Όπως όλες οι δεξιότητες που τελειοποιούμε, μέσα στις πρώτες εβδομάδες εξάσκησης στον διαλογισμό, οι αρχάριοι σημειώνουν αυξημένη άνεση. Για παράδειγμα, όταν εθελοντές, καινούργιοι στον διαλογισμό, εξασκούνταν καθημερινά επί δέκα εβδομάδες, ανέφεραν ότι η άσκηση γινόταν σταδιακά πιο εύκολη και πιο ευχάριστη, είτε εστίαζαν στην αναπνοή τους είτε δημιουργούσαν στοργική καλοσύνη είτε απλώς παρατηρούσαν τη ροή των σκέψεών τους.

Και, όπως είδαμε στο Κεφάλαιο 8, ο Judson Brewer βρήκε μια ομάδα μακροχρόνια διαλογιζόμενων (με μέσο όρο συνολικών ωρών άσκησης περίπου 10.000) που ανέφεραν επίγνωση χωρίς προσπάθεια στη διάρκεια διαλογισμού, σε συνδυασμό με μειωμένη δραστηριότητα στον φλοιό του οπίσθιου προσαγωγίου, το τμήμα του προεπιλεγμένου δικτύου που δραστηριοποιείται κατά τη διάρκεια νοητικών λειτουργιών που αφορούν τον εαυτό μας.

Φαίνεται πως όταν αφαιρούμε τον εαυτό μας από την εικόνα, όλα γίνονται με μικρή προσπάθεια. Όταν οι μακροχρόνια διαλογιζόμενοι ανέφεραν «αδιάσπαστη επίγνωση», «δράση χωρίς προσπάθεια», «καμία προσπάθεια» και «ικανοποίηση», η δραστηριότητα στον φλοιό του οπίσθιου προσαγωγίου μειωνόταν. Από την άλλη πλευρά, όταν ανέφεραν «επίγνωση με αντιπερισπασμούς», «προσπάθεια» και «δυσαρέσκεια», η δραστηριότητα του οπίσθιου προσαγωγίου αυξανόταν.

Μια ομάδα εθελοντών που διαλογιζόταν για πρώτη φορά ανέφερε επίσης αύξηση της άνεσης, αλλά μόνο ενόσω ασκούσαν ενεργά την ενσυνειδητότητα – μια επίδραση σε κατάσταση που διαφορετικά δεν διατηρούνταν. Για τους αρχάριους, η «αυξημένη άνεση» είναι πολύ σχετική: από την καταβολή μεγάλης προσπάθειας, ιδίως για την αντιμετώπιση της τάσης του νου να περιπλανιέται, φτάνουν σε μια μικρή βελτίωση καθώς περνούν οι ημέρες και οι εβδομάδες. Όμως αυτή η άνεση στην προσπάθειά τους απέχει πάρα πολύ από τη μηδενική προσπάθεια που έδειξαν οι γιόγκι, όπως είδαμε στην εντυπωσιακή απόδοσή τους στο πρωτόκολλο του εργαστηρίου με τις ταχύτατα εναλλασσόμενες οδηγίες.

Ένα κριτήριο μέτρησης γι’ αυτή τη μη καταβολή προσπάθειας είναι ουσιαστικά η ικανότητά μας να κρατάμε το μυαλό μας σε ένα επιλεγμένο σημείο εστίασης και να αντιστεκόμαστε στη φυσική τάση του να περιπλανιέται ακολουθώντας μια σειρά από σκέψεις ή να διασπάται από έναν ήχο χωρίς να έχουμε την παραμικρή αίσθηση ότι καταβάλλουμε προσπάθεια. Αυτό το είδος άνεσης φαίνεται ότι αυξάνεται με την εξάσκηση.

Η ομάδα του εργαστηρίου του Ρίτσι αρχικά συνέκρινε τους έμπειρους διαλογιζόμενους με τους εθελοντές της ομάδας ελέγχου, με βάση το μέγεθος της δραστηριότητας στον προμετωπιαίο φλοιό κατά τη διάρκεια εστιασμένης προσοχής σε ένα φωτάκι. Οι μακροχρόνια διαλογιζόμενοι παρουσίασαν μικρή αύξηση στη δραστηριότητα του προμετωπιαίου φλοιού σε σύγκριση με τους εθελοντές, αν και, παραδόξως, η διαφορά δεν ήταν εντυπωσιακή.

Ένα απόγευμα, ενώ ο Ρίτσι και η ομάδα του κάθονταν γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι συσκέψεων και μελετούσαν αυτά τα κατά κάποιον τρόπο απογοητευτικά στοιχεία, άρχισαν να σκέφτονται το μεγάλο εύρος της εμπειρίας ακόμη και μέσα στο πλαίσιο της ομάδας των λεγόμενων «έμπειρων διαλογιζόμενων». Αυτή η ομάδα των έμπειρων απαρτιζόταν από διαλογιζόμενους με συνολικές ώρες άσκησης από 10.000 έως 50.000 – πολύ μεγάλο φάσμα.

Ο Ρίτσι αναρωτήθηκε τι θα έβρισκαν αν συνέκριναν εκείνους που είχαν περισσότερες ώρες με εκείνους που είχαν λιγότερες. Είχε ήδη βρει ότι στα ανώτερα επίπεδα εμπειρίας υπήρχε μια μη καταβολή προσπάθειας που αντικατοπτριζόταν στη μικρότερη και όχι στη μεγαλύτερη δραστηριότητα του προμετωπιαίου φλοιού.

Όταν η ομάδα συνέκρινε αυτούς που είχαν τις περισσότερες ώρες άσκησης με εκείνους που είχαν τις λιγότερες, βρήκε κάτι πραγματικά εντυπωσιακό: όλη η αύξηση της δραστηριότητας στον προμετωπιαίο φλοιό αντιστοιχούσε στα άτομα με τις λιγότερες ώρες άσκησης. Σε αυτούς που είχαν τις περισσότερες συνολικές ώρες άσκησης παρατηρήθηκε πολύ μικρή δραστηριότητα στον προμετωπιαίο φλοιό. Περιέργως, η δραστηριότητα εμφανιζόταν συνήθως μόνο στην πολύ αρχική περίοδο άσκησης ενώ το μυαλό προσπαθούσε να εστιαστεί στο αντικείμενο της συγκέντρωσης, το φωτάκι. Μόλις εστιαζόταν στο φως, η δραστηριότητα στον προμετωπιαίο φλοιό μειωνόταν σημαντικά. Αυτή η διαδοχή αποτελεί ίσως τη νευρωνική εικόνα της συγκέντρωσης χωρίς προσπάθεια.

Ένας άλλος τρόπος μέτρησης της συγκέντρωσης ήταν το πόσο αποσπούσαν την προσοχή των διαλογιζόμενων οι ήχοι συναισθημάτων, λ.χ. γέλια, κραυγές, κλάματα, τους οποίους άκουγαν στο βάθος ενώ προσπαθούσαν να εστιαστούν στο φως. Όσο πιο αυξημένη ήταν η δραστηριότητα της αμυγδαλής ως απόκριση σε αυτούς τους ήχους, τόσο μεγαλύτερη ήταν η απόσπαση από τη συγκέντρωση. Στους διαλογιζόμενους με τις περισσότερες συνολικές ώρες άσκησης (μέσος όρος 44.000 ώρες συνολικά, που αντιστοιχούν σε 12 ώρες την ημέρα επί 10 χρόνια), η αμυγδαλή μόλις που ανταποκρίθηκε στους ήχους των συναισθημάτων. Σε εκείνους, όμως, που είχαν λιγότερες ώρες άσκησης (αρκετές ωστόσο: γύρω στις 19.000) η αμυγδαλή έδειξε έντονη απόκριση.

Υπήρχε μία εκπληκτική διαφορά της τάξης του 400 τοις εκατό στο μέγεθος της απόκρισης της αμυγδαλής ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες! Όλα αυτά δείχνουν εξαιρετική επιλεκτικότητα της προσοχής: ένας εγκέφαλος που μπορεί χωρίς προσπάθεια να αποκλείει τους εξωτερικούς ήχους και τη συναισθηματική απόκριση που συνήθως προκαλούν. Επιπλέον, αυτό σημαίνει ότι τα χαρακτηριστικά εξακολουθούν να αλλάζουν ακόμα και στα ανώτερα επίπεδα διαλογισμού. Η σχέση δόσης – απόκρισης δείχνει να μην εξαντλείται ακόμη και έπειτα από 50.000 ώρες άσκησης.

Αυτή η αλλαγή προς τη μη καταβολή προσπάθειας στη λειτουργία του εγκεφάλου των εξαιρετικά έμπειρων γιόγκι βρέθηκε μόνο και μόνο επειδή η ομάδα του Ρίτσι εκτίμησε τον συνολικό αριθμό ωρών διαλογισμού. Χωρίς αυτό το απλό κριτήριο, το πολύτιμο εύρημα θα είχε θαφτεί μέσα στη γενική σύγκριση των αρχαρίων με τους έμπειρους.

Απόσπασμα από το βιβλίο των  Daniel Goleman και Richard J. Davidson «Ο δρόμος προς τη μόνιμη μεταμόρφωση» από τις εκδόσεις Πεδίο

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε