Υπάρχουν τρανές αποδείξεις που δείχνουν τους συμπαγείς δεσμούς ανάμεσα στη διατροφική ποιότητα και τις πιθανές διατροφικές ελλείψεις και στην πνευματική υγεία, όπως αποκάλυψε μια νέα διεθνής συνεργασία ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης και του Πανεπιστημίου Deakin.

Όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «The Lancet Psychiatry», πρωτοπόροι ακαδημαϊκοί υποστηρίζουν ότι, όπως συμβαίνει με μια σειρά ιατρικών περιπτώσεων, η ψυχιατρική και η δημόσια υγεία πρέπει τώρα να αναγνωρίσουν και να αποδεχτούν τη διαιτητική αγωγή και τη διατροφή ως καθοριστικούς παράγοντες για την ψυχική υγεία.

Ο επικεφαλής συγγραφέας, Dr. Jerome Sarris από το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης και μέλος του Διεθνούς Οργανισμού για την Έρευνα στη Διατροφική Ψυχιατρική (ISNPR), ανέφερε πως η ψυχιατρική βρίσκεται σε κρίσιμο στάδιο, με το υπάρχων μοντέλο να εστιάζει στην ιατρική, έχοντας μόνο μέτρια οφέλη από την επίρριψη της παγκόσμιας ευθύνης σχετικά με τη φτωχή ψυχική υγεία.

«Ενώ οι παράγοντες της πνευματικής υγείας είναι πολύπλοκοι, οι αναδυόμενες και πειστικές αποδείξεις ότι η διατροφή είναι καθοριστικός παράγοντας στη μεγάλη διάδοση και επικράτηση ψυχικών διαταραχών, υποδεικνύει ότι η διατροφή είναι τόσο σημαντική στην ψυχιατρική όσο και στην καρδιολογία, την ενδοκρινολογία και τη γαστρεντερολογία», υποστηρίζει ο Dr. Sarris.

«Τα τελευταία χρόνια, έχουν δημιουργηθεί σημαντικοί δεσμοί ανάμεσα στην διατροφική ποιότητα και την ψυχική υγεία. Επιστημονικές μελέτες έχουν συμβάλλει σημαντικά στην κατανόηση του ρόλου της διατροφής στην ψυχική υγεία», είπε χαρακτηριστικά.

Τι δείχνουν οι έρευνες

Τα αποτελέσματα της μελέτης αποκάλυψαν ότι εκτός από τη βελτίωση στη διατροφή, υπάρχουν στοιχεία που υποστηρίζουν ότι οι συνταγές που βασίζονται σε θρεπτικά συστατικά έχουν τη δυνατότητα να βοηθήσουν στη διαχείριση των ψυχικών διαταραχών τόσο σε ατομικό όσο και σε πληθυσμιακό επίπεδο.

Οι μελέτες δείχνουν ότι πολλά από αυτά τα θρεπτικά συστατικά σχετίζονται ξεκάθαρα με την υγεία του εγκεφάλου, όπως η Ω3, οι βιταμίνες του Β συμπλέγματος (ιδιαίτερα το φολικό οξύ και η Β12) , η χολίνη, ο σίδηρος, ο ψευδάργυρος, το μαγνήσιο, η βιταμίνη D και τα αμινοξέα.

«Eνώ υποστηρίζουμε την κατανάλωσή τους όπου είναι δυνατόν, η συνταγογράφησή τους ως συμπληρώματα διατροφής (συμπληρώματα θρεπτικών συστατικών) μπορεί επίσης να δικαιολογηθεί», είπε ο Dr. Sarris.

Η αναπληρώτρια καθηγήτρια Felice Jacka, ερευνήτρια από το Πανεπιστήμιο Deakin, και πρόεδρος του ISNPR διαπίστωσε ότι πολλές μελέτες, έχουν δείξει κάποια σχέση ανάμεσα στις υγιείς διατροφικές συνήθειες και την επικράτηση ενός μειωμένου κινδύνου για την κατάθλιψη και την αυτοκτονία σε όλους τους πολιτισμούς και όλες τις ηλικίες.

«Η μητρική και η παιδική διατροφή είναι επίσης παράγοντας επιρροής στην ψυχική υγεία των παιδιών, ενώ οι σοβαρές αδυναμίες σε ορισμένες από τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά κατά τη διάρκεια κρίσιμων αναπτυξιακών περιόδων έχουν εμπλακεί στην ανάπτυξη της κατάθλιψης και των ψυχωτικών διαταραχών», είπε.

Μια συστηματική μελέτη που δημοσιεύθηκε στα τέλη του 2014 έχει επίσης επιβεβαιώσει τη σχέση ανάμεσα στις «ανθυγιεινές» διατροφικές συνήθειες και τη φτωχή ψυχική υγεία σε παιδιά και εφήβους. Δεδομένης της πρώιμης έναρξης της κατάθλιψης και του άγχους, αυτά τα δεδομένα εστιάζουν στη βελτίωση της διατροφής ως μέσο για την πρόληψη της αρχικής εμφάνισης των κοινών ψυχικών διαταραχών.

Ο Dr. Sarris, εκτελεστικό μέλος του ISNPR, πιστεύει ότι είναι καιρός να υπερασπιστεί μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση στην ψυχιατρική, με τη διαιτητική αγωγή και τη διατροφή ως βασικά στοιχεία. «Ήρθε η ώρα για τους κλινικούς γιατρούς να εξετάσουν τη διατροφή και τις θρεπτικές ουσίες, ως μέρος του πακέτου θεραπείας με σκοπό τη διαχείριση του τεράστιου φορτίου της κακής ψυχικής υγείας», κατέληξε.

psychologynow.gr

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε