Ο Ιβάν Παβλόφ γεννήθηκε το 1849 σε χωριό της Κεντρικής Ρωσίας και ήταν Ρώσος φυσιολόγος και γιατρός. Το 1904 είχε τιμηθεί με το Βραβείο Νόμπελ Ιατρικής σχετικά με την έρευνά του στη φυσιολογία του πεπτικού συστήματος.

Ο πατέρας του ήταν Ρώσος ορθόδοξος ιερέας. Σε νεαρή ηλικία είχε τραυματιστεί σοβαρά μετά από πτώση και έτσι πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας αποκομμένος από τον έξω κόσμο, στο πατρικό του σπίτι και στον κήπο του. Εκεί ήταν που αναπτύχθηκε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για τη φυσική ιστορία και απέκτησε εμπειρικές γνώσεις γι΄αυτή.

Αν και αρχικά ο πατέρας του τον προετοίμαζε για εκκλησιαστική καριέρα, σύντομα τον κέρδισε η ιατρική, την οποία σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης. Μετά το πέρας των σπουδών του, κέρδισε πανεπιστημιακή θέση και επιστημονική ιδιότητα υπό το τσαρικό ακόμα καθεστώς. Εργαζόταν σκληρά μέχρι και την τελευταία μέρα της ζωής του, το 1936, όπου πέθανε σε ηλικία 86 ετών.

Το ερευνητικό ενδιαφέρον και η θεωρία της κλασικής εξαρτημένης μάθησης

Το πρωταρχικό ενδιαφέρον του Pavlov ήταν η μελέτη της φυσιολογίας και των επιστημών της φυσικής. Βοήθησε μάλιστα στην ίδρυση του τμήματος Φυσιολογίας στο Ινστιτούτο Πειραματικής Ιατρικής και συνέχισε να επιβλέπει το πρόγραμμα για τα επόμενα 45 χρόνια. Ήταν παθιασμένος και εργατικός, λέγοντας πως «η επιστήμη απαιτεί από έναν άνθρωπο όλη του τη ζωή. Αν είχατε δύο ζωές και πάλι δεν θα ήταν αρκετές. Να μένετε παθιασμένοι με τη δουλειά σας και με την αναζήτησή σας».

Στις αρχές του 20ου αιώνα, άρχισε να ασχολείται με τη μελέτη των γαστρικών εκκρίσεων των σκύλων. Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας, τοποθέτησε σκόνη φαγητού στο στόμα ενός σκύλου και μέτρησε την επακόλουθη έκκριση σιέλου. Συμπωματικά, πρόσεξε ότι μετά από αρκετές δοκιμές, ο σκύλος άρχισε να εκκρίνει σίελο σε ορισμένα ερεθίσματα πριν ακόμα του δοθεί φαγητό. Αυτή η έκκριση αποτελούσε αντίδραση σε μερικά ερεθίσματα, όπως η θέα του πιάτου ή του ατόμου που έφερνε το πιάτο με το φαγητό.

Με άλλα λόγια, (ουδέτερα) ερεθίσματα που μέχρι πρότινος δεν οδηγούσαν σε αυτή την αντίδραση, μπορούσαν να προκαλέσουν την αντίδραση της έκκρισης σιέλου λόγω της συσχέτισής τους με τη σκόνη φαγητού που αυτομάτως έκανε το σκύλο του να εκκρίνει σίελο. Αυτή η παρατήρηση βέβαια μάλλον δεν θα εκπλήσσει τους παρατηρητικούς ιδιοκτήτες σκύλων, όμως βοήθησε τον Pavlov να χτίσει την έρευνα και θεωρία του σε σχέση με την κλασική εξαρτημένη μάθηση (classical conditioning).

Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της κλασικής εξαρτημένης μάθησης είναι ότι ένα μέχρι πριν ουδέτερο ερέθισμα αποκτά την ικανότητα να προκαλέσει μια αντίδραση, επειδή συσχετίζεται με ένα ερέθισμα που παράγει αυτόματα την ίδια ή παρόμοια αντίδραση. Με άλλα λόγια, ο σκύλος εκκρίνει σίελο όταν του παρουσιάζουν φαγητό. Σε αυτή τη φάση, το φαινόμενο είναι απλά αντανακλαστικό.

Όμως, όταν πριν το φαγητό και για αρκετές δοκιμές χτυπήσει ένα κουδούνι, ο σκύλος θα μάθει ότι μετά το χτύπημα εμφανίζεται το φαγητό και έτσι πλέον θα αρχίσει να εκκρίνει σίελο απλά και μόνο με το άκουσμα του κουδουνιού. Το φαινόμενο της κλασικής εξαρτημένης μάθησης μπορεί να παρατηρήθηκε στους σκύλους, αλλά εκτείνεται και σε άλλα είδη ζώων και σε εμάς τους ανθρώπους, απλά με άλλες μορφές.

Το μοντέλο της κλασικής εξαρτημένης μάθησης βοηθά τους επιστήμονες να κατανοήσουν την ανάπτυξη, διατήρηση και εξαφάνιση πολλών συναισθηματικών αντιδράσεών μας, όπως την προτίμηση ή απέχθεια για συγκεκριμένες τροφές, αλλά και την συμπεριφορά μας απέναντι σε εθιστικές συνήθειες και ουσίες. Γι’ αυτό και τα πειράματά του έφεραν επανάσταση στο μέχρι τότε θολό πεδίο της επιστήμης της ψυχολογίας.

Τα «σκοτεινά» σημεία της έρευνας του Pavlov

Αν και η συμβολή του στην επιστήμη παραμένει ακλόνητη και αναμφισβήτητη, υπάρχουν ορισμένα δυσάρεστα σημεία στην επιστημονική του πορεία. Ο Pavlov και οι συνάδελφοί του λέγεται πως στην πραγματικότητα δεν χρησιμοποιήσαν ποτέ κουδούνια ως ουδέτερο ερέθισμα, αλλά μετρονόμους και ηλεκτρικό σοκ.

Επιπλέον, έκαναν χειρουργικές πειραματικές επεμβάσεις ώστε να αξιολογήσουν την ποσότητα του σιέλου που χρησιμοποιούσαν. Βέβαια, εκείνη την εποχή κανείς δεν θεωρούσε ότι οι σκύλοι βασανίζονταν. Άλλωστε, ακόμα δεν υπήρχε κώδικας ηθικής δεοντολογίας και σε πολλά πειράματα δεν κακομεταχειρίζονταν μόνο ζώα, αλλά και ανθρώπους με δική τους συναίνεση. Ήταν πολλές δεκαετίες αργότερα που ανέκυψε ζήτημα ηθικού περιορισμού των ερευνητών στα πειράματά τους.

Επιπλέον, θολό παραμένει το τοπίο σχετικά με τη σχέση που είχε με το σταλινικό καθεστώς και τους μπολσεβίκους. Αν και φανερά αντιπαθούσε το κομμουνιστικό καθεστώς της εποχής, επωφελήθηκε από τη σημασία του έργου του, την οποία χρησιμοποίησε ως προστατευτικό τείχος για να ασκεί πιέσεις ως προς την παροχή οικονομικών πόρων. Το καθεστώς αύξησε τα κονδύλια για τις έρευνές του, αν και διατεινόταν πως ήταν εχθρός του.

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε