Θανάσης Σεφερλής: Γιατί έγραψα το βιβλίο “Καρκίνος – Δάσκαλος και Φίλος”

Από το βιβλίο του ορθοπεδικού ιατρού Θανάση Σεφερλή “Καρκίνος – Δάσκαλος και Φίλος” που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός Το βιβλίο αυτό το έγραψα

Από το βιβλίο του ορθοπεδικού ιατρού Θανάση Σεφερλή “Καρκίνος – Δάσκαλος και Φίλος” που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός

Το βιβλίο αυτό το έγραψα για τρεις λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι θέλω να συνεισφέρω στην αλλαγή νοοτροπίας. Θέλω να βγει προς τα έξω το πρόβλημα του καρκίνου, να αρχίσει ο Έλληνας να μιλάει ανοιχτά γΓ αυτόν, να μη θεωρεί ότι η ζωή του τελείωσε με τη διάγνωση, όπως συμβαίνει με πάρα πολλούς, ούτε οι άλλοι να θεωρούν κάποιον «τελειωμένο» άμα αρρωστήσει από καρκίνο. Έχω ακούσει πολλούς καρκινοπαθείς να λένε «Πέρασα καρκίνο, αλλά τώρα ευτυχώς είμαι καλά και συνεχίζω τη ζωή μου όπως πρώτα» και δεν κάνουν καμιά αλλαγή στη ζωή τους. Πιστεύω ότι μετά τη διάγνωση καρκίνου πρέπει να γίνουν κάποιες αλλαγές, ίσως η σημαντικότερη είναι η αλλαγή νοοτροπίας. Όπως λένε πολλοί δάσκαλοι, «χωρίς αλλαγές στον νου ίαση δεν μπορεί να συμβεί».

Νιώθω πως το ταξίδι μου με τον καρκίνο, όλα αυτά που έκανα μετά τη διάγνωση, πιθανόν να έχουν κάποια χρησιμότητα σε συνανθρώπους που αντιμετώπισαν, αντιμετωπίζουν ή θα αντιμετωπίσουν στο μέλλον καρκίνο ή άλλα σοβαρά προβλήματα υγείας.

Σκεφτόμουν συχνά το περιστατικό, μερικές μέρες μετά το πρώτο χειρουργείο, όταν έλεγα την προσευχή του Ράινχολντ Νίεμπουρ και μετά από λίγο εμφανίστηκε ο φίλος μου με δώρο το βιβλίο που επηρέασε τόσο πολύ τη ζωή μου. Στο αίτημα μου «Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, και δείξε μου, Σε παρακαλώ, τον δρόμο πώς μπορώ να βοηθήσω άλλους συνανθρώπους με παρόμοια δύσκολα προβλήματα», η απάντηση τελικά ήταν απλή. Όταν ο νους και η καρδιά συγκρούονται, ο δρόμος της καρδιάς είναι ο αληθινός. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αυτό το βιβλίο, που το έγραφα για μένα, είναι και μια προσφορά σε άλλους καρκινοπαθείς, συγγενείς, φίλους και γείτονες καρκινοπαθών. Δεν ξέρω εάν είναι καλογραμμένο, είναι όμως γραμμένο από την καρδιά μου, με πολλή αγάπη. Είναι η δική μου αλήθεια, μια αλήθεια που πιστεύω ότι, με κάποιες παραλλαγές, είναι η αλήθεια των περισσότερων καρκινοπαθών.

Ο δεύτερος λόγος είναι καθαρά προσωπικός. Γράφοντας το βιβλίο και βιώνοντας ξανά τις εμπειρίες μου, διαπίστωνα πόσο μεγάλη θεραπευτική αξία είχε για μένα αυτή η διαδικασία. Καθώς έγραφα, συχνά με πλάκωναν βαριά συναισθήματα, βούρκωναν τα μάτια μου, τα δάκρυα κυλούσαν στα μαγουλά μου, ειδικά όταν έκανα λόγο για τις υποτροπές και όταν αναφερόμουν στην οικογένεια μου. Μέσω της γραφής τα συναισθήματα απαλύνονταν, αργά αργά λιγόστευαν τα δάκρυα, μια άλλη ποιότητα εμφανιζόταν σταδιακά, μια ανάλαφρη ενέργεια, την οποία ένιωθα σαν να χτυπούσε τα δάχτυλα μου στον υπολογιστή. Ερχόταν μια σκέψη, και πριν καν προλάβω να τη γράψω, ερχόταν η επόμενη και έδενε με την προηγούμενη. Έτσι το γράψιμο ήταν σχετικά εύκολο, τουλάχιστον όταν έγραφα για μια προσωπική, άμεση εμπειρία. Επίσης, το γράψιμο αυτού του βιβλίου με κρατούσε στο «τώρα» και στο «ποιος είμαι», μάθαινα τον εαυτό μου καλύτερα.

Με το βιβλίο αυτό δε θέλησα να γράψω πράγματα για τον καρκίνο από ιατρική σκοπιά, πολύ λίγα στοιχεία καθαρά ιατρικά υπάρχουν. Η γνώση αυτή, η παράθεση των ιατρικών και στατιστικών στοιχείων, βρίσκεται σε πολλά βιβλία και ιατρικά επιστημονικά άρθρα και περιοδικά. Η εμπειρία μου λέει ότι ο καρκινοπαθής θέλει κάτι άλλο πέρα από την επιστημονική γνώση για τις διάφορες μορφές καρκίνου και την πρόγνωση τους. Θέλει προσωπικές εμπειρίες από άλλους καρκινοπαθείς, πώς δούλεψαν με το πρόβλημα τους, τι έκαναν για να το ξεπεράσουν ή πώς έμαθαν να ζουν με τον καρκίνο, διατηρώντας μια καλή ποιότητα ζωής.

Επίσης, το τι έχει ανάγκη ένας καρκινοπαθής εξαρτάται από τον ίδιο, τις γνώσεις του, τις εμπειρίες του, την ηλικία του, την οικογενειακή του κατάσταση, τις κοινωνικές του υποχρεώσεις, τις επιθυμίες του, την ιδιοσυγκρασία του, και κυρίως τη δουλειά που έχει κάνει με τον εαυτό του.

Γιατί προτίμησα να γράψω αυτό το βιβλίο και όχι ένα επιστημονικό βιβλίο για προβλήματα σπονδυλικής στήλης ή κάποια άρθρα, μιας και είχα υλικό για τουλάχιστον δέκα, και είναι κάτι που θα το έκανα σίγουρα εάν δεν είχε εμφανιστεί ο καρκίνος; Είχα τις εμπειρίες μου από το «σχολείο του καρκίνου», που είναι πιο δυνατές από τα επιστημονικά άρθρα, εμπειρίες που ήθελα να τις κάνω γνωστές και σε άλλους. Αυτό δε σημαίνει ότι όσοι έχουν ανάλογη εμπειρία θέλουν ή είναι σε θέση να τη μοιραστούν. Για να μοιραστείς τέτοιες εμπειρίες, πρέπει να έχουν συμβεί δυο πράγματα: να έχεις απαλλαγεί από τον φόβο του καρκίνου και του θανάτου, αν όχι τελείως, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό, και να έχεις αποδυναμώσει το εγώ, να έχεις «ταπεινωθεί».

Ως γιατρός είχα πολλές φορές αντιμετωπίσει καρκινοπαθείς σε διάφορα στάδια, είχα δει ποικίλες αντιδράσεις ασθενών, κάποιοι αντιμετώπιζαν το πρόβλημα τους πολύ ψύχραιμα, στωικά, άλλοι με μεγάλη σύγχυση, άλλοι κλείνονταν στον εαυτό τους και δεν ήθελαν να έχουν επαφή με κανέναν, άλλοι ανέπτυσσαν μια εριστική συμπεριφορά, σαν να φταίγαν κάποιοι άλλοι για το πρόβλημα τους. Σε γενικές γραμμές ο κάθε καρκινοπαθής είχε τη δική του, ενίοτε απρόβλεπτη, συμπεριφορά.

Είχα κάποια θεωρητική γνώση από την εκπαίδευση μου στο Καρολίνσκα, όπου τις πρώτες εβδομάδες είχαμε μόνο μαθήματα για την ψυχολογία του ασθενή και συναντούσαμε ασθενείς με διάφορες σοβαρές παθήσεις. Διαβάζαμε μεταξύ των άλλων τα βιβλία του Παν Γκοΰλβεργ, διακεκριμένου Σουηδού ψυχιάτρου, και της Ελίζαμπεθ Κούμπλερ-Ρος, Αμερικανίδας ψυχολόγου, που είχε κάνει μεγάλη δουλειά με καρκινοπαθείς τελικού σταδίου. Είχα και «μισό» πτυχίο ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, αλλά το κυριότερο είναι η προσωπική μου εμπειρία στην αντιμετώπιση αρκετών καρκινοπαθών, κυρίως με μεταστάσεις στη σπονδυλική στήλη, στη Σουηδία και στην Ελλάδα.

Είναι πολύ διαφορετικό όμως να διαχειρίζεσαι το πρόβλημα υγείας κάποιου άλλου από το να διαχειρίζεσαι το δικό σου πρόβλημα, τον δικό σου καρκίνο. Όταν έχεις να κάνεις με το πρόβλημα του άλλου, μπορείς να δώσεις συμβουλές, να γίνεσαι «σοφός». Στο δικό σου πρόβλημα όμως συνήθως γίνεσαι «μικρός», ένας ανόητος «νάνος».
Μετά το χειρουργείο για τη δεύτερη υποτροπή ασχολήθηκα πιο ενεργά με τους προσωπικούς μου στόχους: δουλειά με το βιβλίο, εθελοντική δουλειά με καρκινοπαθείς, σε προσωπικό επίπεδο και σε ομάδες, ομιλίες σε συλλόγους καρκινοπαθών και σε συνέδρια ογκολογίας και ενέργειες για τη δημιουργία κέντρου ολιστικής αντιμετώπισης του καρκίνου και αυτογνωσίας στην Ελλάδα.

Είχα πολλούς δασκάλους στη ζωή μου στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης μου, αλλά ο καρκίνος ήταν ο καλύτερος δάσκαλος που είχα ποτέ, ήταν Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ και ένας καλός φίλος. Ο καρκίνος με έκανε να είμαι παρών στο ΤΩΡΑ, να ζω κάθε στιγμή, να μην ξεφεύγω από τον Εαυτό, την Πηγή, την Ύπαρξη, τον θεό, να νιώσω σε όλα μου τα κύτταρα ότι είμαι ένα με όλα και ότι δεν υπάρχει δυαδικότητα, ΕΓΩ και οι ΑΛΛΟΙ. Όσο και να ακούγεται παράξενο, είμαι «ευγνώμων» στον καρκίνο και στις υποτροπές με τα επακόλουθα τους.

Η ποιοτική ζωή, η ζωή με νόημα, άρχισε μετά τον καρκίνο. Μέχρι τότε δε ζούσα, προσπαθούσα να επιβιώσω και «να γίνω κάποιος» αντί «να είμαι». Είχα διαρκώς το άγχος να κάνω πράγματα, να βάζω στόχους για το μέλλον. Όταν ο στόχος είχε πραγματοποιηθεί, έβαζα άλλον, είχα ξεχάσει εντελώς να ζω στο τώρα και είχα χάσει την επαφή με τον πραγματικό μου εαυτό. Ο καρκίνος μου έδωσε την ευκαιρία να ξαναγεννηθώ, και να μετρώ την ηλικία μου από την εμφάνιση του. Σκέφτομαι βέβαια, μερικές φορές, ότι εντάξει, φτάνει πια, δε θέλω να μου ξανάρθει, αλλά μπαίνω στον εαυτό μου και στο τώρα και αμέσως φεύγουν αυτές οι σκέψεις, γιατί δεν είναι δυνατόν να είμαι παρών στο τώρα και να έχω ανησυχίες.

Η αφετηρία του ταξιδιού ήταν η διάγνωση του καρκίνου. Και είχε πολλές ενδιάμεσες στάσεις, μικρές και μεγάλες. Σταθμοί η αφετηρία και οι τρεις υποτροπές, μεγάλες στάσεις οι χειρουργικές επεμβάσεις, μικρότερες στάσεις οι χημειοθεραπείες και οι ακτινοθεραπείες, οι συχνοί έλεγχοι (περισσότερες από σαράντα μαγνητικές εγκεφάλου). Στην πορεία του ταξιδιού συνάντησα πολλούς εκπληκτικούς δασκάλους και φανταστικούς ανθρώπους-συνταξιδιώτες. Έκανα πράγματα που σε καμιά περίπτωση δε θα είχα την ευκαιρία να κάνω και μπορώ να πω ότι η Ιθάκη δεν με γέλασε…

Καθώς έγραφα τον Επίλογο του βιβλίου συνειδητοποίησα ότι το ταξίδι που έκανα με έχει φέρει σε επαφή με τον Θεό, μια επαφή που την είχα χάσει από τότε που τελείωσα το δημοτικό σχολείο. Η μεγάλη διαφορά ήταν ότι όταν ήμουν μικρός, η πίστη μου ήταν βασισμένη στον φόβο και στην τιμωρία που παραμόνευε αν έκανα κάτι που δε θα άρεσε στον Θεό· τώρα είναι βασισμένη στις εμπειρίες μου. Κανείς δεν έχει αποδείξει επιστημονικά ότι υπάρχει Θεός, όπως κανείς δεν έχει αποδείξει επιστημονικά ότι δεν υπάρχει Θεός. Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει Θεός και δε χρειάζομαι αποδείξεις γι’ αυτό.

Η επανασύνδεση μου με τον Θεό είναι βασισμένη στις βιωματικές μου εμπειρίες, όπου δεν υπάχει καμιά αμφιβολία ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Τον είδα, Τον άγγιξα, μίλησα μαζί Του, έκανα ερωτήσεις και πήρα απαντήσεις. Έκανα και ερωτήσεις στον Θεό και δεν πήρα απαντήσεις, το αποδεχόμουν, δεν έπρεπε να πάρω, θα τις έβρισκα μόνος μου ή δεν είχε νόημα να πάρω απάντηση. Και σε αυτή την επανασύνδεση είναι όλα γαλήνια, ατάραχα, αιώνια, δεν υπάρχουν απορίες και ερωτήσεις που χρειάζεται να απαντηθούν.

Στο βιβλίο Why God won’t go away (Γιατί ο Θεός δε θα πάψει να υπάρχει) οι συγγραφείς νευροθεολόγοι Νιούμπεργκ (Andrew Newberg)) και Ντ’Ακουίλι (Eugene D’ Aquili) ερευνούν βαθιά την αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου για την ύπαρξη Θεού. Πιστεύουν πως εάν δε συμβούν απρόβλεπτα και ανατρεπτικά  πράγματα ή επαναστατικές επιστημονικές ανακαλύψεις, ο Θεός θα υπάρχει όσος καιρός και να περάσει.

Ο Επίκτητος λέει: Η πραγματική μας φύση είναι Θεός. Η όλη μας ύπαρξη είναι Ενότητα. Γι’αυτό, αυτός που ξεχνάει την πραγματική του κατάσταση υποχρεώνεται στον κύκλο των γεννήσεων. Ο δε Πυθαγόρας: Όταν λατρεύεις τον Θεό διώχνεις τις σκέψεις σου από κοσμικά θέματα και έχεις τη θειότητα μόνο στη σκέψη σου.
Όπως λέει και ο Ραμάνα Μαχάρσι, δεν υπάρχει τίποτα στραβό στη δημιουργία του Θεού. Το μυστήριο και ο πόνος υπάρχουν μόνο στον νου.

Η Μπάιρον Κέιτι λέει: Υπάρχουν τριών ειδών υποχρεώσεις. Οι δικές μου, οι δικές σου και του Θεού. Μην ανακατεύεσαι στις δουλειές των άλλων και του Θεού.
Ποιος είμαι εγώ στο κάτω κάτω που θα ζητήσω από τον Θεό μια χάρη και θα ανακατεύομαι στις δουλειές του; Εγώ από τη μεριά μου κάνω αυτά που νιώθω ότι είναι καλό για μένα, για την ίαση μου, και προσπαθώ να πραγματοποιήσω τα σχέδια μου χωρίς άγχος. Και δε ζητώ από τον Θεό να με θεραπεύσει· όπως λέει και η Κάρολαϊν Μέις, μη ζητάς τίποτα από τον Θεό γιατί θα απογοητευτείς. Είμαι βέβαιος ότι ο Θεός, η Ανώτερη Δύναμη, το Ύψιστο Πνεύμα, η Συμπαντική Ενέργεια ξέρει τι είναι καλό για εμάς και δίνει στον κάθε άνθρωπο αυτό που χρειάζεται για να ανέβει επίπεδα συνειδητότητας, να έρθει σε επαφή με το θεϊκό κομμάτι του εαυτού του, να πραγματοποιήσει τον σκοπό της ζωής του, ο οποίος είναι, σύμφωνα με πολλούς αγίους και μύστες, η αυτογνωσία και η θέωση.

Δεν μπορώ να δώσω συγκεκριμένες συμβουλές σε άλλους καρκινοπαθείς τι να κάνουν, ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη ζωή του και για το πώς θα χειρίζεται προβλήματα και καταστάσεις, πολύ δε περισσότερο ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα όπως είναι ο καρκίνος. Με το βιβλίο αυτό αφηγήθηκα το ταξίδι που έκανα (ή έχω κάνει μέχρι τώρα) μετά τη διάγνωση.

Υπάρχουν πολλά καλά βιβλία (γραμμένα από καρκινοπαθείς ή ανθρώπους που εργάζονται με καρκινοπαθείς) που μπορεί να προμηθευτεί κάποιος, και να διαπιστώσει τι έχουν κάνει ασθενείς που έχουν επιζήσει· αυτό είναι το ελάχιστο που μπορεί να κάνει κανείς, αλλά είναι μια καλή αρχή. Η γνώση δεν είναι στα βιβλία. Όπως έχει πει και ο Αϊνστάιν, «είναι προσωπική εμπειρία, όλα τα άλλα είναι απλώς πληροφορίες». Τα εύπεπτα βιβλία, κυρίως αμερικάνικου στιλ, που αγοράζει κανείς στα περίπτερα και στα σουπερμάρκετ, με τίτλους όπως 10 τρόποι να θεραπευτείς από τον καρκίνο ή Πώς να φωτισθείς σε τρεις εβδομάδες, δεν είναι τα πλέον κατάλληλα.

Ο άνθρωπος που έχει περάσει καρκίνο θα πρέπει να πάρει τη ζωή στα χέρια του. Πρώτα πρώτα θα πρέπει να θέσει κανείς το ερώτημα στον εαυτό (με πολλή ειλικρίνεια), και η απάντηση να βγει από την καρδιά (ενεργειακά) και όχι από τον νου του, εάν θέλει να ζήσει. Και αν η απάντηση είναι «ναι», θα πρέπει να καταστρώσει ένα σχέδιο για το ποια θα είναι τα επόμενα βήματα.

Σε ένα σεμινάριο όπου ήμουν ομιλητής, με ρώτησε μια κυρία: «Θα έκανες αυτό το ταξίδι αν δεν είχες αρρωστήσει;» Της απάντησα: «Σίγουρα δε θα το έκανα σε αυτή την έκταση, μάλλον θα έκανα κάτι στο κομμάτι της αυτογνωσίας, ήταν κάτι που με ενδιέφερε και προτού να αρρωστήσω. Ο καρκίνος όμως με έσπρωξε, με οδήγησε σε αυτό το ταξίδι, το καλύτερο ταξίδι που έχω κάνει ποτέ και που το συνεχίζω, γιατί το ταξίδι αυτό δεν έχει τελειωμό».

Στο ίδιο σεμινάριο, μου έκανε και κάποιος άλλος την ερώτηση: «Πολύ καλά αυτά που μας λες, αλλά αφού όλοι θα πεθάνουμε, αξίζει τον κόπο να μπαίνουμε σε αυτή την ταλαιπωρία;» Υπάρχουν πολλές πιθανές απαντήσεις, μία από αυτές μπορεί να διατυπωθεί με ερώτηση: «Αφού στο τέλος όλοι πεθαίνουμε, υπάρχει λόγος να τρώει κανείς και να αγωνίζεται για να εξασφαλίζει τον επιούσιο ή άλλα αγαθά;» Δεν υπάρχουν σωστές ή λάθος απαντήσεις σε τέτοιες ερωτήσεις. Όπως λέει και η Μπάιρον Κέιτι: Δε με ενδιαφέρει αν είμαι σωστή ή λάθος, με ενδιαφέρει η αλήθεια. Τη σωστή απάντηση, την «αλήθεια», τη βρίσκει ο καθένας μόνος του.

Φιλοδοξία μου είναι αυτό το βιβλίο να φανεί χρήσιμο σε πολλούς καρκινοπαθείς. Να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους και να καταστρώσουν το δικό τους πρόγραμμα για μακρά επιβίωση, καλύτερη ποιότητα ζωής, ίαση, αυτογνωσία και «θέωση».

Ο τρίτος λόγος ο οποίος με ώθησε στη συγγραφή αυτού του βιβλίου είναι ένα όραμα που έχω από τότε που νόσησα και απέκτησα την εμπειρία της συμμετοχής σε σεμινάρια για καρκινοπαθείς και αυτογνωσίας: να συμβάλω στη δημιουργία ενός κέντρου Ολιστικής Αντιμετώπισης του Καρκίνου και Αυτογνωσίας. Όπως λέει και ο Βίκτορ Φρανκλ (Viktor Frankl), Αυστριακός ψυχίατρος και επιζών του Ολοκαυτώματος, στο βιβλίο του Man’s search for meaning (Αναζητώντας νόημα ζωής), αυτό που χρειάζεται ο άνθρωπος δεν είναι μια ζωή χωρίς άγχος αλλά μάλλον να αγωνίζεται για έναν στόχο που του αξίζει. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει βρεθούν χρήματα για την αγορά χώρου, την κατασκευή και τη λειτουργία του κέντρου. Μια άλλη δυνατότητα, και πιο οικονομική, είναι να βρεθεί ένας χώρος (υπάρχουν πολλά άδεια κτίρια στην Αθήνα) και να ξεκινήσει να λειτουργεί άμεσα.

Το κέντρο αυτό, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, θα μπορούσε να ονομαστεί ΚΟΑΚΑ – Κέντρο Ολιστικής Αντιμετώπισης του Καρκίνου και Αυτογνωσίας. Θα είναι τόπος συγκέντρωσης καρκινοπαθών, συγγενών, φίλων, και γενικά όποιων ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα για τον καρκίνο και για τον εαυτό τους. Ένα κέντρο στο οποίο, όταν θα είναι σε πλήρη λειτουργία, θα μπορεί να πηγαίνει όποιος θέλει, όποτε θέλει, με σκοπό να ενημερώνεται γύρω από τον καρκίνο. Θα υπάρχει τηλεφωνική γραμμή με 24ωρη λειτουργία, με εκπαιδευμένο προσωπικό, γραμματείς, κοινωνικούς λειτουργούς, θα παρέχεται ψυχολογική υποστήριξη από επαγγελματίες ψυχολόγους και ψυχιάτρους, φυσικοθε-ραπευτές, οστεοπαθητικούς, διατροφολόγους, δασκάλους διαλογισμού, γιόγκα, τσι γκονγκ, τάι τσι, και άλλους επαγγελματίες συμπληρωματικών θεραπειών. Ο καρκινοπαθής θα μπορεί να δουλέψει σε ομάδα στήριξης ή ατομικά, ενώ θα οργανώνονται ημερίδες με διάφορα θέματα γύρω από την ολιστική αντιμετώπιση του καρκίνου. Το καθαρά ιατρικό κομμάτι θα το φροντίζει ο ασθενής μέσω του θεράποντος ιατρού του. Η παροχή υπηρεσιών θα είναι δωρεάν ή με κάποιο μικρό συμβολικό ή κυμαινόμενο κόστος, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του ασθενή. Επίσης κάποιοι θα προσφέρουν εργασία εθελοντικά και κάποιοι εξειδικευμένοι θεραπευτές θα αμείβονται για την εργασία τους. Η χρηματοδότηση θα βασίζεται σε εθελοντικές προσφορές, κυρίως από εύπορους καρκινοπαθείς αλλά και εύπορους μη καρκινοπαθείς. Κάποια έσοδα θα συγκεντρώνονται από καλλιτεχνικές και αθλητικές εκδηλώσεις, συμμετοχή με πληρωμή σε αγώνες μια δυο φορές τον χρόνο – μια τακτική πολύ συνηθισμένη στο εξωτερικό.

Η γνώση είναι απαραίτητη γιατί η γνώση διώχνει τον φόβο. Πιστεύω ότι ένας τέτοιος χώρος, όπου θα συγκεντρωθεί η πολύπλευρη γνώση και οι εμπειρίες γύρω από τον καρκίνο και την ολιστική αντιμετώπιση του, είναι αναγκαίος, ίσως και ένας τέτοιος χώρος σε κάθε μεγάλη πόλη της Ελλάδας. Ας ξεκινήσουμε με έναν. Στην Ελλάδα της κρίσης υπάρχουν άνθρωποι που διαθέτουν χρήματα για τέτοιες πράξεις προσφοράς.

Μέχρι να γίνει πραγματικότητα το ΚΟΑΚΑ, καλό είναι να διοργανώνονται Σεμινάρια Ολιστικής Αντιμετώπισης του Καρκίνου, διάρκειας λίγων ή πολλών ημερών, σε έναν χώρο (ή περισσότερους χώρους) στην επαρχία, μακριά από τον τόπο κατοικίας, όπου ο καρκινοπαθής θα συμμετέχει με ένα ακόμα άτομο του οικείου ή φιλικού περιβάλλοντος. Ο καρκινοπαθής και ο/η συνοδός θα έχουν πολύ χρόνο στη διάθεση τους να εκφράσουν τα συναισθήματα τους, να μιλήσουν για τους φόβους τους, να αλλάξουν τις πεποιθήσεις τους, να θέσουν νέους στόχους με επίκεντρο τη ΖΩΗ. Έχω την εμπειρία συμμετοχής σε τέτοια σεμινάρια στη Σουηδία, στην Αμερική, στην Αγγλία και θεωρώ ότι έχουν ευεργετικά αποτελέσματα για τον καρκινοπαθή, την οικογένεια του αλλά και για το ευρύτερο περιβάλλον του. Τέτοια σεμινάρια μπορεί να οργανώνονται σε διάφορα μέρη στην επαρχία και να χρηματοδοτούνται από δωρεές και χρήματα που συγκεντρώνονται από διάφορες εκδηλώσεις, αλλά να υπάρχει και μια μικρή συμμετοχή, τουλάχιστον από αυτούς που έχουν οικονομική δυνατότητα.

902ΥΓ.: Τα συγγραφικά μου δικαιώματα τα χαρίζω στον Σύλλογο Καρκινοπαθών Εθελοντών Φίλων και Ιατρών (Κ.Ε.Φ.Ι.), ώστε να αποτελέσουν τη «μαγιά» για τη δημιουργία του ΚΟΑΚΑ.

Για περισσότερες πληροφορίες για το πώς μπορείτε να ενισχύσετε κι εσείς τους σκοπούς αυτούς επισκεφθείτε την ιστοσελίδα www.anticancerath.gr

Book For Thought | S1E8

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα