- Sponsored Ad -

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ ήταν Γαλλίδα συγγραφέας, διανοούμενη, φιλόσοφος, ακτιβίστρια και φεμινίστρια, σύντροφος του διάσημου υπαρξιστή φιλοσόφου Ζαν-Πωλ Σαρτρ, έγινε ένα από τα πιο φωτεινά γυναικεία σύμβολα του 20ού αιώνα.

Η Σιμόν Λισί Ερνεστίν Μαρί Μπερτράν ντε Μποβουάρ γεννήθηκε στο Παρίσι στις 9 Ιανουαρίου του 1908. Ο πατέρας της ήταν δικηγόρος,

Σιμόν ντε Μποβουάρ

Σιμόν Ντε Μποβουάρ

αριστοκρατικής καταγωγής, συντηρητικός δεξιός και άθεος, που εργαζόταν για το κράτος και η μητέρα της, μια βαθιά θρησκευόμενη γυναίκα που προερχόταν από εύπορη αστική οικογένεια. Ωστόσο, οι Ντε Μποβουάρ θα χάσουν το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Σιμόν από μικρή αντέδρασε στη θρησκευτική και συντηρητική ανατροφή που επεδίωξε να της δώσει η μητέρα της, αποκαλύπτοντας έτσι, τον αντισυμβατικό της χαρακτήρα. Την πορεία της χάραξε από νωρίς, απορρίπτοντας για τον εαυτό της, το ρόλο της συζύγου και μητέρας και επιθυμώντας να γίνει δασκάλα και συγγραφέας.

Το καθολικό, συντηρητικό περιβάλλον του ιδιωτικού σχολείου θηλέων στο οποίο φοιτά και θα παραμείνει μέχρι τα 17 της χρόνια, την πνίγει. Από τα 14 της έχει ήδη αντιληφθεί την έμφυτη αθεϊα της και αποφασίζει να σπουδάσει φιλοσοφία, για να ερευνήσει περαιτέρω το ζήτημα του θεού. Στο σχολείο αυτό, θα συνάψει τον πρώτο της ερωτικό δεσμό με την Elizabeth Mabille (Zaza), ο ξαφνικός θάνατος της οποίας, θα τραυματίσει την ψυχή της Σιμόν για πάντα. Το 1927 γίνεται δεκτή στο Τμήμα Φιλοσοφίας της Σορβόνης, όπου με τους συμμαθητές της Μερλο-Ποντί και Λεβί-Στρος, θα παραμείνει σε φιλοσοφικό διάλογο για όλη της τη ζωή.

Το 1929 κερδίζει τη δεύτερη θέση σε σημαντικό σπουδαστικό διαγωνισμό φιλοσοφίας, χάνοντας την πρώτη θέση από ένα ιδιαίτερο και χαρισματικό νεαρό σπουδαστή, το Ζαν-Πολ Σαρτρ. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ σε ηλικία 21 χρόνων έγινε η νεαρότερη καθηγήτρια φιλοσοφίας στη Γαλλία. Η συνάντησή της με το Ζαν-Πολ Σαρτρ υπήρξε μοιραία και καθοριστική. Στο πνεύμα του Σαρτρ, η Μποβουάρ αναγνωρίζει για πρώτη φορά, κάποιον αντάξιό της. Θα γίνουν αχώριστοι και θα παραμείνουν μαζί για την υπόλοιπη ζωή τους ως «ουσιώδεις εραστές» όπως το έθεταν οι ίδιοι, έχοντας παράλληλα διάφορα ερωτικά ειδύλλια, όποτε τους προέκυπταν.

Σιμόν ντε Μποβουάρ και Ζαν Πολ Σαρτρ

Σιμόν ντε Μποβουάρ και Ζαν Πολ Σαρτρ

Οι δυο τους δεν παντρεύτηκαν ποτέ, η Μποβουάρ αρνήθηκε την πρόταση γάμου που της έκανε ο Σαρτρ το 1931, δεν έκαναν παιδιά και δεν έμεναν κάτω από την ίδια στέγη. Ωστόσο, παρέμειναν ερωτικοί και πνευματικοί σύντροφοι μέχρι το τέλος της ζωής τους. Καθηγητές και οι δυο αλλά διορισμένοι σε διαφορετικές πόλεις, είχαν συνηθίσει να παίρνουν το τραίνο και να συναντιούνται άλλοτε στη Χάβρη και άλλοτε στη Ρουέν, για να πιουν καφέ, να γευματίσουν και να συζητήσουν για ατελείωτα θέματα, κεντρίζοντας ο ένας το πνεύμα του άλλου.

Η ελεύθερη συμβίωση και σχέση τους προκάλεσαν τα ήθη της εποχής τους και άλλαξαν το πρότυπο του «αξιοπρεπούς γάμου», εισάγοντας την έννοια της ελευθερίας ενός άνδρα και μιας γυναίκας που αποφάσισαν να ζουν σαν ζευγάρι, επιτρέποντας στον εαυτό τους να συνάπτουν ερωτικές σχέσεις με τρίτα πρόσωπα χωρίς αυτό να επηρεάζει τη μεταξύ τους αφοσίωση και αγάπη.

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ, μετά το 1968, θεωρήθηκε η μητέρα του φεμινισμού. Στο διάσημο έργο της «Δεύτερο Φύλλο», ως υπαρξίστρια που είναι, αποδέχεται την αρχή πως η ύπαρξη προηγείται της ουσίας και επομένως, δεν γεννιέται κανείς γυναίκα αλλά γίνεται. Αναφερόμενη στην πρώιμη φεμινίστρια Mary Wollstonecraft που ακόμη και αυτή θεωρεί τους άντρες ως το ιδανικό που θα έπρεπε να ανέλθουν οι γυναίκες, καυτηριάζει τη στάση αυτή, υποστηρίζοντας ότι έχει κρατήσει πίσω τις γυναίκες διατηρώντας την αντίληψη πως οι γυναίκες είναι η παρέκκλιση από το κανονικό, ότι είναι παρείσακτες που προσπαθούν να εξομοιωθούν με την “κανονικότητα”. Λέει επίσης, πως αν ο φεμινισμός θέλει να προχωρήσει, πρέπει να καταρρίψει την υπόθεση αυτή.

Η ζωή και η σκέψη της Σιμόν ντε Μποβουάρ ξέφευγαν από τα στενά φεμινιστικά πλαίσια, περιπλέκονταν με τον υπαρξισμό, την Αριστερά, τη σεξουαλική απελευθέρωση, τη Γαλλική διανόηση και επηρέασαν σε επίπεδο ιδεών και φαινομένων την κοινωνία. Από το 1931 έως το 1943 δίδαξε φιλοσοφία στη μέση εκπαίδευση.

Σιμόν Ντε Μπορβουάρ

Το 1940, με τη ναζιστική κατοχή της Γαλλίας, οι απόψεις της θα τεθούν στο στόχαστρο του γερμανού κατακτητή (είχε ήδη δεχτεί επίσημη επίπληξη στο σχολείο της Ρουέν που δίδασκε, για τη δριμεία κριτική που ασκούσε στον περιορισμένο ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία) και η ίδια θα απαλλαχθεί από τα διδακτικά της καθήκοντα, από τη φιλοναζιστική κυβέρνηση. Θα καταφέρει πάντως, λίγο αργότερα, να διοριστεί εκ νέου σε σχολείο, αυτή τη φορά όμως θα είναι γονική καταγγελία για σεξουαλική διαφθορά μαθήτριά της, που θα της στερήσει μια για πάντα τη θέση της εκπαιδευτικού, το 1943. Ποτέ πια δεν θα επέστρεφε στη διδασκαλία, παρά το γεγονός ότι λάτρευε το σχολικό περιβάλλον.

Από εκεί και πέρα αρχίζει ουσιαστικά η λογοτεχνική της καριέρα, γράφοντας το μυθιστόρημα «Το αίμα των άλλων» το 1945, που χαρακτηρίστηκε ως το σημαντικότερο υπαρξιστικό λογοτεχνικό έργο, στα χρόνια της γαλλικής αντίστασης. Ακολούθησε το φιλοσοφικό της δοκίμιο «Πύρρος και Κινέας».

Κατά τη διάρκεια της κατοχής, η Μποβουάρ έρχεται σε επαφή με τον Καμύ, τον Ζενέ, τον Πικάσο και άλλα «αντιστασιακά στοιχεία» του Παρισιού, ενώ παίρνει μέρος στην οργάνωση ‘Σοσιαλισμός και Ελευθερία’ που ιδρύει ο Σαρτρ στα πλαίσια της αντίστασης. Τον Οκτώβριο του 1945, όταν ο πόλεμος τελειώνει, αρχίζει η χρυσή εποχή για τη Σιμόν, που εκδίδει μαζί με τον Σαρτρ το πολιτικό περιοδικό «Μοντέρνοι Καιροί», στις σελίδες του οποίου αντανακλάται η ανατρεπτική της σκέψη πάνω στην πολιτική, τη φιλοσοφία και το γυναικείο ζήτημα. Ο τίτλος του περιοδικού είναι δανεισμένος από την ομώνυμη ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν.

Η δεκαετία του ’70, η μεγάλη στιγμή του φεμινιστικού κινήματος, θα βρει την Μποβουάρ να είναι πλέον ενεργό μέλος του γυναικείου αγώνα: συμμετέχει σε διαδηλώσεις και συγκρούσεις, εκφωνεί πύρινους λόγους για τη θέση της γυναίκας και αναλαμβάνει πρωτοβουλίες δράσης για την ανατροπή των καταπιεστικών συνθηκών του γυναικείου ρόλου, όπως ο εγκαινιασμός φεμινιστικής στήλης στην εφημερίδα της «Les Temps Modernes» και πολλά ακόμα.

Ένα μεγάλο μέρος του συγγραφικού της έργου είναι αφιερωμένο σε αυτοβιογραφικά κείμενα, που εκτός από το προσωπικό ενδιαφέρον, αποτελούν ένα πορτρέτο της πνευματικής ζωής της Γαλλίας, από τη δεκαετία του ’30 έως τη δεκαετία του ’70 «Αναμνήσεις ενός καθωσπρέπει κοριτσιού», Η δύναμη της ζωής», «Η δύναμη των πραγμάτων». Το έργο της «Ένας πολύ γλυκός θάνατος» που εκδόθηκε το 1964 αναφέρεται στο θάνατο της μητέρας της σε κάποιο νοσοκομείο του Παρισιού.

Μαζί με τον Σαρτρ ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο, γνώρισαν τον Τσε, τον Φιντέλ, όλες τις μεγάλες προσωπικότητες της εποχής. Φωτογραφήθηκαν παρέα αμέτρητες φορές. Έγιναν το πιο γνωστό αντισυμβατικό ζευγάρι διανοουμένων στον πλανήτη. Όταν στη δεκαετία του ’70, ο Σαρτρ έπαθε εγκεφαλικό και άρχισε να τυφλώνεται, η Μποβουάρ ξεκίνησε να του παίρνει συνεντεύξεις, μεγάλες, ατελείωτες συνεντεύξεις για να διασώσει ατόφια την υπέροχη σκέψη του, προτού αυτή σφαλίσει για πάντα.

Το 1981 έγραψε το βιβλίο «Η τελετή του αποχαιρετισμού», έναν απολογισμό γεμάτο πόνο, των τελευταίων χρόνων του Σαρτρ. Δεν ξαναέγραψε ποτέ από τότε. Η Σιμόν Ντε Μποβουάρ πέθανε στις 14 Απριλίου του 1986 από πνευμονία, έξι χρόνια από το θάνατο του αγαπημένου της Ζαν-Πολ Σαρτρ. Θάφτηκε δίπλα του, στο Κοιμητήριο Μονπαρνάς των Παρισίων, αχώριστοι πάντα, όπως ταιριάζει στους «αιώνιους εραστές».

[toggle title="Πηγές"]

el.wikipedia.org

tvxs.gr

www.sansimera.gr

www.athensvoice.gr

www.newsbeast.gr

[/toggle]

-Sponsored Ad-

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε