Παρόλο που ο Παππούς ήλπιζε πως όσοι τον ακολουθούσαν στο άσραμ το έκαναν για να αναζητήσουν μια ανώτερη Αλήθεια, υπήρχαν πολλοί που τον ακολουθούσαν μόνο και μόνο επειδή θαύμαζαν τον ίδιο. Εκείνος όμως προσπαθούσε να μας μάθει όλους να σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας. Πίστευε ότι δεν πρέπει κανείς να προσπαθεί να ευχαριστεί τους άλλους σε βάρος του εαυτού του, και δεν τον πείραζε όταν οι οπαδοί του τον αμφισβητούσαν.

«Ένα ‘‘όχι’’ που βγαίνει από μια βαθιά πεποίθηση είναι καλύτερο από ένα ‘‘ναι’’ που ξεστομίζεται για να ευχαριστήσει ή, ακόμη χειρότερα, για την αποφυγή προβλημάτων», μας έλεγε. Ωστόσο ήταν πολύ δύσκολο για τους περισσότερους να τον αμφισβητούν. Τον θεωρούσαν σοφό και άγιο, και οι άνθρωποι που έρχονταν στο άσραμ ήθελαν να μάθουν από αυτόν. Χρειάστηκε να επέμβει η εξάχρονη αδελφή μου, η Έλα, για να καταλάβουν όλοι ότι το να λες αυτό που θέλεις είναι όχι μόνο καλό, αλλά και πολύ επιτακτικό.

Όταν πρωτοφτάσαμε στο Σεβαγκράμ, οι γονείς μου και η Έλα έμειναν μαζί μου μία εβδομάδα. Η Έλα κι εγώ ήμαστε συνηθισμένοι στη ζωή στη Νότια Αφρική, όπου ζούσαμε στο άσραμ του Φοίνιξ, το οποίο είχε ξεκινήσει επίσης ο Μπάπου. Ήταν το πρώτο του πείραμα στην κοινόβια ζωή. Στην αρχή, μόνο οι κοντινοί συγγενείς και μερικά ξαδέρφια μας ζούσαν εκεί, αλλά σύντομα ήρθαν και φίλοι, καθώς και άνθρωποι που ήθελαν να δουν από κοντά την κοινόβια ζωή στη φύση.

Η ζωή στο άσραμ του Φοίνιξ ήταν πολύ απλή, αλλά έμοιαζε πλούσια συγκριτικά με τη ζωή στο Σεβαγκράμ. Εκεί είχαμε λειτουργικά έπιπλα και ζούσαμε σε σπίτια από ξύλο και κυματοειδή λαμαρίνα∙ εδώ υπήρχαν μόνο καλύβες από λάσπη και καθόμασταν στο πάτωμα. Αλλά η μεγαλύτερη διαφορά βρισκόταν στο φαγητό. Και στα δύο άσραμ θερίζαμε τις σοδειές και τρώγαμε αυτά που καλλιεργούσαμε, αλλά στο Φοίνιξ η μαμά μου τα μαγείρευε κι έφτιαχνε ποικίλα γεύματα με πολλά μπαχαρικά. Το φαγητό στο Σεβαγκράμ ήταν (για να το θέσω απλά) τραγικό.

Κάθε μέρα τρώγαμε μια παραλλαγή βραστής, ανάλατης κολοκύθας. Κάθε γεύμα ήταν τόσο βαρετό και άνοστο όσο το προηγούμενο. Βραστή κολοκύθα για πρωινό, μεσημεριανό και δείπνο. Η Έλα κι εγώ γκρινιάζαμε στους γονείς μας, αλλά εκείνοι μας έλεγαν να σωπαίνουμε, θυμίζοντάς μας ότι ήμαστε φιλοξενούμενοι κι έπρεπε να ακολουθούμε το πρόγραμμα του Μπάπου. Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε στους ανθρώπους που δούλευαν στην κουζίνα, αλλά κι εκείνοι μας είπαν το ίδιο: «Ακολουθούμε αυτό που θέλει ο Γκάντι». Όλοι πίστευαν ότι εκείνος είχε ορίσει το μενού, κι έτσι θα έπρεπε να υπάρχει κάποιος λόγος γι’ αυτό. Δεν ήμαστε οι μόνοι που θα θέλαμε ένα διαφορετικό λαχανικό πού και πού, αλλά επειδή κανείς δεν ήθελε να φανεί αναιδής, δεν ένιωθε άνετα να αμφισβητήσει αυτό που τρώγαμε.

Η μικρή Έλα δεν είχε τέτοιους ενδοιασμούς. Μετά από σχεδόν μία εβδομάδα βραστής κολοκύθας, είχε πια βαρεθεί. Με όλον τον δικαιολογημένο θυμό μιας εξάχρονης, όρμησε φουριόζα στην καλύβα του Μπάπου. «Θα πρέπει να αλλάξεις το όνομα αυτού του μέρους σε άσραμ Κόλα!» ανακοίνωσε, χρησιμοποιώντας την ινδική λέξη της κολοκύθας. Κατάπληκτος από αυτό το ξέσπασμα, ο Μπάπου σήκωσε τα μάτια από τη δουλειά του και ρώτησε: «Τι εννοείς, μικρή μου;» «Από τότε που ήρθαμε εδώ δεν τρώμε τίποτε άλλο από κολοκύθα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Τη σιχάθηκα!» ξέσπασε.

«Αλήθεια;» Ο Μπάπου είχε μείνει πράγματι κατάπληκτος. Όμως είχε πολύ χιούμορ, κι έτσι πρόσθεσε: «Πρέπει να το κοιτάξουμε αυτό. Αν έχεις δίκιο σε όσα λες, τότε πραγματικά πρέπει να αλλάξουμε το όνομα». Ο ίδιος έτρωγε την ελάχιστη απαραίτητη ποσότητα και συχνά έκανε νηστεία ως μορφή μη βίαιης διαμαρτυρίας. Αλλά δεν περίμενε να ακολουθούν όλοι τη δική του αυστηρή και σχολαστική διατροφή. Ήταν πολύ απασχολημένος και σπάνια συμμετείχε στα κοινά γεύματα, γι’ αυτό δεν είχε ιδέα τι τρώγαμε.

Εκείνο το βράδυ, μετά την προσευχή, όταν συνήθως έκανε το κήρυγμά του, ζήτησε από τον υπεύθυνο του άσραμ να του εξηγήσει γιατί όλοι αναγκάζονταν να τρώνε κολοκύθα κάθε μέρα. Ο Μούνα Λαλ, ο υπεύθυνος, ισχυρίστηκε ότι προσπαθούσε να ακολουθεί τις προσταγές του Παππού να τρώνε μόνο ό,τι καλλιεργούσαν στο αγρόκτημα. «Λες, δηλαδή, ότι το αγρόκτημα μπορεί να παράγει μόνο κολοκύθα;» ρώτησε ο Μπάπου. «Είπατε ότι πρέπει να τρώμε απλά, κι έτσι υπέθεσα ότι αυτό θέλατε». «Απλά δεν σημαίνει ότι πρέπει να τρώτε το ίδιο πράγμα κάθε μέρα».

Ο υπεύθυνος σάστισε. «Φυτέψαμε ολόκληρο χωράφι με κολοκύθες και η σοδειά είναι τόσο μεγάλη που δεν ξέρουμε τι να τις κάνουμε. Γι’ αυτό μαγειρεύουμε τόση κολοκύθα», ομολόγησε. Ο Μπάπου είπε ότι αυτό δεν ήταν και τόσο καλός προγραμματισμός. «Πρέπει να καλλιεργούμε ποικιλία φρούτων και λαχανικών, αλλά να μαγειρεύουμε απλά γεύματα». Ποτέ όμως δεν νουθετούσε δίχως μια λύση. «Αφού, λοιπόν, έχετε πλεόνασμα κολοκύθας, σε παρακαλώ να τις πας στο χωριό και να τις ανταλλάξεις με άλλα λαχανικά».

Η Έλα έγινε η ηρωίδα της ημέρας – και όχι μόνο επειδή το φαγητό βελτιώθηκε τόσο γρήγορα. Ο Μπάπου χρησιμοποίησε το παράδειγμά της, ότι εξέφρασε τη γνώμη της, ως δίδαγμα ότι ποτέ δεν πρέπει να σιωπούμε μπροστά στα προβλήματα. Πώς μπορούμε να φέρουμε αλλαγή στον κόσμο, αν φοβόμαστε να μιλήσουμε για τα λάθη που γίνονται;

Απόσπασμα από το βιβλίο “Μαχάτμα Γκάντι: Το Δώρο του Θυμού” – Εκδόσεις Διόπτρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε