Όταν οι άνθρωποι πετυχαίνουν εκπληκτικούς, φαινομενικά αδύνατους στόχους, συχνά λέμε ότι ήταν «τυχεροί», «στον σωστό τόπο και χρόνο» ή «γεννημένοι σε τυχερό αστέρι». Όμως, έχω μιλήσει με πολλούς τέτοιους πετυχημένους ανθρώπους στον κόσμο και ένα πολύ ενδιαφέρον πράγμα που έμαθα είναι ότι κάθε απίστευτο κατόρθωμά τους ξεκίνησε από το ίδιο βήμα: το ότι έθεσαν έναν στόχο.

Για παράδειγμα, όταν γνώρισα τον Μάικλ Τζόρνταν, τον ρώτησα τι ήταν αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει από τους άλλους παίκτες, τι ήταν αυτό που του χάριζε διαρκώς προσωπικές νίκες και νίκες για την ομάδα του. Τι ήταν αυτό που τον έκανε τον καλύτερο; Ήταν κάποιο θεόσταλτο ταλέντο; Μήπως ήταν ικανότητα; Στρατηγική; Ο Μάικλ μου είπε: «Πολλοί άνθρωποι έχουν θεόσταλτο ταλέντο και σίγουρα είμαι ένας από αυτούς. Αλλά αυτό που με έκανε να ξεχωρίζω σε όλη μου τη ζωή είναι ότι δεν θα βρεις άλλον άνθρωπο πιο ανταγωνιστικό από μένα. Δεν συμβιβάζομαι ποτέ με τη δεύτερη θέση».

Θα αναρωτιέστε μάλλον, όπως κι εγώ, ποια είναι η πηγή αυτής της έντονης ανταγωνιστικότητας. Μια από τις κρίσιμες στιγμές ήταν όταν ο Μάικλ πήγαινε γυμνάσιο. Μια προσωρινή ήττα τον έκανε να προσπαθήσει για έναν τεράστιο στόχο. Βλέπετε, αυτό που δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι είναι ότι ο Μάικλ Τζόρνταν – ο καλύτερος μπασκετμπολίστας όλων των εποχών, ο θρύλος που άλλαξε για πάντα το μπάσκετ – δεν κατάφερε να μπει στην ομάδα του πανεπιστημίου.

Την ημέρα που έκοψαν τον Μάικλ από την ομάδα του πανεπιστημίου, γύρισε σπίτι κι έκλαιγε όλο το βράδυ. Θα ήταν πολύ εύκολο να τα παρατήσει μετά από τέτοια απογοήτευση. Αντίθετα όμως, μετέτρεψε αυτή την επώδυνη εμπειρία σε διακαή πόθο: έθεσε πιο υψηλό στόχο για τον εαυτό του. Πήρε μια πραγματική και ισχυρή απόφαση – μια απόφαση που θα διαμόρφωνε το μέλλον του και το μέλλον του αθλήματος. Αποφάσισε ότι όχι μόνο θα κατάφερνε να μπει στην ομάδα, αλλά και ότι θα γινόταν ο καλύτερος παίκτης του γηπέδου.

Για να πετύχει αυτόν τον φιλόδοξο στόχο, έκανε ό,τι θα έκανε και οποιοσδήποτε άλλος πετυχημένος άνθρωπος: έθεσε έναν στόχο και αμέσως ξεκίνησε τις προσπάθειες να τον υλοποιήσει. Το καλοκαίρι πριν από το πρώτο έτος του, ζήτησε τη βοήθεια του προπονητή της ομάδας Κλίφτον Χέρινγκ και κάθε πρωί στις έξι, ο προπονητής Χέρινγκ πήγαινε τον Μάικλ στο γήπεδο και τον προπονούσε εντατικά.

Την ίδια εποχή, ο εκκολαπτόμενος μπασκετμπολίστας έφτασε σε ύψος το 1,87. Στην πραγματικότητα, η επιθυμία του Μάικλ να πετύχει τον στόχο του ήταν τόσο μεγάλη, που κρεμόταν στα μονόζυγα του σχολείου, προσπαθώντας να επιμηκύνει το σώμα του, διότι πίστευε ότι αυτό θα τον βοηθούσε να μπει στην ομάδα. (Αυτό δείχνει τη δύναμη να φτάνεις τον εαυτό σου στα άκρα!).

Ο Μάικλ έκανε καθημερινά προπόνηση και όταν ήρθε η ώρα, επιλέχθηκε να παίξει στην ομάδα του πανεπιστημίου. Απέδειξε αυτό που θα έλεγε δέκα χρόνια αργότερα γι’ αυτόν ο προπονητής των Σικάγο Μπουλς Νταγκ Κόλινς. Όσο πιο σκληρά προετοιμάζεσαι, τόσο πιο τυχερός φαίνεσαι να είσαι. Πολλοί άνθρωποι φοβούνται να βάζουν στόχους επειδή νομίζουν πως θα απογοητευτούν ή θα αποτύχουν.

Αυτό που δεν συνειδητοποιούν είναι ότι η επιτυχία των στόχων μετρά πολύ λιγότερο από το να τον θέτουν, από το να πράττουν τα απαραίτητα για να τον πετύχουν. Ο λόγος που θέτουμε στόχους είναι για να επικεντρωνόμαστε κάπου στη ζωή μας και για να πηγαίνουμε προς την κατεύθυνση που θέλουμε. Τελικά, το είδος του ανθρώπου που γινόμαστε μέσα από τη διαδικασία της προσπάθειας είναι πολύ πιο σημαντικό από το αν θα πετύχουμε ή όχι κάποιον στόχο.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Anthony Robbins “Όλα όσα θέλω να πω στους φίλους μου” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα – Photo: Author/Depositphotos

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε