Της Αγγελικής Μπολουδάκη

Το άγχος είναι η αντίδραση μας σε έναν κίνδυνο, κυρίως φανταστικό. Το αίσθημα κινδύνου συνδέεται με μια εικόνα που διατηρούμε στη μνήμη μας, όπου στο παρελθόν ανακινήθηκαν μέσα μας, με καταιγιστικό τρόπο, συναισθήματα, τα οποία δεν μπορέσαμε να τα ελέγξουμε και δημιούργησαν ρωγμή στην ψυχή μας. Επιβιώσαμε σωματικά, αλλά ο ψυχισμός μας δέχτηκε απειλητικό βομβαρδισμό, έτσι κάθε παρόμοιο γεγονός, στο παρόν και στο μέλλον, ενοχοποιείται προκαταβολικά από μας, στην σκέψη ότι θα προκαλέσει τα ίδια επώδυνα συναισθήματα.

Το άγχος είναι λοιπόν μια αντίδραση στην κατάσταση κινδύνου που συνέβηκε τότε και όχι στην πρωτόγνωρη κατάσταση την οποία συναντάμε. Αποφεύγουμε όμως κάθε παρόμοια κατάσταση, για να μην έχουμε τον ίδιο αντίκτυπο στην ψυχή μας, ενώ ταυτόχρονα μας διχάζει η έλξη που διακινεί η επιθυμία μας για αυτήν την κατάσταση, για να αναλάβουμε το ρίσκο και να την ζήσουμε. Τα συμπτώματα δημιουργούνται για να αποφευχθεί η ιδέα να συμμετέχουμε στο γεγονός που φανταζόμαστε πως παραμονεύει ο κίνδυνος.

Αυτό που διαδραματίστηκε στο παρελθόν ήταν ένα γεγονός που αφορούσε εμάς και τα σημαντικά μας πρόσωπα, από τα οποία ήμασταν εξαρτημένοι τότε και η σχέση διαταράχτηκε από την πλευρά μας εξαιτίας της στάσης των γονιών στα συναισθήματά μας. Ένα παιδί που εκτίθεται σε ένα συναισθηματικό κίνδυνο, επειδή δεν προστατεύτηκε από τους γονείς του, ακόμα κι αν το αγαπούν εκείνοι, η καθησυχαστική αίσθηση που είναι απαραίτητη για τον ψυχισμό του κλονίζεται και μια αμφιβολία έρχεται να αποχρωματίσει τον εσωτερικό του κόσμο.

Αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης απευθύνεται στους γονείς που δεν τον προστάτεψαν, σε όλους τους ανθρώπους αργότερα, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό, αμφιβάλλοντας για το ότι θα τα καταφέρει, επειδή τα εσωτερικά του στηρίγματα είναι εύθραυστα. Όταν ένα παιδί εγκαταλείπεται και παραμένει έρμαιο των συναισθημάτων του, οι φόβοι οργώνουν τον ψυχικό του χώρο και η σπορά κάθε νέας καλλιέργειας εξαρτάται στη συνέχεια από αυτήν την δυναμική, χωρίς ο ίδιος να αντιλαμβάνεται τις αιτίες.

Ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει τους λόγους που οι ενήλικες υιοθετούν συγκεκριμένες συμπεριφορές και το μόνο που χρειάζεται είναι να του πει ο γονιός του, πως σε κάθε αλλαγή, όσο δύσκολη κι αν είναι αυτή, εκείνοι θα είναι κοντά του. Αν δεν καθησυχαστεί στο χρόνο που διαδραματίζεται το γεγονός, νιώθει κατακερματισμένο, δεν μπορεί να ενώσει τα κομμάτια του εαυτού του, γιατί φοβάται πως δεν θα υπάρξει μια σταθερή συνέχεια στη ζωή του. Κάθε φόβος εγκατάλειψης επισύρει μια θύελλα συναισθημάτων που πλήττουν το Εγώ του και ο τρόμος βιώνεται σαν θάνατος, ενώ ταυτόχρονα εκμηδενίζεται η αξία του, γιατί πιστεύει πως δεν αξίζει ώστε να ασχοληθούν οι γονείς του μαζί του.

Σε ένα ασταθές περιβάλλον βιώνει τον αφανισμό, χάνει τα σταθερά του σημεία, όποτε από φόβο να μην αναβιώσει παρόμοια συναισθήματα που έχουν ολέθριο αντίκτυπο στο ψυχικό του σύστημα, υιοθετεί συμπεριφορές δυσπροσάρμοστες για τον εαυτό του, όπου εγκλωβίζεται ο ίδιος και παραιτείται από τα θέλω του θυσιάζοντας τις επιθυμίες του. Έτσι, δεν κινδυνεύει να νιώσει το ίδιο συναίσθημα ψυχικού θανάτου. Για να διασφαλίσει τον εαυτό του ότι δεν θα συμμετέχει ξανά σε καταστάσεις που θα τον εκθέσουν σε ένα νέο κίνδυνο, υιοθετεί ένα αυστηρό εαυτό που προστάζει, απαγορεύει, κρίνει κάθε τι που θα τον οδηγούσε στην επιθυμία του, η οποία του προκαλεί μια δίνη αμφιθυμικών συναισθημάτων.

Κάθε τι που περιέχει φόβο διακινεί το άγχος μέσα μας, και οι επιλογές μας δεν είναι επιλογές που εκφράζουν πραγματικά εμάς, αλλά εξυπηρετούν περισσότερο ένα εαυτό αδύναμο, ανίσχυρο, αμήχανο, ένα εαυτό που βρίσκεται σε σύγχυση και σε υποδούλωση. Όταν λοιπόν μια επιθυμία έρχεται να μας συναντήσει, εμείς την απορρίπτουμε και υψώνουμε το τοίχος της επίκρισης προς εμάς στην ιδέα πως θα συμμετέχουμε, φοβούμενοι πως θα νιώσουμε την ίδια ανασφάλεια όπως τότε.

Ενώ ταυτόχρονα προβάλλουμε αυτό το συναίσθημα στους άλλους πιστεύοντας πως εκείνοι θα μας απορρίψουν ή το μεταθέτουμε απορρίπτοντάς τους εμείς, κάθε φορά που τολμάμε κάτι καινούργιο, προλαβαίνοντας την υποτιθέμενη απόρριψη. Υποσυνείδητα χρεώνουμε στον εαυτό μας το λάθος, πιστεύοντας πως εμείς εκθέσαμε τον εαυτό μας στον κίνδυνο και άρα φταίγαμε για αυτό που προκαλέσαμε. Γεμάτοι ενοχές φροντίζουμε να οχυρώνουμε τον εαυτό μας από παρόμοιες εκθέσεις, αποφεύγοντας την ζωή.

Ένα παιδί νιώθει μια βαθιά λαχτάρα για τα πρόσωπα που αγαπά και το μεγαλώνουν. Εξαρτάται η ζωή του και η ψυχική του επιβίωση από αυτά. Δεν μπορεί λοιπόν να κρίνει τα πρόσωπα που εξαρτάται από εκείνα, γιατί ένας αποχωρισμός από ένα πρόσωπο υψηλής αξίας θα σημάνει το θάνατο για αυτόν. Πιστεύει πως αν το κάνει, θα τιμωρηθεί και θα χάσει την στοργή και την αφοσίωση τους. Ο άνθρωπος χωρίς την αίσθηση ότι είναι σημαντικός για τα πρόσωπα που αγαπά, δεν ζει.

Στρέφει λοιπόν αυτόν το θυμό στον εαυτό του, προστατεύοντας τους γονείς του από τα συναισθήματα του, αλλά και τα εσωτερικά του σύμβολα που τους εκφράζουν, ως συναισθηματικά στηρίγματα για εκείνον, ενώ μετατοπίζει αυτόν το θυμό στον εαυτό του. Η αυστηρότητα αποτελεί ένα φράγμα για κείνον, για να μην ξεχειλίσουν τα συναισθήματα και τον πνίξουν. Δεν κινδυνεύει να τους χάσει, χάνει όμως τον εαυτό του, γιατί κάθε συναίσθημα που δονείται από ισχυρή ένταση χτυπά αλύπητα τον πυρήνα του εγώ του.

Όταν, λοιπόν, μια επιθυμία έρχεται να τον συναντήσει, ανασύρει όλα εκείνα τα απωθημένα συναισθήματα και τους φόβους ότι θα πάθει τόσο ο ίδιος κακό όσο και τα αγαπημένα πρόσωπα της παιδικής του ηλικίας από την αφύπνισή τους. Οτιδήποτε όμως αποτελεί απειλή για το πρόσωπο που αγαπά, σε φαντασιακό ή σε πραγματικό επίπεδο, γίνεται τρόμος που δυναστεύει τον ψυχισμό του στερώντας τα ηνία της λογικής του και οδηγώντας τον στο παράλογο.

Προκειμένου να μην έρθει αντιμέτωπος με τον όλεθρο του αφανισμού, κάθε επιθυμία που σηματοδοτεί ένα φόβο αποσύρεται ή διώκεται, ενοχοποιώντας τον εαυτό του και κατηγορώντας τα πρόσωπα του παρόντος που φαντάζεται πως ευθύνονται για την αφύπνιση της επιθυμίας του. ‘Αν εγώ πάψω να επιθυμώ, αν κατηγορήσω τους άλλους που συναινούν στην ενεργοποίηση της λάβας, η οποία θα κατακάψει τα πρόσωπα τα οποία είναι αδύναμα να με αποχωριστούν ή με χρησιμοποιούν ως δική τους ασφάλεια, τότε δεν κινδυνεύω να χάσω την αγάπη τους’.

Έτσι το άγχος εγκαθίσταται και αποσύρει το ενδιαφέρον του, στρέφοντας τον εαυτό του σε υποκατάστατες λύσεις, ενώ το σύμπτωμα χρησιμεύει ώστε να μην αφυπνιστεί η επιθυμία για ζωή.  Ένας άνθρωπος, αν απειληθεί από επώδυνα γεγονότα και κατακλυστεί από συναισθήματα που δεν μπορεί να τα διαχειριστεί, τότε χρειάζεται να βοηθηθεί για να ανασυνταχθεί ο ψυχισμός του και να διορθωθούν οι λάθος εγγραφές που τον σέρνουν σε δαιδαλώδεις διαδρομές χωρίς διέξοδο.

——

Η Αγγελική Μπολουδάκη είναι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός στα Χανιά, τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Είναι συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι

Συγγραφέας Αγγελική Μπολουδάκη

Είμαι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός στα Χανιά με ειδίκευση και μακροχρόνια εμπειρία στην ψυχοθεραπεία και στη συμβουλευτική ενηλίκων και εφήβων. Τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε