Χόρχε Μπουκάι: Τύχη και ατυχία, δυο όψεις του ίδιου νομίσματος

Αν επιμένω να μιλάω για την επίδραση της τύχης και για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στον ταραγμένο μας κόσμο, το κάνω γιατί θα ήθελα κανείς να μην ξεχνάει πως τα περισσότερα ανθρώπινα σχέδια – ακόμη κι αυτά που τα έχουμε καλά μελετήσει, τεστάρει, προγραμματίσει -, πρέπει να θεωρούνται, σε κάποιο βαθμό, αβέβαια.

Θα ήταν καλό και ρεαλιστικό να δεχτεί κανείς ταπεινά ότι, καμιά φορά, η προσπάθεια δεν αρκεί. Τα πράγματα μπορεί να μην πάνε καλά, οι προβλέψεις μπορεί να μην πέσουν μέσα, η συμπεριφορά – και προπάντων ο ρόλος – των άλλων δεν μπορεί να υπολογιστεί πάντα με ακρίβεια (και ενίοτε ούτε κατά προσέγγιση). Καλό θα ήταν να δεχτούμε αυτούς τους περιορισμούς, όχι για να ενισχύσουμε την απαισιοδοξία μας, αλλά για να παραμείνουμε σε ετοιμότητα απέναντι στις τυχαίες αλλαγές της πραγματικότητας.

Το Λεξικό της Βασιλικής Ακαδημίας ορίζει την τύχη ως: «Αλυσίδα γεγονότων που θεωρούνται συμπτωματικά ή τυχαία. Το να είσαι, από καθαρή σύμπτωση, αυτό που συμβαίνει ή προκύπτει, ευνοϊκό ή εχθρικό προς τους ανθρώπους ή τις καταστάσεις».

Μπορούμε βεβαίως να συμφωνήσουμε σε γενικές γραμμές με τον ορισμό, αν και το «τυχαίο» μερικές φορές δεν είναι τυχαίο αλλά απρόβλεπτο, και το ευνοϊκό για κάποιους μπορεί να είναι, την ίδια στιγμή, εχθρικό για κάποιους άλλους… ίσως όχι συχνά, ωστόσο, συμβαίνει πότε πότε. Είναι πολύ γνωστή η παρακάτω ιστορία, που συνέβη στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Χόρχε Μπουκάι: Επιλέγω για μένα κι ας πληρώσω το τίμημα

Τον Αύγουστο του 1945, ένα βομβαρδιστικό έριξε στο Ναγκασάκι τη δεύτερη ατομική βόμβα (η πρώτη είχε εκραγεί λίγες μέρες νωρίτερα στη Χιροσίμα). Αυτή εδώ είχε ακόμη μεγαλύτερη καταστροφική δύναμη από την πρώτη και ισοδυναμούσε με την ταυτόχρονη έκρηξη 10.000.000 κιλών δυναμίτη. Το αξιοσημείωτο και τραγικό είναι ότι το αεροπλάνο που μετέφερε τη βόμβα δεν είχε απογειωθεί με κατεύθυνση την παραθαλάσσια πόλη του νότου της Ιαπωνίας, αλλά με κατεύθυνση το Κοκούρο, μια βιομηχανική πόλη στα βόρεια.

Αυτό που συνέβη αποτελεί σήμερα μέρος της δραματικής ιστορίας εκατοντάδων χιλιάδων οικογενειών. Μια καταιγίδα με βροχή και ομίχλη (κάτι πολύ παράξενο για την εποχή) εμπόδισε το αεροπλάνο να πετάξει πάνω από το στόχο του και, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει με τη βόμβα, ο κυβερνήτης αποφάσισε να ρίξει το φονικό φορτίο του εκεί που επέτρεπαν οι κλιματικές συνθήκες. Η τύχη μιας απρόσμενης καταιγίδας που έσωσε το Κοκούρο, έγινε αίμα, καταστροφή και θάνατος για το Ναγκασάκι. Κάνοντας μια μακάβρια εικασία, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τους πρωινούς κατοίκους του Ναγκασάκι, ένα λεπτό πριν την έκρηξη της βόμβας, να δοξάζουν τον Θεό για την υπέροχη μέρα που οι συμπατριώτες τους του Κοκούρο θα εύχονταν να είχαν δει στο πρωινό τους ξύπνημα.

Διηγούμαι αυτή την ιστορία και σπεύδω να τονίσω ότι τις περισσότερες φορές τα πράγματα ούτε τόσο ακραία είναι, ούτε έτσι συμβαίνουν. Και λέω σπεύδω, γιατί δεν θα ήθελα να υποδαυλίσω τη βλαβερή και αυτοκαταστροφική ιδέα όσων θλίβονται για την καλή τους τύχη, θεωρώντας αυθαίρετα ότι την «κλέβουν από κάποιον άλλον».

Αυτή είναι μια περίπλοκη και ενοχοποιητική στάση, την οποία ο Νταν Γκρίνμπεργκ ονόμασε πριν από τρεις δεκαετίες «σύνδρομο της Εβραίας μαμάς», στο βιβλίο του «Πώς να γίνεις Εβραία μαμά». Είναι μια περίπλοκη και ενοχοποιητική στάση για την οποία, όπως λέει ειρωνικά ο συγγραφέας, ούτε εβραίος απαιτείται να είσαι, αλλά ούτε και μαμά. Είναι ένας κανόνας που τον μάθαμε από παιδιά κι έμοιαζε να υπαινίσσεται ότι κάποιος άλλος έπρεπε να υποφέρει σε αντάλλαγμα για τη δική μας ευχαρίστηση. Ο κανόνας της θυσίας που «εξαγνίζει» τη χαρά, κι έτσι την επιτρέπει.

Χόρχε Μπουκάι: Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει, τον δικό του

Ο Γκρίνμπεργκ δίνει ένα αστείο παράδειγμα για να δείξει την τυπική συμπεριφορά της μητέρας που δημιουργεί ενοχές, της μητέρας που γίνεται «θυσία» για να μπορέσει ο άλλος να χαρεί: Ο γιος τηλεφωνεί στη μητέρα του από τις ΗΠΑ αποφασισμένος να της πει όλη την αλήθεια για τη ζωή του, που της την κρύβει για ν΄αποφύγει ν΄ακούσει τις παρατηρήσεις της.

«Θα έρθω λίγες μέρες στο Μπουένος Άϊρες, μαμά».
«Αχ, τι ωραία, παιδί μου. Μετά από τόσους μήνες που έχω να σε δω…».
«Ναι, μαμά, αλλά υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να σου πω. Θα έρθω με σύντροφο».
«Έχεις φιλενάδα; Πώς και δεν μου το είπες; Είναι εβραία η κοπέλα;»
«Όχι, μαμά, δεν είναι κοπέλα, είναι ένας νεαρός, είναι μαύρος και… όχι, δεν είναι εβραίος…»
«……»
«Μαμά, είσαι εκεί; Μ΄ακούς;»
«Ναι, παιδί μου. Υποθέτω ότι θα μείνετε εδώ, στο σπίτι…»
«Όχι, μαμά, δεν θέλουμε να σε βάλουμε σε φασαρίες.»
«Φασαρίες; Καμία φασαρία. Μην ανησυχείς για μένα, μπορείτε να έρθετε και να είστε ήσυχοι… Εγώ, μόλις τελειώσουμε την κουβέντα μας, κλείνω το τηλέφωνο και πεθαίνω».

Είναι εξαιτίας αυτής της διαπαιδαγώγησης, είτε για άλλους, ακόμα χειρότερους λόγους, είναι βέβαιο ότι σε όλους μας αρέσει η ιδέα πως η ζωή βρίσκεται συνεχώς σε ισορροπία. Αναλύουμε την ύπαρξή μας λες και τα πράγματα λειτουργούν πάνω σε μια τραμπάλα ή είναι δίσκοι μιας ζυγαριάς. Λες και η κατανομή των γεγονότων είναι αλγεβρική εξίσωση, όπου και τα δυο μέρη πρέπει να έχουν την ίδια αξία. Λες και τα κέρδη ορισμένων απαιτούν για αντιστάθμισμα τη ζημία κάποιων άλλων.

Χόρχε Μπουκάι “Ο μύθος της θεάς Τύχης” εκδόσεις opera-animus

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε