Παράθυρο με θέα

Ένα παιδάκι δέκα χρονών καθόταν στο παράθυρο του σπιτιού του που είχε θέα έναν από τους πολυσύχναστους δρόμους της πόλης του. Καθώς έμενε στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας, μπορούσε να δει τον κόσμο και τα αυτοκίνητα που περνούσαν κάθε μέρα κάτω από το σπίτι τους.

Όποτε είχε χρόνο μετά που τελείωνε το διάβασμά του καθόταν πάντα στον καναπέ δίπλα στο παράθυρο κρατώντας μια κούπα ζεστή σοκολάτα που του έφτιαχνε η μαμά του. Κοιτούσε τους ανθρώπους που περπατούσαν στο πεζοδρόμιο, αυτούς που έριχναν φευγαλέα μια ματιά στις βιτρίνες των μαγαζιών. Παρατηρούσε όλο τον κόσμο. Μια μέρα όμως του γεννήθηκε μια απορία και ρώτησε την μαμά του για να του τη λύσει:

– Μανούλα θέλω να σε ρωτήσω κάτι

– Ρώτα με παιδάκι μου

– Γιατί όλος αυτός ο κόσμος που περνάει ο ένας δίπλα στον άλλον δεν κοιτάζονται ποτέ μεταξύ τους και δε λένε ποτέ καλημέρα ή καλησπέρα;

– Γιατί το λες αυτό παιδάκι μου;

Διαβάστε επίσης από τον Άγγελο Παπαντωνίου


– Να, τους βλέπω από εδώ ψηλά και δε βλέπω να ανοίγει κανείς το στόμα του για να μιλήσει ή να χαμογελάσει στον άλλον. Πριν από μερικές μέρες που είχαμε πάει στον παππού και στην γιαγιά στο χωριό, όταν πήγαινα βόλτα μαζί τους κάθε ένας τους χαιρετούσε με μια λέξη ή χαμογελώντας και κουνώντας το κεφάλι τους.

– Κοίταξε παιδάκι μου. Η ζωή στο χωριό με την ζωή στην πόλη διαφέρει πολύ.

– Τι εννοείς;

– Στο χωριό όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, είναι γείτονες, συγγενείς, φίλοι και πολλά άλλα. Βοηθάει ό ένας τον άλλον, πότε με ανταλλαγή δηλαδή σαν συμφωνία, θα σε βοηθήσω και θα με βοηθήσεις και πότε απλά από την καλή τους τη καρδιά γιατί συμπάσχει ο ένας στο πρόβλημα του άλλου. Στην πόλη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Είναι πολύ περισσότερος ο κόσμος που ζει εδώ και δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Όλοι βιάζονται γιατί πρέπει να πάνε στις δουλειές τους ή έχουν προβλήματα που καθώς περπατάνε για να πάνε στον προορισμό τους σκέφτονται μήπως βρουν κάποια λύση και απλά προχωράνε μηχανικά.

– Ναι μανούλα αλλά συναντάει ο ένας τον άλλον, δε θα πρέπει να πει κάτι κάποιος;

– Όταν δεν γνωρίζει ο ένας τον άλλον νοιώθει ένα φόβο να πει κάτι. Δε ξέρεις πως θα σου φερθεί ο απέναντι σου. Μπορεί και να σε προσβάλει απλά μόνο και μόνο επειδή του μίλησες. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι παιδάκι μου. Στην πόλη κυριαρχεί σε κάποιους ανθρώπους ο φόβος για το άγνωστο που υπάρχει δίπλα τους. Βλέπονται ορισμένοι κάθε μέρα, συναντιούνται στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα και δε μιλάει κανείς τους στον διπλανό τους. Όλοι είναι γνωστοί μεταξύ τους αλλά το κυριότερο είναι ότι είναι άγνωστοι και δε κάνουν τίποτα για να το αλλάξουν αυτό.

– Έτσι κάνεις και εσύ μανούλα; Δε μου αρέσει αυτό. Θέλω να πάμε να μείνουμε με τον παππού και την γιαγιά. Εκεί οι άγνωστοι μου χαμογελάνε και ορισμένοι μου δίνουν και από ένα γλυφιτζούρι.

Έβαλε η μάνα το κεφάλι κάτω και χωρίς να πει κουβέντα συνέχισε τις δουλειές της γνωρίζοντας ότι το παιδάκι της είχε δίκιο σε όλα. Αλλά δυστυχώς αυτός είναι ο κόσμος μας.

Συγγραφέας Άγγελος Παπαντωνίου

Σπούδασα Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων και απασχολούμαι στον τομέα του τουρισμού. Από μικρό παιδί θαύμαζα τα άτομα που είχαν την ικανότητα και το θάρρος να αποτυπώνουν τις σκέψεις τους. Το να βλέπω την φαντασία μου να παίρνει γραπτή μορφη και να γίνεται αποδεκτή και αρεστή με χαροποιεί πολύ.

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε