υπομονή τής έδινε την άνεση να μπαίνει και να βγαίνει στα λιμάνια της οικογένειας και στο λιμάνι του σχολείου.
Μετά από δεκαπέντε μετρημένα χρόνια πήρε η ψυχή μου την απόφαση να μην ξαναπατήσει ποτέ πια στο λιμάνι του σχολείου κερδίζοντας έτσι πιο πολύ μετρημένο χρόνο μέσα στην ρουτίνα της, χρόνο που θα την βοηθούσε να αναζητήσει πιο άνετα τον επόμενο χτύπο της καρδιά της.
Απλά περίμενε σιωπηλή με την αγωνιά στο πλάι της για το επόμενο λιμάνι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Το λιμάνι της ψευδαίσθησης

Άλλος ένας μετρημένος χρόνος πέρασε φτάνοντας στα δεκαέξι χρόνια παρουσίας πάνω στον υλικό κόσμο. Η αναζήτηση για καινούργιο λιμάνι συνεχιζότανε σε καθημερινή βάση αλλά η καρδιά δεν χτυπούσε.
Περνούσα αρκετό μετρημένο χρόνο μέσα στο λιμάνι του ονείρου μου κάνοντας ατελείωτες συζητήσεις με την ζωή μου. Πάντα είχε κάτι να μου μάθει παραπάνω πάντα είχε και μια απάντηση για όλα όσα την ρωτούσε η ψυχή μου.

Μια καλοκαιριάτικη μέρα ξεχάστηκε μέσα στο λιμάνι του ονείρου της και βγαίνοντας με την βάρκα για να πάρει το ρέμα που θα την πήγαινε στο λιμάνι της οικογένειας συνάντησε την νύχτα. Την τρόμαξε το απόλυτο σκοτάδι και ο φόβος που μας ακλουθούσε ότι κάτι κακό θα συμβεί ξύπνησε. Η ζωή προτού πανικοβληθώ έσπρωξε την βάρκα μου με δύναμη έτσι ώστε να μπορεί να κυλήσει πάνω στα θολά νερά του ποταμού. Τίποτα δεν θύμιζε την καθημερινή μου ρουτίνα και η ψυχή μου ένιωθε μια αλλαγή του αέρα, μια αλλαγή στην ρότα της βάρκας μου και έναν χτύπο της καρδιάς να τραντάζει όλη την βάρκα. Μέσα στο σκοτάδι άρχισα να ακούω διαφόρους ήχους που όσο με τραβούσε ο αέρας άλλο τόσο τους άκουγα πιο καθαρά. Άκουγα δυνατές κραυγές λύπης και το ίδιο δυνατές φωνές χαράς. Άκουγα ψυχές να φωνάζουν από απελπισία και να καταριούνται όλο τον υλικό κόσμο και ταυτόχρονα άκουγα τραγούδια που πηγάζανε από γλέντι. Όσο πιο πολύ κόντευα άκουγα τις σκληρές μελωδίες να αγγίζουν την ψυχή μου. Η ψυχή μου στράφηκε στην ζωή μου και την ρώτησε, τι είναι όλη αυτή η τραγωδία και η χαρά που νιώθω; Πώς είναι δυνατόν να ακούγονται το ίδιο δυνατά και η ευτυχία και η δυστυχία;

Η περιέργεια της ψυχής μου ξύπνησε και άφησε την ζωή μου να την οδηγήσει εκεί όπου η καρδιά μου χτυπούσε. Κάπου στο απέραντο σκοτάδι άρχισε να ξεπροβάλει λίγο το φως. Δεν ήταν της μέρας το φως ήταν το φως από ένα λιμάνι που είχα δει τόσες φορές μα νόμιζα πως κάποιος το έχει καταραστεί και δεν άνοιγε ποτέ και σε κανέναν. Νόμιζε η ψυχή μου πως δεν κατοικείται από καμιά ψυχή. Έκανε λάθος. Απλά άνοιγε όταν όλα τα αλλά λιμάνια πέφτανε σε βαθύ ύπνο. Ήταν ανοιχτό μόνο για κάτι ψυχές που δεν θέλανε να ταξιδεύουν την ημέρα, για κάτι ψυχές που ο κόσμος τις είχε απορρίψει, για κάτι ψυχές που δεν μπορούσανε να απαλλαγούνε από τον μανδύα της μοναξιάς, για κάτι ψυχές που κουβαλούσανε βαριά πληγωμένες καρδιές. Ήταν απλά ένα λιμάνι που μπορούσε να δεχτεί και την δικιά μου ψυχή.

Χωρίς να σκεφτώ τον φόβο που μ’ ακολουθούσε μπήκα μέσα στο λιμάνι και ας μην ήξερα ούτε καν το όνομά του και ας μην ήξερα τι θα συναντήσω μέσα και τι είδους μορφές θα γνωρίσω και ας μην ήξερα πόσο μετρημένο χρόνο θα περάσω εκεί μέσα και ας μην ήξερα αν θα μου έβγαινε τελικά σε κακό. Η έλξη ήταν τόσο ισχυρή που δεν μου έδινε και πολλά περιθώρια αντίδρασης. Το πιο παράξενο από όλα ήταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το πιλοτήριο του σώματός μου. Κάτι εκεί μέσα είχε ξυπνήσει μα τόσο η καρδιά μου όσο και η ψυχή μου αδιαφορήσανε τελείως. Είχε εδώ και πολύ καιρό που υπήρχε η αίσθηση ότι το πιλοτήριο δεν μπορεί να επηρεάσει το ταξίδι πόσο μάλιστα να πάρει πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ψυχή μου και η καρδιά μου δεν του δίνανε καμία σημασία απλά προσέχανε να είναι κλειδωμένη πάντα η πόρτα της φυλακής που κρατούσε μέσα όλες τις άσχημες αναμνήσεις από τα πρώτα μετρημένα χρόνια της υλικής μου ύπαρξης.

Με το που μπήκε η βάρκα μου στο λιμάνι με το άγνωστο όνομα πολλές ήταν οι ψυχές που ζυγώσανε και με καλωσορίσανε. Κανένας δεν μου έλεγε το όνομα του λιμανιού και αυτό το γεγονός αύξησε τον φόβο μου αλλά δεν μ’ ένοιαζε πλέον ήταν σαν να ζούσα πολλά μετρημένα χρόνια μέσα στο λιμάνι, ήταν σαν να γνώριζα όλες τις ψυχές που ζούσανε κάτω από τα φώτα του λιμανιού. Ένιωσα την αίσθηση ότι κάπου μέσα στο λιμάνι υπήρχε μια αύρα αγάπης ένας άνεμος στοργής από ψυχή σε ψυχή.
Υπήρχε άφθονο γέλιο μα το ίδιο άφθονο ήταν και το κλάμα που έτρεχε από τα μάτια διαφόρων ψυχών. Την μία έβλεπα μια ψυχή να γελάει δίνοντας την αίσθηση της ευτυχίας και την άλλη στιγμή αυτή η ίδια ψυχή άνοιγε τους καταρράκτες των ματιών της και άφηνε τόσο πολύ δάκρυ να κυλήσει που νόμιζες πως ήταν η πιο δυστυχισμένη ψυχή όλου του υλικού κόσμου.

Στο βάθος του λιμανιού υπήρχαν κάτι φώτα που ήταν πιο έντονα και χορεύανε μαζί με κάτι ψυχές που κρατούσανε κάτι παράξενα όργανα.

Ήταν το μέρος που ένιωσε να με τραβάει στην όλο μυστήρια αγκαλιά του. Έβγαιναν από κείνο το μέρος όλες οι σκληρές μελωδίες που κάνανε την ψυχή μου να ηρεμεί και ήταν αυτές οι ίδιες μελωδίες που είχε ελευθερώσει η ψυχή μου μέσα στο λιμάνι του ονείρου της. Πήγα προς το μέρος όπου πήγαζε η μουσική χωρίς να ξέρω τι να ζητήσω και τι να απαντήσω σε οτιδήποτε με ρωτούσανε. Ζύγωσε δειλά-δειλά η ψυχή μου με την περιέργεια φουντωμένη και κάθισε σε μια γωνιά απλά παρατηρώντας όλες τις ψυχές που παίζανε αυτά τα παράξενα όργανα και τραγουδούσανε με κάτι στίχους που νόμιζα ότι γραφτήκανε για την δικιά μου ψυχή. Κανένας δεν με ενόχλησε και κανένας δεν με ρώτησε οτιδήποτε. Ξέρανε. Ναι ξέρανε ότι είμαι μια ψυχή με τα ίδια χαρακτηριστικά με παρόμοιες πληγές με την λαχτάρα για ταξίδι και την ίδια οργή για όλο τον υλικό κόσμο, μια ψυχή σαν και την δικιά τους. Η εξωτερική τους εμφάνιση δεν ήταν σαν αυτήν που συναντούσα την ημέρα. Τα μαλλιά τους ήταν μακριά είτε ήταν γυναίκεια μορφή είτε ήταν ανδρική μορφή. Χωρίς να με ρωτήσουν τίποτα μου χαρίσανε ένα από αυτά τα παράξενα όργανα και μου μάθανε τις πρώτες σκληρές μελωδίες. Το πρώτο όνομα που έμαθα μέσα στο λιμάνι ήταν αυτό του παράξενου οργάνου. Κιθάρα. Αυτό ήταν το όνομά του. Άρχισα να χαϊδεύω τις μεταλλικές της χορδές νιώθοντας την γαλήνη να μου χτυπά την πόρτα της ψυχής μου. Το πρώτο κιόλας βράδυ πήρα την κιθάρα μου και την έβαλα μέσα στο λιμάνι του ονείρου μου. Την ήθελα συντρόφισσα για όλο το υπόλοιπο ταξίδι νιώθοντας ότι θα παίξει κάποτε κάποιο ρόλο μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο.

Πλέον κάθε βράδυ πήγαινε η ψυχή μου στο λιμάνι με το μυστικό όνομα και γνώριζε διάφορες ψυχές, συζητούσε για τα ταξίδια και ρωτούσε αν είχαν και οι άλλες ψυχές από ένα λιμάνι δικό τους. Πολλές ήταν οι ψυχές που δεν πιστεύανε πια ότι τα λιμάνια των ονείρων τους θα μπορούσανε να φανερωθούν σ’ αυτόν τον υλικό κόσμο. Αρκετές ήταν οι ψυχές που πιστεύανε ακόμη στα θαύματα αλλά κολλήσανε μέσα σ’ αυτό το λιμάνι και δεν θέλανε να βγούνε έξω για κανέναν λόγο. Όλες νιώθανε μια περίεργη ασφάλεια κάτω από τα φώτα του λιμανιού. Πολλές ψυχές μένανε μέχρι που τελικά πέθαινε η υλική τους μορφή και τους ρίχνανε στα θολά νερά του ποταμού για να κρατήσει το σώμα τους στα σπλάχνα του μέχρι να τους δοθεί μια ακόμη ευκαιρία για να ολοκληρώσουν το ταξίδι τους.

Εδώ μέσα γνώρισε η ψυχή μου την έλξη για μια γυναίκεια μορφή να γίνεται πραγματικότητα. Ένιωσε αυτό που έλεγε η ζωή μου τον ερώτα και ξεχάστηκε για πολύ μετρημένο χρόνο μέσα στα πλοκάμια του. Πίστευε η ψυχή μου πως κάθε φορά που γευότανε τον ερώτα με μια γυναίκεια ψυχή θα έβρισκε την συντρόφισσα του ονείρου της. Έτσι κάθε φορά την πήγαινε στο λιμάνι του ονείρου της με την προσδοκία να μπορεί να το δει. Αν το έβλεπε θα σήμαινε πως είχε βρει αυτήν που την αποκαλούσανε χαϊδευτικά την μούσα της. Έκανε πάρα πολλές προσπάθειες με διαφορετικές γυναικείες μορφές αλλά μάταια καμία δεν μπορούσε να δει το τόσο πανέμορφο λιμάνι του ονείρου της.

Η απογοήτευση άρχισε να κάνει τα πρώτα της τραγούδια και τα πρώτα κλάματα δεν αργήσανε να έρθουν.
Το πιλοτήριο του σώματος άρχισε να επεμβαίνει στην ζωή μου λέγοντάς της πως υπήρχε κάτι μέσα στο λιμάνι που έκανε τις ψυχές χαρούμενες και ξεχνούσανε τον πόνο και η ματαιοδοξία άλλαζε μορφή και γινότανε ελπίδα. Η καρδιά μου άρχισε να την πιστεύει και η ψυχή ένιωθε πλέον τον αέρα του κακού να κοντεύει. Το σώμα της άρχισε να λειτούργει κάτω από τις διαταγές του πιλοτήριου της και συμμάχησε με την καρδιά λέγοντάς της ψέματα. Η ανάγκη της καρδιάς για ανακούφιση την οδήγησε σε μια λύση που θα την βασάνιζε ακόμη πιο πολύ.

Η ψυχή μου όσο και να φώναζε δεν ακουγότανε πια. Έκανε πίσω και προσπάθησε μαζί με την ζωή της να κρατήσουν το σώμα ζωντανό με κάθε δυνατό τρόπο. Καθίσανε μαζί και απλά περιμένανε το κακό να οδηγήσει την βάρκα μας.

Η λύση ήταν κάτι υγρά που ρίχνανε μέσα στο σώμα τα όποια ήταν τόσο ισχυρά που σου δίνανε την αίσθηση της ελευθερίας. Το πιλοτήριο και η καρδιά νιώθανε τόσο όμορφα που κάθε βράδυ ρίχνανε αρκετές ποσότητες από το υγρό της αμαρτίας όπως το λέγανε μα ήταν ο ίδιος αυτοπροσώπως ο δαίμονας του θανάτου. Έμοιαζε τόσο όμορφος που πίστευες πως ήταν το απόλυτο βότανο για την λύτρωση των πονεμένων ψυχών. Στην αρχή λίγο έλλειψε να πιστέψει και η ψυχή μου πως εδώ θα ήταν το τελευταίο υλικό μέρος που θα ζούσαμε. Λίγο έλλειψε για να πιστέψει πως όλα είναι μάταια σ’ αυτόν τον υλικό κόσμο και πως τα ταξίδια των πονεμένων ψυχών δεν ολοκληρώνονται ποτέ. Αρχίζουν από το πουθενά και τελειώνουν μέσα στο υγρό της αμαρτίας.

Η ζωή μου με την ψυχή μου πέσανε σε σιωπή χωρίς τέλος πέσανε σε ένα ατελείωτο καθημερινό βασανιστήριο χωρίς να μπορούν πλέον να αντιδράσουν. Το πιλοτήριο είχε πάρει πλέον το τιμόνι της βάρκας και το οδηγούσε στην ολοκληρωτική σύγκρουση στον απόλυτο θάνατο.
Μετά από λίγο μετρημένο χρόνο μέσα στο λιμάνι ήρθε μια παράξενη μορφή μιας αλλόκοτης ψυχής και είπε στο πιλοτήριο πως δεν μπορούν να μένουν μέσα στο λιμάνι της ψευδαίσθησης αν δεν πληρώνουν.

Ναι δεν άκουσε λάθος η ψυχή μου βρισκόμασταν εδώ και πολύ μετρημένο χρόνο μέσα στο λιμάνι της ψευδαίσθησης. Τώρα κατάλαβε η ψυχή μου τι ήταν όλη αυτή η ανακούφιση που ένιωθε η καρδιά της. Προσπάθησε να την αφυπνίσει αλλά μάταιες όλες οι κραυγές βοήθειας που έστελνε στην καρδιά της. Το πιλοτήριο είχε κόψει κάθε δυνατή δίοδο επικοινωνίας.

Το μόνο πλέον που έλπιζε ήταν να μην μπορεί το πιλοτήριο να πληρώσει το αντίτιμο για να μπαίνει μέσα στο λιμάνι της ψευδαίσθησης και να αναγκαστεί ν’ ανοίξει έστω και για μια στιγμή μια ρωγμή που να μπορεί η ψυχή μου να ξυπνήσει την καρδιά της.
Το πιλοτήριο συνέχισε να ρωτάει μέσα στο λιμάνι με ποιον τρόπο μπορεί να πληρώσει για να μένει μέσα στους κόλπους της παράνοιας και της ψεύτικης ανακούφισης.
Ο τρόπος ήταν ένας και μοναδικός τα λεφτά.

Κάτι υπήρχε μέσα στις αναμνήσεις της φυλακής για αυτό το όνομα αλλά δεν ήταν ξεκάθαρο. Για να βγάλεις λεφτά η έπρεπε να δουλέψεις σε μια τίμια δουλειά αλλά στο τέλος δεν φτάνανε. Το λέγανε πολλές ψυχές που προσπαθήσανε με αυτόν τον τρόπο και ο άλλος τρόπος ήταν να γίνεις ο ίδιος σου δαίμονας σαν το ποτό της αμαρτίας.
Η τύχη φάνηκε να παίζει καθοριστικό ρόλο και το πιλοτήριο διάλεξε τον τρόπο με μια τίμια δουλειά.

Η ζωή απλά έκανε αυτό που δεν μπορούσε να κάνει καμία δύναμη. Έδωσε μια ευχή στο πιλοτήριο η όποια για το πιλοτήριο ήταν κατάρα. Της έδωσε την ευχή τής απόλυτης ηθικής. Του έδωσε τις ένοχες να τον βασανίζουν κάθε φορά που θα προσπαθεί να γίνει ο ίδιος ο δαίμονας.
Αυτή ήταν η ελπίδα ότι κάποτε δεν θ’ αντέξει το πιλοτήριο και θα παραδώσει το τιμόνι της βάρκας ξανά στην ζωή μου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Η δύναμη του χρήματος

Δεν πρόλαβε η υλική μου ύπαρξη να κλείσει τα δεκαέξι της μετρημένα χρόνια πάνω στο κόσμο και το πιλοτήριο έκανε την ζωή μου μια μικρή κόλαση. Άνοιξε την φυλακή και έβαλε όλα τα εφόδια με την ψυχή μου μαζί και τα κλείδωσε σαν να τα τιμωρούσε για όλες τις πληγές που είχε η καρδιά. Αποφάσισε πως το μοναδικό λιμάνι που θα μπορούσε να επουλώσει τις πληγές της καρδιάς ήταν αυτό της ψευδαίσθησης.

Έπρεπε να βρει τρόπους για να μπαίνει μέσα στο λιμάνι και να αγοράζει το μαγικό βότανο όπως το έλεγε. Η ψυχή μου έλπιζε μόνο σε ένα θαύμα και τα θαύματα σε κείνο το καταραμένο λιμάνι δεν γινότανε συχνά. Σώπασε και χάθηκε μέσα στην φυλακή περιμένοντας την στιγμή που θα ξαναγεννηθεί. Αυτό που δεν προνόησε το πιλοτήριο ήταν που άφησε ένα μικρό παραθυράκι της φυλακής ανοιχτό. Από εκεί η ψυχή μου μπορούσε να δει το λιμάνι του ονείρου της έστω και από μακριά. Στεκότανε εκεί νεόχτιστο και δυνατό περιμένοντας και αυτό την στιγμή για να ζωντανέψει.

Το πιλοτήριο απέκτησε την κοινή λογική του υλικού κόσμου και έκρυβε όλη την αλήθεια κάτω από ψέματα και θεωρίες του χάους που το μόνο που καταφέρνανε να του δώσουν ήταν άλλη μια δικαιολογία για να μπει στο λιμάνι της ψευδαίσθησης.
Κάτω από την κοινή λογική το πιλοτήριο βρήκε την πιο λογική λύση για να έχει τα χρήματα που θα του δίνανε το καθημερινό εισιτήριο για τον ίδιο τον θάνατο. Πήγε στο λιμάνι της οικογένειας και συμφώνησε με τον πατέρα της ψυχής μου να δουλέψουν μαζί στην ίδια δουλειά. Φαινότανε πολύ λογικό και πολύ αποδεχτό από όλους. Φαινότανε πως θα ήτανε μέλος της οικογένειας και μάλιστα χωρίς καν να αναφερθούν στις πληγές που είχαν όλοι από τις μάχες. Έγινε μια συμφωνία χωρίς να πει κανένας τίποτα, χωρίς να ανταλλάξουνε έστω μια απλή συγγνώμη, έγινε η πιο μεγάλη ανταλλαγή αγάπης. Πούλησε το πιλοτήριο όλη την αγάπη που διεκδικούσε η ψυχή μου με αντάλλαγμα να έχει χρήματα για τον θάνατο.

Απέκτησε την μεγαλύτερη ελευθερία που θα φυλάκιζε την ολότητά μου και θα την οδηγούσε στον θάνατο. Απέκτησε την μεγαλύτερη ψευδαίσθηση ακόμη και από αυτήν του υγρού η όποια ήταν είναι και θα είναι η εξουσία του χρήματος. Η ψεύτικη δύναμη που αποκτά κάποια μορφή νομίζοντας πως όλα μα όλα αγοράζονται και πουλιούνται. Ίσως όλα να αγοράζονται έκτος από ένα και αυτό δεν είναι άλλο από την ίδια την ψυχή. Αυτή δεν μπαίνει σε κανένα παζάρι και δεν έχει τιμή. Καταραμένος είναι δε αυτός που θα προσπαθήσει να την πουλήσει.

Το πιλοτήριο μου ήδη έκανε την προσπάθεια να πουλήσει την ψυχή μου και η κατάρα που εξαργύρωσε δεν μπόρεσε να την δει ούτε να την υποψιαστεί. Απλά την πήρε μαζί με την κοινή λογική και κρύφτηκε μέσα στο λιμάνι της ψευδαίσθησης.
Η κόλαση μεγάλωνε και ο θάνατος παραμόνευε σε κάθε γωνιά του ποταμού σε κάθε ένα επόμενο βότανο σε κάθε ένα επόμενο ποτήρι από το υγρό της αμαρτίας. Οι μάχες στο λιμάνι της οικογένειας πλέον είχαν και ένα καινούργιο πολεμιστή που αυτός πολεμούσε μόνο για να σκοτώσει την ψυχή του. Αυτός ο πολεμιστής είχε την δική μου υλική μορφή. Ήταν ο πολεμιστής που προσπαθούσε με κάθε δυνατό τρόπο να ξεριζώσει από μέσα του την ψυχή του. Το μοναδικό που κατάφερνε ήταν να σκοτώνει και την πιο μικρή οπτασία αγάπης που εμφανιζότανε μπροστά του. Πολεμούσε με τόσο μίσος την αγάπη που τυφλώθηκε τόσο πολύ που δεν έβλεπε ότι πολεμάει τον ίδιο του τον εαυτό, πως αυτοκτονούσε με ένα βασανιστικό επώδυνο και σίγουρο τρόπο. Τα βότανα και τα υγρά της αμαρτίας έχουν πάρει αμέτρητες ψυχές και άλλες τόσες περιμένουν με το εισιτήριο στο χέρι για να είναι οι επόμενες.

Το παράδοξο με το πιλοτήριο ήταν ότι ενώ ήταν πάρα πολύ έξυπνο και είχε τεράστιες δυνατότητες είχε τυφλωθεί από την δύναμη του χρήματος τόσο πολύ που νόμιζε ότι μπορεί να τα βάλει και με τον θάνατο.
Δεν έβλεπε ότι ο θάνατος ήταν παρόν στο κάθε του βήμα και την κάθε του πράξη την όριζε μονάχα αυτός. Ήταν αχόρταγα διψασμένος για κάτι ψυχές σαν και την δικιά μου. Ήταν κάτι σαν του θανάτου η λιχουδιά γιατί ήξερε πως μόνο αυτές οι ψυχές μπορούν να εναντιωθούν μαζί του και να κερδίσουν την αιώνια αγάπη που θα βασιλεύει και μετά που θα πεθάνουν τα κορμιά τους, που θα μπορούν να ζουν αιώνια στον κόσμο όπου ο θάνατος είναι ανεπιθύμητος.
Τα μετρημένα χρόνια περνούσανε και το μόνο διαφορετικό ήταν η ολοένα και πιο μεγάλη κόλαση που δημιουργούσε το πιλοτήριο μου.
Οι μάχες ήταν πλέον σώμα με σώμα με οποιονδήποτε έμπαινε εμπόδιο ανάμεσα στο πιλοτήριο μου και στο λιμάνι της ψευδαίσθησης.

Ήδη είχε αρχίσει η κατάρα να εμφανίζεται προδικάζοντας ένα μοιραίο τέλος. Οι πρώτες ηθικές αρχές έπεσαν μπροστά σε ένα ακόμη εισιτήριο και οι ένοχες άρχισαν να γεμίζουν την καρδιά μου και το πιλοτήριο όλο και πιο πολλές μετρημένες ώρες περνούσε μέσα στο λιμάνι της ψευδαίσθησης και όλο και πιο πολύ τα χρήματα του θολώνανε την όραση. Πλέον το μοναδικό που έβλεπε ήταν ένα εισιτήριο όσο και αν κοστίζει ότι και αν χρειαστεί να πουλήσει. Νόμιζε πως το χρήμα ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος και το μοναδικό μέσο για να επουλωθούν όλες οι πληγές της καρδιάς. Μιας καρδιάς που τελικά έγινε όμηρος της ίδιας της της επιλογής να χτυπήσει σε λάθος λιμάνι και να συμμαχήσει με λάθος μεριά της ύπαρξής της. Παρακαλούσε κάθε μέρα να είχε την δύναμη να γυρίσει τον μετρημένο χρόνο πίσω και να μην χτυπούσε ποτέ μπροστά σ’ αυτήν την κατάρα. Ήταν η σειρά της μετά από την ψυχή μου και την ζωή της να πέσει και αυτή στην ατελείωτη σιωπή και να μπει και αυτή στο ίδιο κελί. Έκλαιγε κάθε φορά που έβλεπε από το ίδιο παραθυράκι της φυλακής το λιμάνι του ονείρου της ψυχής μου και την κόλαση να στέκουν μπροστά της. Δεν ήθελε ποτέ ξανά να χτυπήσει για άλλο λιμάνι. Ήθελε ένα γρήγορο τέλος μα όσο το πιλοτήριό μου έβρισκε χρήματα η κόλαση μεγάλωνε και το τέλος γινότανε πιο βασανιστικό.

Έτσι οι τρεις μεριές της ύπαρξής μου κλειστήκανε στην φυλακή του πιλοτηρίου μου και η υλική μορφή φυλακίστηκε από το ίδιο μου το πιλοτήριο μέσα στο λιμάνι της ψευδαίσθησης.
Το πιλοτήριο άρχισε και αυτό να σιωπά αλλά την κόλαση δεν την άλλαζε με κανέναν χτύπο της καρδιάς με καμιά ελευθέρωση της ψυχής. Οδηγούσε μόνο του τυφλωμένο και αλαζονικά καλυμμένο με την δύναμη του χρήματος όλη μου την ύπαρξη σε βέβαιο θάνατο.
Το μόνο που έλπιζε η ψυχή μου πλέον ήταν ή σε έναν χτύπο της καρδιάς ή σε ένα γρήγορο τέλος……

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Η απομόνωση

Το ταξίδι της ψυχής μου φαινότανε να παίρνει ένα άδοξο τέλος σε πολύ νεαρή μετρημένη ηλικία. Είχαν περάσει εικοσιπέντε μετρημένα χρόνια πάνω στον υλικό κόσμο και το μόνο που κατάφερε ήταν να φυλακιστεί ολόκληρη η μορφή μου σε μια βασανιστική κόλαση. Το μοναδικό σημάδι που ίσως να ήταν ελπιδοφόρο αλλά τραγικά απίστευτο ήταν η σπίθα που έβαλε η ζωή μου δίπλα στην ψυχή μου.

Η ψυχή είχε κατανοήσει πλέον όλη την σημασία της φυλακής και χαμογέλασε μετά από πολλά μετρημένα χρόνια μόλις αντιλήφθητε πως η σπίθα δεν πέθανε. Ήταν ένα σημάδι ελπιδοφόρο αλλά πόσες άραγε ψυχές δεν προλάβανε να ζεσταθούν από την σπίθα της ψυχή τους; Πόσες άραγε ψυχές πετάξανε χωρίς να κατανοήσουν την έννοια της σπίθας; Πραγματικά δεν ήξερε ούτε η ίδια η ζωή μου να μου δώσει μια απάντηση. Περιμένανε όλοι υπομονετικά μήπως και ξαναχτυπήσει η καρδιά.
Η καρδιά από την άλλη χάζευε κάθε βράδυ την κόλασή της και δεν είχε καμία διάθεση να ξαναχτυπήσει. Ένιωθε αβάσταχτα ένοχη για όλη την κόλαση που απλωνότανε μπροστά από το παραθυράκι της φυλακής.

Ένας αέρας μουντός και βρώμικος έκανε την εμφάνισή του προμηνύοντας κάποια αλλαγή ίσως κάποιο χτύπο της καρδιάς, ίσως κάποιο κακό.
Στο βάθος του ορίζοντα έκανε την εμφάνισή του ένα κατάμαυρο λιμάνι που αναζητούσε φυλακισμένες ψυχές. Αναζητούσε ψυχές πονεμένες αναζητούσε ετοιμοθάνατες ψυχές ζητούσε το τελευταίο αίμα που θα τρέξει από το σώμα μιας βασανισμένης ψυχής. Αναζητούσε εκείνες τις ψυχές που δεν βγάλανε ποτέ από πάνω τους τον μανδύα της μοναξιάς. Ήταν ίσως το τελευταίο λιμάνι πριν τον θάνατο. Ίσως το λιμάνι που καμιά ψυχή δεν βγήκε από εκεί με ολόκληρη την υλική της μορφή. Πάντα βγαίνανε σε πολλά κομμάτια και αν κάποια ψυχή κατάφερνε να βγει από το κατάμαυρο λιμάνι ζωντανή μαζί με της ζωής της την πνοή και με την καρδιά της να χτυπά τότε θα είχε πραγματοποιηθεί ένα θαύμα.

Η ψυχή μου μέσα από την φυλακή από την μια ήθελε να πάει σ’ αυτό το τελευταίο λιμάνι από την άλλη φοβότανε το τέλος του ταξιδιού της. Αυτό το κατάμαυρο λιμάνι ήταν το λιμάνι της απομόνωσης. Ήταν η ίδια η απομόνωση που ερχότανε πριν το τέλος μια υλικής μορφής. Ήταν κάτι σαν ένας άγραφος κανόνας για τις ψυχές σαν και την δική μου. Για άλλες ψυχές ήταν η λύτρωση για άλλες ήταν το μέγιστο μαρτύριο, η μεγαλύτερη δολοφονία αγάπης που είχε να προσφέρει αυτός ο υλικός κόσμος σε μια ψυχή σαν και την δικιά μου. Ήταν ο τελειωτικός εξευτελισμός μιας υλικής ύπαρξης σαν και την δικιά μου, ήταν το καλύτερο παράδειγμα για τις νεοφερμένες ψυχές που θέλανε να ταξιδέψουν εκεί που τους έδειχνε το αίσθημά τους εκείνες τις νεοφερμένες ψυχές που δεν θέλανε να μορφοποιηθούν από την ψεύτικη γνώση και τα ψεύτικα πρότυπα.

Η ψυχή μου ένιωσε την λαχτάρα να της χτυπά την πόρτα και παρακάλεσε για πρώτη φορά την καρδιά της να χτυπήσει για το κατάμαυρο λιμάνι της απομόνωσης. Κάτι βαθιά μέσα της της έλεγε πως η σπίθα θα αντέξει και την απομόνωση. Πως η σπίθα θα αλλάξει όλη την κόλαση που υπάρχει μπροστά της, αρκεί η καρδιά να χτυπήσει άλλη μια φορά.

Η καρδιά τελικά χτύπησε και η πόρτα της απομόνωσης άνοιξε με μεγάλη χαρά για την επόμενη ψυχή που θα κατάπινε.
Το πιλοτήριό μου δεν κατάλαβε και πολλά γιατί δεν έδινε και πολύ σημασία στο που θα έμενε και το πόσο μετρημένο χρόνο έχει μπροστά του. Βότανα και υγρά της αμαρτίας να είχε και δεν νοιαζότανε για τίποτα άλλο. Το λιμάνι της απομόνωσης είχε όλα όσα ζητούσε το πιλοτήριό μου είχε και κάτι παραπάνω μάλιστα. Είχε να του δώσει πάρα μα πάρα πολλές λογικές εξηγήσεις ότι έπρεπε να συνεχίσει μέχρι τελικής πτώσης.

Μέσα στο λιμάνι της απομόνωσης βασίλευε μία κα μοναδική βασίλισσα που την φωνάζανε κατάθλιψη. Ήταν η μοναδική αιώνια κάτοικος του λιμανιού και ήταν πολύ δύσκολο να ξεφύγει κάποια ψυχή από τα κατάμαυρα σιδερένια χέρια της. Ήταν η μεγαλύτερη μάχη που θα έδινε η ολότητά μου και ήθελε για σύμμαχο και το πιλοτήριο της. Χρειαζότανε όλα τα όπλα και εφόδια για την τελική μάχη. Ή θα συνέχιζε να αναπνέει ή ο θάνατος θα της έκοβε το ταξίδι και ο μεγάλος προορισμός θα έμενε μαζί με το όνειρό της αιώνια ορφανά.

Περάσανε γύρω στα τρία μετρημένα χρόνια μέσα στο λιμάνι της απομόνωσης και όχι μόνο δεν ήρθε το τέλος αλλά η μάχη κρατούσε και τις δύο πλευρές στο ίδιο επίπεδο. Η ψυχή μου αντιστεκόταν με όλες της τις δυνάμεις και όσο έβλεπε να είναι μια μορφή ένα ολόκληρο σώμα ένιωθε την σπίθα να την βοηθάει. Ένιωθε πως το θαύμα μπορεί να συμβεί. Έβλεπε το πιλοτήριό της να νιώθει τις ενοχές αλλά ακόμη δεν ήταν έτοιμο για την μεγάλη μάχη. Έβλεπε την μάνα της ψυχής της να αιμορραγεί κάθε βράδυ και μαζί με την οικογένειά της να προσπαθεί να τραβήξει την ψυχή μου μέσα από το λιμάνι της απομόνωσης. Μάταια όμως το αποτέλεσμα δεν ερχότανε και η καρδιά έμενε παγωμένη αρνούμενη να πολεμήσει. Περίμενε κάτι που να θυμίζει αγάπη κάτι που θα της έδινε την δύναμη να χτυπήσει.

Η κατάθλιψη έκανε την τελευταία της προσπάθεια να βάλει ένα τέλος στην μάχη πολεμώντας με τον πιο ύπουλο τρόπο. Ζύγωσε το πιλοτήριό μου και του έδωσε κάτι καινούργια βότανα που τα ονόμαζε χρυσή σκόνη γιατί ήταν σε μορφή σκόνης. Το πιλοτήριό μου δυστυχώς μας καταδίκασε για αλλά δυο μετρημένα χρόνια σε μάχη με την κατάθλιψη.
Η ψυχή μου πλέον ένιωθε πως αν δεν ερχότανε ένα σημάδι αγάπης, μια αύρα που να μυρίζει κάτι από το λιμάνι του όνειρό της, η μάχη θα χανότανε και ήταν τόσο κρίμα. Άντεξε από όλες τις δυνάμεις της κατάθλιψης και θα έχανε την μάχη από το ίδιο της το πιλοτήριο.

Χρειαζότανε ίσως ένα τελευταίο όπλο που μόνο μια άλλη ψυχή θα της το έδινε. Θυμήθηκε πώς ένιωθε την εποχή που γνώρισε τον ερώτα. Θυμήθηκε πως μόνο το άρωμα μιας όμορφης γυναίκειας ψυχής θα άλλαζε τα δεδομένα της μάχης και θα έπειθε το πιλοτήριό της να πάρει το μέρος της ψυχής της. Μόνο έτσι θα γκρεμιζότανε η αλαζονεία και ο εγωισμός που κάνανε το πιλοτήριό μου δολοφόνο της ύπαρξής μου. Μόνο μια όμορφη γυναίκεια μορφή θα έφερνε την μυρωδιά τής αγάπης και ας ήταν ψεύτικη και ας μην κρατούσε για πάντα και ας μην μπορούσε και αυτή να δει το όνειρό μου. Έφτανε μόνο να εμφανιστεί μπροστά μας για να νικήσουμε την τελευταία μάχη. Η σπίθα ήθελε να γίνει το θαύμα και ίσως το θαύμα να γινότανε…… Η υπομονή στήριξε την ψυχή μου με όλες της τις δυνάμεις μέχρι το θαύμα να πάρει μορφή………..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Όμορφη γυναίκα

Περάσανε πέντε μετρημένα χρόνια πολεμώντας με την κατάθλιψη μέσα στο λιμάνι της απομόνωσης και η κούραση ήταν εξοντωτική. Οι μάχες αφήσανε πολλά σημάδια σε όλα τα μέρη της υλικής μου ύπαρξης. Πολλές ήταν οι στιγμές που ένιωθε η ύπαρξή μου την ψυχή μου και την καρδιά μου να πέφτουν στην αγκαλιά της ζωής μου και να κλαίνε. Πολλές ήταν οι στιγμές όπου μέσα μου γινότανε ένας εσωτερικός πόλεμος και η φθορά της ύπαρξής μου ολοένα και μεγάλωνε και ο κίνδυνος να χάσω την μάχη από την κατάθλιψη ήταν ορατός.

Αόρατη παρέμενε η παρουσία κάποιας γυναίκειας μορφής και ο αέρας που έφτανε κάθε πρωί ήταν άοσμος δεν έφερνε κανένα νέο άρωμα δεν έδινε κανένα σημάδι για να μπορέσει η καρδιά μου να χτυπήσει. Ένας χτύπος ήταν αρκετός για να νικήσει την κατάθλιψη και να συνεχίσει το ταξίδι η ψυχή μου για τον μεγάλο προορισμό. Το όνειρο της ψυχής μου έστελνε κάποια σήματα ζωντάνιας κάνοντας την ψυχή μου να σπαρταράει από την αγωνία. Ήταν πλέον ορατό πως για να χτυπήσει η καρδιά χρειαζότανε το πιλοτήριο να αφήσει το τιμόνι της βάρκας και να συμμαχήσει με την ψυχή, την καρδιά και να πάρει ξανά το τιμόνι η ίδια μου η ζωή. Κάτι που το πιλοτήριο μου έκανε σε όλη την διάρκεια της μάχης με την κατάθλιψη ήταν η συνεχόμενη παρουσία του στο λιμάνι όπου εργαζότανε με τον πατέρα της ψυχής μου. Ήταν κάτι που το έκανε για τα χρήματα που του δίνανε ένα εισιτήριο για το λιμάνι της ψευδαίσθησης. Δεν ήξερε πως αυτές οι επισκέψεις θα του δίνανε το κουράγιο για μια καινούργια ιδέα.

Η ψυχή μου του έβαλε μια ιδέα και ήξερε πως μπορούσε να αλλάξει το σκεπτικό του. Του έβαλε την ιδέα πως αν σταματούσε να αγόραζε τόσο συχνά τα εισιτήρια για μια ακόμη ψευδαίσθηση και αφιερώνοντας παραπάνω μετρημένο χρόνο στη δουλειά ίσως να μπορούσε να ζυγώσει τη βάρκα μας κάποια γυναίκεια μορφή. Ίσως να μπορούσαμε να κάνουμε ένα δικό μας λιμάνι οικογένειας. Το πιλοτήριο πήρε στα σοβαρά αυτή την ιδέα και η σπίθα ζέστανε την ψυχή μου δίνοντας την αίσθηση ενός ακόμη χτύπου της καρδιάς. Επί ένα ολόκληρο μετρημένο χρόνο αυτή η ιδέα μεγάλωνε μέσα στο πιλοτήριό μου το όποιο άρχισε να την πιστεύει. Το μοναδικό που μπορούσε να καταστρέψει αυτή την ιδέα ήταν εκείνη η χρυσή σκόνη που χρησιμοποιούσε το πιλοτήριό μου όλο και πιο συχνά. Η ψυχή μου έδωσε τα σημάδια της πίστης πως κάτι θα άλλαζε και θα έφευγε οριστικά και νικήτρια από την μάχη με την κατάθλιψη.
Κατά μία σύμπτωση ο αύγουστος ήταν ο μήνας που πάντα κάτι έφερνε.

Μόλις ο αύγουστος μεγάλωσε άρχισε ο αέρας να φέρνει ένα άρωμα. Ήταν το γνωστό άρωμα μια γυναίκειας μορφής. Στο βάθος του ορίζοντα ο ουρανός άλλαζε χρώμα και φανέρωνε μια γυναίκεια μορφή. Η κατάθλιψη βλέποντας την ήττα να έρχεται και το θαύμα να γεννιέται έκανε την ύστατη προσπάθεια για να καταπιεί την ψυχή μου. Άπλωσε τα τεράστια γεροδεμένα σιδερένια χέρια της προσπαθώντας να πνίξει μέσα της την ψυχή μου. Ήδη ήταν αργά η καρδιά άρχισε να χτυπά και η βάρκα μου να τρέχει προς τον χρωματιστό ουρανό αφήνοντας τα μαύρα σύννεφα της κατάθλιψης και το λιμάνι της απομόνωσης πίσω της. Το θαύμα έγινε και βγήκα ολάκερος και ζωντανός από το λιμάνι της απομόνωσης αλλά τα σημάδια που άφησε ήταν ορατά και βαριά.

Βγήκε μετά από πολλά μετρημένα χρόνια στα ανοιχτά του ποταμού η βάρκα μου την όποια τώρα την οδηγούσε η ζωή μου παρά την δύσκολη αποχώρηση του πιλοτήριου μου από την θέση του οδηγού.
Κολυμπήσαμε στα ανοιχτά του ποταμού προς το μέρος όπου ο έρωτας περίμενε την βάρκα μου. Είχε μαζί του μια βάρκα με μια πανέμορφη γυναίκεια υλική ύπαρξη.
Ο έρωτας πήρε τις δυο βάρκες και τις έβαλε δίπλα-δίπλα σε ένα μοναχικό μικρό λιμανάκι. Παρά τα πολλά σημάδια από τις μάχες υπήρχε κάτι που ήταν πολύ βασανιστικό. Ο μανδύας της μοναξιάς άρχισε να πέφτει και μαζί του ξεκολλούσε και η σάρκα μου. Ήταν η πρώτη φορά που προσπάθησε η ψυχή μου να απαλλαγεί από τον μανδύα της μοναξιάς. Την πρώτη φορά που τον έβγαλε ένιωσε τελείως γυμνή και αδύναμη. Ένιωσε πως αν αποκαλυπτότανε τελείως το θέαμα θα ήταν φρικιαστικό και απωθητικό για οποιονδήποτε το αντίκριζε. Φοβότανε πως η όμορφη γυναίκα θα έφευγε μόλις αντίκριζε την γύμνια της ψυχής μου.

Ήταν πολλές οι στιγμές μέσα στη μέρα που η ψυχή μου έβαζε το μανδύα της μοναξιάς άσχετα αν ήταν μαζί με την όμορφη ύπαρξη άσχετα αν υπήρχαν πολλές βάρκες δίπλα της αυτή ένιωθε μόνη. Ίδια ήταν η αίσθηση κάθε φορά που την έβγαζε. Κρύωνε και ένιωθε γυμνή.
Μέσα στο λιμανάκι του έρωτα για πρώτη φορά η ζωή μου έριξε άγκυρα και ένιωθε πως ήταν το πιο ασφαλές λιμάνι μέχρι να ξαναχτυπήσει η καρδιά. Όλα ήταν ήρεμα και η σχέση με την όμορφη γυναίκα αποκτούσε ενδιαφέρον, υπήρχε το άρωμα της αγάπης γύρω από τις βάρκες και μας ακολουθούσε όπου και πηγαίναμε. Χρειαζότανε μια στάση μπροστά στο λιμάνι του ονείρου μου για να διαπίστωνε η ψυχή μου αν τελικά βρήκε την μούσα της. Από την μία ήθελε να μάθει την αλήθεια και από την άλλη φοβότανε την απογοήτευση που θα ένιωθε αν και αυτή δεν μπορούσε να το δει. Δεν έπαιρνε την μεγάλη απόφαση και άφηνε όλη την ευθύνη στα χέρια της ζωής και στα τυχαία γεγονότα που θα μπορούσανε να συμβούν. Το μόνο που άρχισε να ανησυχεί την ψυχή μου ήταν οι όλο και πιο συχνές στάσεις του πιλοτήριου μου στην χρυσή σκόνη. Ίσως ήταν ο φόβος που το οδηγούσε εκεί ίσως ήταν ο εγωισμός ίσως η αλαζονεία ίσως οι ενοχές ίσως η ντροπή η χρυσή σκόνη ήταν πλέον πρόβλημα. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό η ψυχή μου θέλησε να μάθει την αλήθεια για την μούσα της. Κάτι δεν της άρεσε σε όλο αυτό που ζούσε και δεν είχε την απάντηση κανείς, ούτε η ίδια η παντογνώστρια ζωή. Ο αέρας είχε πολλά αρώματα και πολλές δυσοσμίες. Υπήρχανε τα πάντα στην ζωή μου μα η ψυχή μου αλλά ένιωθε. Το χρήμα υπήρχε, το λιμανάκι του έρωτα ήταν όμορφο, η όμορφη γυναίκα ήταν δίπλα μου, το λιμάνι της οικογένειας ήταν πλέον ήρεμο μα όλα τής ήταν αδιάφορα. Πήγε με την όμορφη γυναίκα μια μικρή βόλτα κάτω από ένα πολύχρωμο ηλιοβασίλεμα και προσπάθησε να της δείξει το λιμάνι του ονείρου της. Μάταια δεν έβλεπε τίποτα. Τόση ομορφιά είχε απλωθεί μπροστά της μα αυτή κοιτούσε τα θολά νερά του ποταμού.

Η ψυχή μου ένιωσε πως όλα μα όλα ήταν μάταια και πως ποτέ δεν θα μπορούσε να βρει την μούσα της και να ζήσει μέσα στο όνειρό της. Απογοητεύτηκε και γύρισε στην σιωπή την ατελείωτη πλαγιάζοντας δίπλα στην σπίθα. Κάποτε ίσως κάποτε να το ζήσω σκεφτότανε και συνέχιζε να ψελλίζει κάτι λόγια, μπορεί να είναι σε άλλο κόσμο η μούσα της μπορεί να την συναντήσει σε άλλη ζωή με άλλη μορφή. Της φαινότανε τελείως αδύνατο να την συναντήσει σε αυτόν τον υλικό κόσμο. Απλά κράτησε το όνειρο και κοιμήθηκε. Η καρδιά μου σκέπασε όλες τις πληγές και έκανε σαν να μην είχε καμία .Το πιλοτήριο πλέον έκανε σε καθημερινή βάση στάσεις στην χρυσή σκόνη. Το κακό δεν θα αργούσε να κάνει την εμφάνισή του. Το ένιωθε η ψυχή μου και το επιβεβαίωνε ο αέρας. Απλά δεν ήξερε τι ακόμη θα συναντούσε μπροστά της χειρότερο από όλα όσα είχε βιώσει μέχρι τώρα. Τα πρώτα τριάντα τρία χρόνια από το μετρημένο χρόνο της είχανε περάσει και πίστευε πως είχε βιώσει και με το παραπάνω το κακό και μάλιστα από πολύ μικρή ηλικία.

Η χρυσή σκόνη έκανε την εμφάνισή της μέσα στο λιμάνι του έρωτα και η όμορφη γυναίκα πληγώθηκε νιώθοντας προδομένη. Το πιλοτήριό μου κατάφερε για άλλη μια φορά να χαρίσει λίγο ακόμη πόνο σε όλες τι ψυχές που νιώθανε λίγη αγάπη για την ψυχή μου. Η ζωή μου έχασε το τιμόνι από το πιλοτήριό μου και ο θάνατος εμφανίστηκε με την πιο γιορτινή του μορφή. Ήταν πλέον σίγουρος πως αυτή την φορά θα πάρει την ψυχή μου και θα σταματήσει το ταξίδι της.

Μπροστά πλέον δεν είχε η ψυχή μου να συναντήσει κάποιο λιμάνι αλλά το πρώτο νησί που ήξερε ότι υπάρχει αλλά δεν φαντάστηκε ποτέ της ότι θα έκανε στάση εκεί μέσα. Ο ορίζοντας της το φανέρωσε μπροστά της και η θέα του ήταν τόσο τρομακτική που νόμιζε πως εκεί μέσα επικρατεί το χάος και ο θάνατος.
Δεν έκανε λάθος. Εκεί μέσα ζούσανε ψυχές που θέλανε να πεθάνουν, που θέλανε το τέλος του ταξιδιού τους όσο γίνεται πιο γρήγορα.
Ήταν το νησί του σκότους ήταν το νησί που όλες οι καταραμένες και κατατρεγμένες ψυχές ζητούσανε εξιλέωση με τον θάνατο τους. Ήταν το νησί των σκοτωμένων από αγάπη………….

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Το νησί των σκοτωμένων από αγάπη

Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το κορμί μου στο νησί των σκοτωμένων από αγάπη η ψυχή μου έτρεμε από τον φόβο. Δεν ήταν η ιδέα του θανάτου που την φόβιζε αλλά ο τρόπος με τον όποιο θα έρθει.
Δεν την τρόμαζε που το ταξίδι θα τελείωνε πρόωρα ούτε που θα γυρνούσε στο απόλυτο άγνωστο απλά ένιωθε πως κάποιος ή κάποια δύναμη την καταράστηκε να μην γνωρίσει ποτέ την αγάπη.

Την θύμωνε το πιλοτήριό της που εμπιστεύτηκε αυτή την χρυσή σκόνη.
Μισούσε ακόμη και το όνομα της η ψυχή μου και όσο πιο πολύ κατανοούσε το πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε για να καταλήξει σ’ αυτό το καταραμένο νησί, ένιωθε την απόλυτη οργή.

Μπήκε μέσα στο νησί και άρχισε να περιφέρεται χωρίς νόημα και σκοπό παρατηρώντας τα πάντα γύρω της. Το πιλοτήριό μου ήταν πάντα με την χρυσή αυτή καταραμένη σκόνη στο χέρι και δηλητηρίαζε όλη μου την ύπαρξη. Ήθελε πάρα πολύ να αποξυλωθεί από την υλική της ύπαρξη μα ήταν αδύνατο. Η σιωπή ήταν η καλύτερη επιλογή της ψυχής μου και η υπομονή η μεγαλύτερη αρετή. Όσο η σπίθα ήταν αναμμένη η ελπίδα της απόδρασης ήταν ζωντανή παρά τις αποδείξεις για το αντίθετο.
Η χρυσή καταραμένη σκόνη βασίλευε σ’ αυτό το νησί και τα νεκρά κορμιά κάνανε σωρούς είτε στα αζήτητα είτε στους οικογενειακούς τάφους. Τα αζήτητα ήταν ένας κόλπος του νησιού όπου πετούσανε τα νεκρά κορμιά που δεν είχαν καμία ψυχή πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο που θα μπορούσε να τους δεχτεί έστω και νεκρούς. Από την άλλη υπήρχε ένα μικρό λιμάνι όπου ερχότανε οι οικογένειες των νεκρών παραλαμβάνοντας τα νεκρά κορμιά θάβοντας τα στους οικογενειακούς τάφους, αυτή ίσως και να ήταν η καλύτερη τιμητική έξοδος για τις ψυχές μας.

Όσο το πιλοτήριό μου δηλητηρίαζε την ύπαρξή μου η ψυχή μου προσπαθούσε να βρει τρόπους που θα ξυπνούσε την καρδιά της. Η φυλακή ήταν ερμητικά κλειστή και δεν υπήρχε καμία ανοιχτή χαραμάδα που θα μπορούσε να συνδέσει την ψυχή μου με την καρδιά της. Μη έχοντας τίποτα καλύτερο να κάνει η ψυχή μου άρχισε να ταξιδεύει στο παρελθόν της προσπαθώντας να κατανοήσει τι είχε συμβεί στην πραγματικότητα.

Σκεφτότανε πως δεν είναι δυνατόν να ζήσει μόνο την κόλαση χωρίς να γευτεί τον παράδεισο. Δεν γίνεται να κατανοήσει το μέγεθος της δυστυχίας αν δεν νιώσει ευτυχισμένη. Δηλαδή δεν γινότανε να κρυώσει αν πρώτα δεν είχε νιώσει την ζέστη. Το παρελθόν τής αποκάλυψε πως όλα αυτά τα μετρημένα χρόνια που ταξίδευε πάνω στον υλικό κόσμο έψαχνε την ευτυχία μέσα από υλικά αγαθά και μέσα από άλλες υλικές υπάρξεις. Έψαχνε την ευτυχία μέσα στην επαγγελματική και κοινωνική καταξίωση αλλά το πιλοτήριο τα χρησιμοποιούσε όλα πολύ εύκολα για τα εισιτήρια στο νησί της ψευδαίσθησης. Όσο δεν βρισκότανε η ευτυχία μέσα στα χρήματα και την αποδοχή της κοινωνίας άλλο τόσο το πιλοτήριό μου έπειθε την καρδιά ότι όλα είναι μάταια και πως μόνο δυστυχία, τιμωρία και θάνατος υπάρχει για την ύπαρξή μου. Τελικά κατάλαβε πως δεν μπορούσε να αγοράσει ούτε μία στιγμή ευτυχίας. Έψαξε η ψυχή μου την ευτυχία μέσα στο νησί του έρωτα νομίζοντας πως μια όμορφη γυναίκεια μορφή θα έκανε όμορφη την ζωή της και θα μοίραζε απλόχερα την ευτυχία. Όχι μόνο δεν έγινε η ζωή της όμορφη και ευτυχισμένη αλλά πρόσθεσε λίγες ακόμη πληγές στην καρδιά της και πλήγωσε και άλλες καρδιές. Όχι μόνο δεν κατάφερε να ξεφορτωθεί τον μανδύα της μοναξιάς από πάνω της αλλά προέτρεψε και άλλη μια ψυχή να τον φορέσει. Ανακάλυψε πως η ομορφιά είναι κάτι που το νιώθεις, δεν είναι ορατή στον υλικό κόσμο.

Άρχισε να κατανοεί πως ποτέ δεν πήρε το τιμόνι η ζωή της από μόνη της και πως όλα αυτά τα μετρημένα χρόνια το πιλοτήριο ήταν αυτό που οδηγούσε την βάρκα. Αυτό ήταν εξαρχής που καθόριζε για το πότε θα χτυπήσει η καρδιά και ποιο θα ήταν το επόμενο λιμάνι. Τρόμαξε η ψυχή μου όταν κατανόησε πως όλα ήταν αιχμάλωτα στο πιλοτήριό μου και πως το πιλοτήριό μου ήταν αιχμάλωτο στα βότανα, στο υγρό της αμαρτίας και τελικά στην χρυσή καταραμένη σκόνη. Η ψευδαίσθηση ήταν η βασίλισσα της ύπαρξής μου. Το θάρρος ήταν ο μεγάλος δισταγμός και η υπομονή η μεγαλύτερη παρόρμηση. Η αγάπη ήταν το μεγαλύτερο μίσος και η μοναξιά η καλύτερη παρέα.
Οι βουτιές στο παρελθόν συνεχιστήκανε και οι ανακαλύψεις που έκανε η ψυχή μου ήταν όλο και πιο συγκλονίστηκες όλο και πιο σοκαριστικές.

Όσο η ψυχή μου σκάλιζε το παρελθόν, το πιλοτήριο έσερνε το κορμί μου στα σκοτεινά μονοπάτια του καταραμένου νησιού αναζητώντας το βασίλειο του θανάτου. Είχε δηλητηριάσει όλο το αίμα του κορμιού μου με την καταραμένη σκόνη τόσο που το αίμα επαναστάτησε και θέλησε να τρέξει έξω από το κορμί μου αφήνοντας την ψυχή μου ελεύθερη στο άγνωστο.

Όσο η ζωή έδινε την ανάσα της η ψυχή μου έβλεπε όλο και πιο πολύ την κόλαση να μεγαλώνει μπροστά στα μάτια της και ο θάνατος να της χτυπά την πόρτα όλο και πιο συχνά. Δεν καταλάβαινε όμως γιατί αργεί. Η καθυστέρηση την εξόργιζε και η ζωή γινότανε το μεγαλύτερο βασανιστήριο. Οι ψυχές πέφτανε νεκρές δίπλα της και το αίμα κυλούσε σε όλα τα μονοπάτια του καταραμένου αυτού νησιού. Οι κραυγές δυστυχίας ήταν οι μοναδικές μελωδίες που τρυπούσανε τα αυτιά και ράγιζανε την καρδιά της. Καμία ψυχή δεν μιλούσε. Καμία ψυχή δεν τολμούσε να σκεφτεί την ζωντανή απόδραση. Η μόνη ελπίδα που κυκλοφορούσε την μοίραζε ο θάνατος. Το μοναδικό ευχάριστο νέο ήταν άλλο ένα νεκρό κορμί και η απαλλαγή του από την κόλαση. Το μοναδικό όνειρο της κάθε ψυχής ήταν η όσο γίνεται μεγαλύτερη ποσότητα καταραμένης σκόνης, η όσο γίνεται μεγαλύτερη δηλητηρίαση του αίματος, η όσο γίνεται μεγαλύτερη αναισθησία της ψυχής.

Η ψυχή πλέον δεν μπορούσε όμως να μείνει αναίσθητη και δεν μπορούσε να το πει πουθενά. Απλά ικέτευε το τέλος, απλά προσευχότανε σε έναν θεό που δεν πίστευε στην ύπαρξή του να βάλει αυτός ένα τέλος. Απλά κουράστηκε να περιμένει την πεθαμένη ανάστασή της.
Απλά εξοργιζότανε που η σπίθα ήταν ακόμη δίπλα της και την ζέσταινε.

Απλά η θλίψη την έπνιγε μα δεν την σκότωνε. Απλά το όνειρο της φανέρωνε την ύπαρξή του και ο εφιάλτης κυρίευε τον ορίζοντα. Οι βουτιές στο παρελθόν φανέρωναν κι’ άλλες αλήθειες και ο μετρημένος χρόνος κυλούσε προσθέτοντας λίγη ακόμη κόλαση στην ψυχή.
Ο θάνατος πλέον ήταν η ίδια η ζωή. Η ευτυχία ήταν η αντοχή της ψυχής στην δυστυχία. Η μεγαλύτερη φυλακή ήταν η λάμψη της σπίθας. Η μεγαλύτερη νίκη ήταν το καλωσόρισμα της επόμενης ήττας. Η μεγαλύτερη ελευθερία ήταν απόλυτη αιχμαλωσία στην ψευδαίσθηση. Το μεγαλύτερο καλό ήταν η γέννηση του επομένου κακού.
Τέλος η απόλυτη γαλήνη ήταν η οργή απέναντι στην λαμπερή σπίθα της ψυχής που συνέχισε βασανιστικά ήρεμη να λάμπει μέσα σε όλη την κόλαση του καταραμένου νησιού.

Ο μετρημένος χρόνος γέννησε τον αύγουστο και αυτός ο αύγουστος θα έπρεπε να ήταν ο τελευταίος της ύπαρξής μου. Πάντα κάτι έφερνε μαζί του και τώρα θα έπρεπε να φέρει το τέλος. Έπρεπε να απαλλάξει την ψυχή από την κόλαση. Έπρεπε να της χαρίσει τον θάνατο και να χαθεί στον επόμενο μετρημένο και αδιάφορο χρόνο.
Η ψυχή μου έτρεξε να δει τι της έφερε ο αύγουστος. Φοβότανε πλέον μην τυχόν και η καρδιά χτυπήσει για ακόμη ένα μαρτύριο, για λίγη ακόμη παράταση της κόλασης.
Η αγωνία της ψυχής ζούσε το μεγαλείο της. Η ψυχή πλέον κρεμιότανε από τα χείλη ενός αυγουστιάτικου ηλιοβασιλέματος που είχε κάτι λόγια να ξεστομίσει.
Χρησιμοποίησε την σπίθα είπε ταράζοντας την ψυχή μου.

Λίγες ψυχές την έχουν. Είναι η σπίθα του πολεμιστή είπε και εξαφάνισε το χείλι του ρίχνοντας το ηλιοβασίλεμα μέσα στο σκοτάδι.
Ο αύγουστος είχε φέρει το τέλος. Είχε φέρει το τέλος της κόλασης και πήρε μαζί του όλη την τρέλα που κυρίευε το πιλοτήριό μου. Είχε φέρει σε λάθος εποχή την άνοιξη, είχε βάψει το σκοτάδι κόκκινο, είχε κλειδώσει την φυλακή μου στο κελί της, είχε ρίξει μια γέφυρα προς το όνειρο της ψυχής μου, είχε φέρει το μεγαλύτερο δώρο στην ψυχή μου. Της δώρισε την σοφία να κατανοήσει όλη την κόλαση που έζησε. Της δώρισε την σοφία και την δύναμη να μπορεί να εκτιμήσει και να αντέξει την ευτυχία που έφερνε ο αέρας μαζί του.

Της δώρισε την σοφία να καταλάβει πως η κόλαση και η δυστυχία αποκτούνται εύκολα στην ζωή. Η ευτυχία και ο παράδεισος δύσκολα κατακτούνται και άλλο τόσο πιο δύσκολα μπορεί μια ψυχή να αντέξει την ύπαρξή τους. Το μίσος τελικά είναι ο μονόδρομος για την αγάπη και η ψυχή μου είχε μισήσει τα πάντα που της είχε γνωρίσει η ζωή της.

Τώρα μπορεί να αγαπήσει τα πάντα που θα έρθουν μπροστά της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Τελικός προορισμός

Η ψυχή μου βρέθηκε μέσα σ’ ένα ξημέρωμα τελείως πρωτόγνωρο. Σ’ ένα ξημέρωμα που δεν θύμιζε τίποτα από όλα τα ξημερώματα που είχε ξυπνήσει μέχρι τώρα. Ο αέρας είχε μια μυρωδιά αισιοδοξίας, μια μυρωδιά αγάπης. Η κόλαση είχε χαθεί από τη θέα των ματιών της και η ύπαρξή της ήταν ολόγυμνη μπροστά από ένα πλοίο. Η σάπια βάρκα είχε αλλάξει όψη και μέγεθος. Ο ορίζοντας είχε πλέον γαλανό χρώμα και ο αυγουστιάτικος ήλιος ζέσταινε όλη την γύμνια της. Τα νερά του ποταμού ήταν καθαρά και ήρεμα.

Δυσκολευότανε να πιστέψει πως επέζησε. Δυσκολευότανε να πιστέψει πως το θαύμα συνέβαινε και πως το ταξίδι της θα συνεχιζότανε. Κοίταξε για μια στιγμή μέσα της και είδε την σπίθα ζωντανή και έτοιμη να της δώσει όλη την λάμψη της, όλη την δύναμη που θα χρειαζότανε για τον τελικό μεγάλο προορισμό. Είδε μέσα της την φυλακή να κρατάει όμηρους όλη την τρέλα του πιλοτήρίου της, τον μαύρο μανδύα της μοναξιάς της, την χρυσή καταραμένη σκόνη που λίγο έλλειψε να την σκοτώσει, την κατάθλιψη να κάθεται σε μια γωνιά τής φυλακής και όλα όσα την βασανίσανε να στέκουν αιχμάλωτα αλλά και ολοζώντανα να περιμένουν την ελευθερία τους.
Είδε το πιλοτήριό της να μην έχει καμία δύναμη μπροστά στο θαύμα που εξελισσότανε. Δεν του έδινε καμία σημασία πλέον η καρδιά και το αίμα κυλούσε ζεστό μέσα στο κορμί. Επιτέλους το σώμα της ψυχής μου άρχισε να αισθάνεται ελεύθερο από όλο το βάρος της ψευδαίσθησης. Άρχισε να αισθάνεται γερό, δυνατό και μπορούσε να κινηθεί με άνεση σαν τότε που ήταν μικρό παιδί.

Μόνο η καρδιά αισθανότανε την ανάγκη να κλείσουν οι πληγές της.
Είχε χιλιάδες πληγές και ήταν σε άθλια κατάσταση από την μέχρι τώρα αιχμαλωσία της. Αν και αισθανότανε τις πληγές βαθιές ταυτόχρονα ένιωθε ελεύθερη να χτυπήσει για τον μεγάλο προορισμό. Ήταν έτοιμη να αγαπήσει και να αγκαλιάσει όλα όσα θέλανε να αγαπηθούν.
Μόλις μπήκε μέσα στο πλοίο η ψυχή τον πρώτο που συνάντησε ήταν ο καπετάνιος του πλοίου. Της φαινότανε γνωστή η μορφή του. Δεν άργησε να καταλάβει πως η ζωή της ήταν πλέον ο καπετάνιος και ήταν αυτή που θα οδηγούσε το πλοίο μέσα από τα πιο ασφαλή νερά του ποταμού.
Η λαχτάρα για ταξίδι ξύπνησε και ήταν σαν και τότε που η ψυχή ήταν νεογέννητη, τότε που η καρδιά της ήταν αγνή και ήθελε μόνο να χτυπά.
Η άγκυρα του πλοίου άρχισε να βγαίνει από τον βυθό του ποταμού ταυτόχρονα με τον χτύπο της καρδιάς. Η καρδιά χτυπούσε πλέον διαφορετικά, ο χτύπος ήταν πιο δυνατός, πιο καθαρός. Ήταν ο χτύπος που θα οδηγούσε την ψυχή στο νησί της αγάπης. Εκεί που την περίμενε το όνειρο εκεί που έλπιζε να βρει την μούσα της.
Ο καπετάνιος σήκωσε τα πανιά του πλοίου και αέρας ήταν έτοιμος να αγκαλιάσει το ταξίδι. Η μυρωδιά που έφερνε ο αέρας ήταν το σημάδι που θα μας οδηγούσε στο νησί της αγάπης.

Αν και η καρδιά αιμορραγούσε και ζητούσε ίαση το ταξίδι ξεκίνησε.
Όλες οι αρετές της καρδιάς τραβούσανε κουπί και μαζί με τα φουσκωτά πανιά του πλοίου οδήγησαν την ύπαρξή μου σε ένα ιαματικό λιμανάκι όπου η καρδιά της ψυχής θα μπορούσε να γιατρέψει της πληγές της. Ήξερε πως δεν γίνεται να χαθούν τελείως, ήξερε πως θα μένανε σημάδια που θα τα κουβαλούσε πάνω της θυμίζοντάς της όλη την κόλαση που έζησε, θυμίζοντάς της το θαύμα που βίωσε.

Μπήκε μέσα στο λιμάνι της ίασης δείχνοντας την καρδιά της σε κάτι ψυχές που θα την βοηθούσανε να επουλώσει τις πληγές και θα της δίνανε το κουράγιο να πετάξει όλες τις πέτρες που κουβάλησε από την κόλαση. Το πιλοτήριο παραμιλούσε αλλά κανένας δεν του έδινε σημασία, το αίμα κυλούσε πλέον καθαρό μέσα στο κορμί και η ψυχή άρχισε να κάνει επιτέλους πραγματική υπομονή περιμένοντας την ίαση της καρδιάς. Πρώτα από όλα χρειαζότανε η καρδιά να κοιτάξει κατάματα όλες της τις πληγές και να ζητήσει ίαση και συγχώρεση. Είχε πάρα πολλές ενοχές που χρειαζότανε να ξεφορτωθεί. Αυτές οι ενοχές ήταν ο λόγος που την έκαναν να νιώθει πως πάντα κάποια δύναμη ακατανόητη την τιμωρεί. Αυτές οι ενοχές ήταν που φέρνανε την μία καταστροφή μετά την άλλη και οι πληγές γινότανε όλο και πιο πολλές όλο και πιο βαθιές. Αυτές οι ενοχές ήταν που κάνανε την καρδιά να αναζητά την τιμωρία σαν κάθαρση να αναζητά τον πόνο για συγχώρεση. Πάντα ένιωθε ένοχη για την γέννησή της.
Ακόμη είχε να επουλώσει τις πληγές που άφησε η οργή. Η οργή για όλο τον υλικό κόσμο και όλες τις άυλες δυνάμεις που την οδηγήσανε στο σκοτεινό λιμάνι τής απομόνωσης και στο φρικτό νησί των σκοτωμένων από αγάπη. Την οργή για όλες τις ψυχές που αγάπησε και αυτές την αφήσανε εγκαταλελειμμένη μέσα στον μανδύα της μοναξιάς.

Είχε να επουλώσει τις πληγές από το μίσος που ένιωθε για το ίδιο της το πιλοτήριο που την οδήγησε στο λιμάνι της ψευδαίσθησης και δηλητηρίασε όλη της την ύπαρξη. Χρειαζότανε να απαλλαγεί από το μίσος που ένιωθε για την ίδια και τους χτύπους της.
Χρειαζότανε να πετάξει την ντροπή που την τύλιγε. Την ντροπή πως είναι μια αδύναμη καρδιά. Την ντροπή πως είναι μια πληγωμένη και καταραμένη καρδιά που δεν την αγαπούσε καμία άλλη ύπαρξη πάνω σ’ αυτόν τον υλικό κόσμο.

Ακόμη είχε να παλέψει με τον εγωισμό ο οποίος είχε αφήσει της δικές του πληγές και ήταν βαθιές. Ήταν ο εγωισμός που δεν άφηνε την καρδιά να ρισκάρει σε έναν ακόμη χτύπο σε ένα ακόμη λιμάνι. Ήταν ο εγωισμός που δεν την άφηνε να δεχτεί καινούργιες ψυχές, που δεν την άφηνε να εμπιστευτεί τίποτα άλλο έκτος από το πιλοτήριό της.
Τέλος είχε να παλέψει με τον ακαθόριστο φόβο για τα πάντα. Για τον φόβο πως τελικά δεν θα τα καταφέρει να φτάσει στο νησί της αγάπης, πως κάτι κακό θα γίνει και θα γίνουν όλα ξανά μάταια, θα γίνουν όλα ξανά μια κόλαση.
Ένας μετρημένος χρόνος πέρασε στο λιμάνι της ίασης και οι ψυχές που βοηθούσανε την καρδιά να επουλώσει τις πληγές της, της είπανε πως είναι έτοιμη να ξαναχτυπήσει και να συνεχίσει το ταξίδι.

Οι πληγές πλέον ήταν σημάδια που θυμίζανε όλη την κόλαση. Ήταν κάτι σαν χάρτης για το υπόλοιπο ταξίδι. Είχε επάνω της όλα τα λιμάνια που δεν χρειαζότανε να ξανασταματήσει μέσα τους. Όλα αυτά τα σημάδια θα της δείχναμε τον δρόμο για το νησί της αγάπης, για τον τελικό προορισμό για το συναπάντημα με την μούσα της ύπαρξής μου.

Η άγκυρα μαζεύτηκε πάνω στο πλοίο και η καρδιά χτύπησε για τον μεγάλο προορισμό.
Τα νερά του ποταμού κυλούσανε προς το νησί της αγάπης και το πιο παράξενο ήταν ότι πλέον δεν μπορούσε να αλλάξει ρότα, δεν μπορούσε να σταματήσει. Δεν υπήρχε κανένας άλλος προορισμός, όλα οδηγούσαν προς το νησί όπου το όνειρο της ψυχής ήταν εκεί έτοιμο να αγκαλιάσει την ύπαρξή μου και να ζωντανέψει.
Άλλος ένας μετρημένος χρόνος πέρασε και το πλοίο ταξίδευε ασταμάτητο, μέχρι που ο ορίζοντας φανέρωσε τα πρώτα σημάδια του νησιού. Έστελνε με τον αέρα την μυρωδιά της αγάπης. Ο ορίζοντας έστελνε με τα μάτια του την πρώτη εικόνα του νησιού. Ήταν μια λάμψη από τα βάθη του ουρανού.
Η αύρα της γαληνής σκέπαζε ολοένα και πιο πολύ το πλοίο της ψυχής μου. Η άγκυρα του πλοίου έπεσε μέσα στα βαθιά καθαρά νερά του ποταμού σαστίζοντας για λίγο η ψυχή μου. Έμεινε το πλοίο ακίνητο και όλα ήταν σαν να δουλεύανε ανάποδα. Το νησί κόντευε προς το πλοίο και όχι το πλοίο προς το νησί. Τα νερά του ποταμού ανοίξανε για να υποδεχτούν το νησί της αγάπης. Ήρθε ένας κόλπος του νησιού και φώλιασε γύρω-γύρω από το πλοίο. Μια γέφυρα απλώθηκε και ένωσε όλη μου την ύπαρξη με το νησί της αγάπης. Το όνειρο της ψυχής μου ξεπρόβαλε σαν οικοδεσπότης του νησιού να με προϋπαντήσει και να μ’ αγκαλιάσει. Η ψυχή μου δεν ένιωθε μόνη, δεν ένιωθε τον φόβο που την κυριαρχούσε αλλά ούτε και έβλεπε την ύπαρξη κάποιας άλλης ψυχής.

Όλα μοιάζανε μαγικά. Όλα θυμίζανε κάποιο παραμύθι για παιδιά. Όλα θυμίζανε τραγούδι που τραγουδούσανε μόνο οι θεοί. Όλα μοιάζανε με ένα ποίημα που γράφτηκε από όλες τις ψυχές μαζί, λες και είχε ενωθεί ο άυλος κόσμος με τον υλικό κόσμο. Ο μετρημένος χρόνος δεν είχε πια κανένα νόημα, δεν είχε σημασία το μέτρημά του, δεν νοιαζότανε πλέον η ψυχή μου για το πόσο χρόνο θα κρατήσει αυτή η στιγμή.

Η περιέργεια ξεπήδησε από τα βάθη της ψυχής μου τραβώντας από το χέρι όλο μου το κορμί. Ήθελε όσο τίποτα άλλο να δει όλο το νησί της αγάπης και όλα του τα απόκρυφα μονοπάτια. Επιτέλους φτάσαμε, φώναξε η ζωή μου. Η ζωή μου φαινότανε σαν την πιο όμορφη γυναίκεια ύπαρξη. Δεν ήθελες να την αγγίξεις μην τυχόν και την λερώσεις. Ήθελες μονάχα να την κρατήσεις ζωντανή μέσα στα μάτια σου για να μην χάσεις ποτέ την ομορφιά της.

Η ζωή έφερε μπροστά στα μάτια μου το κέντρο του νησιού όπου ο θρόνος της ευτυχίας έλαμπε σαν τον πιο λαμπερό ήλιο όλου του υλικού και άυλου κόσμου. Όλα ήταν εκεί. Όλα τα τραγούδια και τα ποιήματα που γραφτήκανε για την αγάπη. Όλα τα χρώματα και οι μυρωδιές που προδίδανε την αγάπη. Όλες οι αρετές και οι θυσίες χορεύανε κάτω από τον ρυθμό της αγάπης. Εκεί στεκότανε και ο έρωτας με το τόξο του τεντωμένο και έτοιμο για την επόμενη βολή. Αυτή η επόμενη βολή προοριζόταν για την καρδιά μου, προοριζότανε για την μούσα μου.

Μόλις ένιωσε η καρδιά μου να την τρυπάει το βέλος φοβήθηκε για μια μικρή στιγμούλα μέχρι να αισθανθεί ότι αυτό το τρύπημα του βέλους δεν της έκανε άλλη μία πληγή, δεν της έφερε λίγο πόνο ακόμη μα της φανέρωσε την μούσα της.
Ναι φανέρωσε την μούσα της. Ναι ήταν μπροστά στα μάτια της ολοζώντανη να περιμένει και αυτή την ένωση των δυο ψυχών. Ήταν εκεί μια όμορφη μικροκαμωμένη μαυρομαλλούσσα κόρη με το ίδιο βέλος καρφωμένο στην καρδιά της. Είχε αφήσει και αυτή μια κόλαση πίσω της μέχρι να φτάσει εδώ στο ίδιο νησί της αγάπης. Είχε και αυτή μια σπίθα που κράτησε ζεστή την ψυχή της σε όλα τα δικά της μαρτυρία της ζωής της. Επιτέλους δυο ζωές μαζί πιασμένες σαν έναν άλυτο κόμπο πάνω στο νησί της αγάπης. Επιτέλους δυο αγκαλιές μαζί αγκαλιασμένες σαν μια ανθοδέσμη από σπάνια πολύχρωμα λουλούδια. Επιτέλους τα χείλη μας ενωθήκανε κάτω από το πιο ζεστό φιλί του κόσμου. Επιτέλους τα μάτια μας ήταν χορτάτα από τις μορφές μας και από όλη την ομορφιά που ξεχείλιζε το νησί. Οι σκληρές μελωδίες ήταν εδώ για να μας ταξιδέψουν στα πιο όμορφα συναισθήματα που νιώθανε οι καρδιές μας. Και οι κιθάρες ήταν και αυτές εδώ αρπάζοντας με την κάθε ευκαιρία τα δάχτυλα μου παρασέρνοντας το στόμα μου σε τραγούδια αγάπης αφιερωμένα στην μούσα μου. Και η μούσα μου δεχότανε όλες τις μελωδίες μου και μου έδινε λίγες ακόμη και μου έδινε λίγα λόγια ακόμη για να γεννηθεί άλλο ένα τραγούδι που θα μας ταξίδευε στα σπλάχνα του έρωτα.

Η μεγάλη έκπληξη της ψυχής μου ήταν όταν αντίκρισε το λιμανάκι της οικογένειας να είναι παρόν και αυτό στο νησί της αγάπης. Υπήρχε ακόμη ένα λιμανάκι οικογένειας. Ήταν το λιμανάκι που άραξε η αδερφή της ψυχής μου. Ανήκανε και τα δυο στο ίδιο νησί, ήταν και αυτά ένα κομματάκι από το όνειρο της ψυχής μου. Πάντα είχε μέρος για όλους που θέλανε να αγαπηθούν και η οικογένειά μου ήθελε να αγαπηθεί από τα τέκνα τους. Περάσανε και αυτοί την δική τους κόλαση. Περάσανε και αυτοί από το λιμανάκι της ίασης θέλοντας και αυτοί να φτάσουν στον τελικό προορισμό.

Το βράδυ μόλις τύλιξε με το σκοτάδι του το νησί της αγάπης η ψυχή μου έμεινε μόνη μέσα στα πέρατα του ύπνου και έκανε μια γρήγορη αναδρομή σε όλο της το ταξίδι. Μέσα σε μία μόνο στιγμή ανακάλυψε πως όλο αυτό το ταξίδι ζούσε μέσα της. Πως όλα ήταν μέσα της όλα αυτά τα μετρημένα χρόνια. Όλη η αγάπη ζούσε μέσα της αλλά ήταν αόρατη. Όλο το μίσος ζούσε μέσα της απλά ήθελε να το βλέπει. Όλη η κόλαση ήταν μέσα της και αυτή ήταν που την ζωντάνευε. Ο παράδεισος ήταν μέσα της μα ήταν άηχος. Η φυλακή και η σπίθα ήταν μέσα της. Ήταν ο διάβολος και ο θεός της που πολεμούσανε μέσα της με έπαθλο την ίδια της την ύπαρξη. Όλα ήταν εξαρχής ριζωμένα στα βάθη της ψυχής μου. Ήταν σπόροι και η ψυχή μου ο κήπος. Αυτή ήτανε που έκανε από ένα σπόρο όλη την κόλαση. Αυτή ήτανε που έκανε το ίδιο νησί της αγάπης από ένα σπόρο που πλάγιαζε μέσα στον κήπο της. Αυτή ήτανε που οδηγούσε το ταξίδι κάνοντας την ζωή άλλοτε να μοιάζει με μια όμορφη καλλονή και άλλοτε να μοιάζει με τον πιο τρομακτικό εφιάλτη. Αυτή ήτανε που έφερε τον θάνατο μπροστά στα μάτια του κορμιού της μαθαίνοντας την ύπαρξή μου πως ν’ αγαπήσει την ζωή.
Αυτή η ίδια η ψυχή είναι που μου έδωσε μια μαύρη και μια κόκκινη πέννα στο χέρι μου, για να γράφω της αγάπης την ιστορία με την μαύρη πέννα και με την κόκκινη να ζωγραφίζω με λόγια την μορφή του πόνου.

Αυτή η ίδια η ψυχή είναι που μου δίνει το κουράγιο να κάνω μια υπόσχεση μπροστά στον θρόνο της ευτυχίας. Την υπόσχεση να γράψω όλα αυτά που θα ζήσω στο νησί της αγάπης. Την υπόσχεση να γράψω την αληθινή ιστορία της αγάπης που όλοι αποκρύπτουν.

ΤΕΛΟΣ !!!!!!!!

HEAVEN-HELL

Ήταν ένα διήγημα του Άκη Κουστουλίδη Blog: upogia-taxi.blogspot.gr

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε