Της Αγγελικής Μπολουδάκη

«Έλα να παίξομε…θα σου χαρίσω τους πύργους μου. Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου» – Μανόλης Αναγνωστάκης

– Είμαι ένα οστρακόδερμο χωρίς κέλυφος. Το δέρμα μου παραμένει διάτρητο, εκτεθειμένο στον πόνο. Ζούσα σε ένα παραμύθι. Χρόνια τώρα να γίνομαι τα πάντα για τους άλλους, να προσφέρομαι στο βωμό της ανάγκης για αγάπη μιαν αγάπη που μου την στέρησαν, που δεν μου δόθηκε απλόχερα.

Ένας άνθρωπος που έχασε την πίστη του στην αγάπη. Την έψαχνε στο περιθώριο των άλλων∙ εκεί νόμιζε πως κρυβόταν. Ίσως για αυτό, το κρυφτό ήταν το αγαπημένο του παιχνίδι. Τη γύρευε με αγωνία. Κι όλο του κρυβόταν. Ήλπιζε πως αυτό το παιχνίδι θα έπαιρνε ένα τέλος. Θα φανερωνόταν αυτό που του χρωστούσαν ή έτσι νόμιζε. Εκεί, στη σκέπη του παραμυθιού φανταζόταν ότι, αυτό που του έδιναν οι άλλοι, ήταν αγάπη αγάπη γενναιόδωρη και όχι υποχρέωση.

Η λέξη γινόταν μια πλαστελίνη στα χέρια του, που μπορούσε να παίξει μαζί της, να της δώσει ότι σχήμα ήθελε, αλλά κυρίως να την ορίσει. Γινόταν ο μυστικός ιδιοκτήτης της, την κατείχε επιτέλους, γινόταν δική του. Έτσι έπαιρνε δύναμη. Κάπου είχε διαβάσει ότι δυνατός μπορείς να γίνεις μόνο, όταν μπολιαστείς από την αγάπη. Αυτήν έψαχνε. Να κατακτηθεί από αυτήν, για να κατακτήσει.

Στα όνειρά του έσβηνε την απουσία που υπήρχε στη ζωή του, το λίγο που του έκλεβε τη χαρά από τη ζωή του. Ένα παραμύθι ήταν ο κόσμος του με ευτυχισμένο τέλος ή έτσι νόμιζε, έτσι ήθελε να πιστεύει. Μεγάλωνε και μαζί του απλωνόταν και η ματιά του πέρα από αυτό που ήταν ο μικρόκοσμός του. Η χρυσόσκονη του παραμυθιού αφηνόταν πλέον στη δύναμη του ανέμου. Ο άνεμος ξεσκέπασε την αλήθεια και μαζί του έφερνε και την αποκάλυψη. Η απουσία υπήρχε. Η έλλειψη δεν μπορούσε να ζωγραφίσει τη σκιά. Υπήρχε και επιτακτικά ζητούσε κάτι από αυτόν: να την αναγνωρίσει ως σκιά, να συναντηθεί με τα ερημικά ίχνη που τον ακολουθούσαν από παιδί.

Μόνος του δεν μπορούσε να υπάρξει. Χωρίς αυτά που ήταν τα ψηφιδωτά του πίνακά του, συγκολλημένα πάνω του να του θυμίζουν μια ζωή παραδομένη στον πόνο, δεν μπορούσε να υπάρξει… Ζούσε με φαντασιώσεις, γιατί η πραγματικότητα ήταν πολύ σκληρή, για να μπορέσει να την αντέξει.

Είχε φτιάξει ένα φανταστικό κέλυφος, το οποίο ήταν δημιούργημα της μοναξιάς του, που τον απομάκρυνε από το βλέμμα των άλλων, που του επέτρεπε να γίνει η κρυψώνα του. Εκεί μετρούσε τα λάφυρά του. Ένα μαργαριτάρι, που η αξία του ήταν τέτοια, όσο κι ο πόνος του, αμύθητη, ανεκτίμητη, απεριόριστη. Σαν το μύθο του φανταστικού κόσμου, όπου είχε φυλακίσει τα όνειρά του. Κι εκείνος δεν είχε όρια.
Έτσι, μπορούσε να καταφεύγει σε αυτόν, κάθε φορά που είχε ανάγκη από ένα παραμύθι, για να αποδράσει από μια σκληρή πραγματικότητα που τον διαπερνούσε ως το μεδούλι της ψυχής του.

Τον κρατούσε όμως μακριά από εκείνους που αγαπούσε, από εκείνους που η αποδοχή της αγάπης τους θα ήταν η λύτρωσή του, η απελευθέρωσή του από την σκλαβιά που αιχμαλώτιζε τον εαυτό του. Η σκέψη της αγάπη τους τον έπεισε να δραπετεύσει από την εσωτερική του φυλακή.

Αλλά όταν απέδρασε από αυτήν, η ελευθερία του τον τρόμαξε και νοστάλγησε την φυλακή του. Σε αυτήν είχε πλάσει το μύθο του, ένα μύθο μοναχικό αλλά γνώριμο. Οι εσωτερικοί του εχθροί παραμόνευαν για να τον επιστρέψουν. Μια ζωή παραδομένη στον πόνο τον έκανε να αμφιβάλλει για την αλήθεια εκείνων που τον αγαπούσαν. Ανήμπορος να καλοδεχτεί το ξαστέρωμα γυρεύει ξανά την καταχνιά της ψυχής του για να κρυφτεί.

– Είμαι ένα οστρακόδερμο χωρίς κέλυφος. Ο πόνος εισχωρεί και μαζί του μετριάζονται οι αντοχές μου. Σκέφτεται να το δημιουργήσει ξανά, από την αρχή. Η διαδικασία είναι πλέον γνώριμη. Χαίρεται. Φαίνεται να τα καταφέρνει. Νιώθει δημιουργός, παρότι τον έχουν καταβάλλει οι συγκρούσεις του, γιατί αυτό που κάνει δεν το αγαπά πλέον. Παρατηρεί σκεπτικός το δημιούργημά του. «Με αυτό θα κάνω την εμφάνισή μου», μονολογεί, «μια θεαματική εμφάνιση». Προσπαθεί να κινηθεί. Οι κινήσεις του τον πληγώνουν. Έφτιαξε μια πανοπλία, όπου δεν επιτρέπει τίποτα να εισχωρήσει, τίποτα που θα μπορούσε να τον πληγώσει, αλλά και τίποτα που θα μπορούσε να τον αγαπήσει.

Τι σημασία έχει που δεν μπορεί να κινηθεί; Ένας σκαντζόχοιρος που κουλουριάζεται δεν κινδυνεύει από την αγάπη που τολμά να τον πλησιάσει. Τα αγκάθια του γίνονται απειλή για τους άλλους. Έτσι τους απομακρύνει. Η χαρά του γίνεται θλίψη. Η προστασία φυλακή. Τα συναισθήματα επαναλαμβάνονται. Και τώρα ο ίδιος τα έχει προκαλέσει.

– Είμαι ένα οστρακόδερμο χωρίς κέλυφος. Φοβάμαι να προχωρήσω, να κολυμπήσω σε μέρη που μου είναι άγνωστα. Παίρνω όμως το φόβο μου αγκαλιά και αποχωρίζομαι την πανοπλία μου. Είναι δυσκίνητη και δεν μου ταιριάζει. Έτσι βέβαια, έχω πιο πολλές πιθανότητες να πληγωθώ. Θα τολμήσω όμως να κάνω το ταξίδι μου, θα αναζητήσω τα όνειρά μου, θα συντροφεύσω με ανθρώπους που νιώθω πως με καταλαβαίνουν, όπου η αποδοχή τους θα ενισχύσει την επιθυμία μου για ζωή.

Ένα απαλό πάπλωμα θα γίνει η αποφασιστικότητά μου για ζωή, που θα αντικαταστήσει το κέλυφος μου. Θα με σκεπάζει και θα με προστατεύει από το κρύο που ένιωσα κάποτε και θα με βοηθά ώστε να συνηθίζω στην άγνωστη ζέστη που με απομακρύνει από τους άλλους. Χρειάζομαι όμως και σένα μαζί μου για να έχει νόημα η προσπάθεια μου. Θα είσαι στο πλάι μου, σε παρακαλώ;

——

Η Αγγελική Μπολουδάκη είναι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός στα Χανιά, τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Είναι συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι

Συγγραφέας Αγγελική Μπολουδάκη

Είμαι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός στα Χανιά με ειδίκευση και μακροχρόνια εμπειρία στην ψυχοθεραπεία και στη συμβουλευτική ενηλίκων και εφήβων. Τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε